Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες για αγρίους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες για αγρίους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20190629

Ν.Κ.Σ.

Ο Σνουπ Ντογκ, μοιάζει λίγο σε έναν γείτονα μου. Ο γείτονας μου ίσως σύντομα πεθάνει. Δε θα το ήθελα καθόλου αυτό. Είναι βέβαια δική του επιλογή. Μάλλον. Βέβαια όλοι θα πεθάνουμε, αργά ή γρήγορα. Κάποτε κάποιος μου έδωσε ένα βιβλίο του Επίκουρου γι'αυτό. Όχι βασικά του ίδιου, αλλά του κήπου του. Δηλαδή το βιβλίο πραγματεύεται λιγουλάκι θάνατο και λέγεται «Στον κήπο του Επίκουρου, αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου». Το βιβλίο το έχει γράψει ο Γιάλομ. Γιόλο. Μου το έδωσε ένας κύριος σε φάση που η φάση «θάνατος» έφερνε αρκετές βόλτες στο παιδεμένο μου κεφάλι. Θα με ανακούφιζε είπε. Έκτοτε άρχισα να ξεφορτώνομαι λίγη σκέψη. Δεν ξέρω αν την ξεφορτώθηκα προκειμένου να μην διαβάσω το ανάγνωσμα η τεμπέλα, ή αν η ιδέα ότι υπάρχει κάποια πανάκεια-σωσίβιο, είναι αυτό που χρειαζόμαστε εν τέλει εμείς οι άνθρωποι. Αχ αυτή η ιδέα. Όλα γυρνάνε γύρω από ιδέες. Έχω κι ένα μπλοκάκι, που γράφεις τις ιδέες που σου έρχονται την αργά τη νύχτα! Έχω κι ένα άλλο μπλοκάκι που αποφάσισα για δεύτερη φορά στη ζωή μου να γράφω τα όνειρα που βλέπω. Σαν ένας άλλος Κέρουακ κι εγώ, σαν ένας Καστανννννιέδα. Η προηγούμενη πρόταση θα μπορούσε να είναι τραγούδι για την μπάντα μου. Η μπάντα η καινούργια που όλο λέω να ξεκινήσουμε να γράφουμε τη μουσικούλα και να πάμε σε κανά στούντιο να το νιώσουμε στο πετσί μας κι όλο κάτι μου τυχαίνει. Να, σαν την ραπτομηχανή που έτυχε προχθές, που έθεσα σε λειτουργία και άρχισα να ράβω νέες ιστορίες, μοναδικές και καθόλου φορεμένες. Θα μου πεις δεν έτυχε, σε περίμενε καιρό. Σαν τα γράμματα που έχω αγοράσει από τότε στο παζάρι κι ακόμα να τα διαβάσω όλα για να μην μου τελειώσουν, σαν ένα βιβλίο του Γιάλομ, σαν ένα μπλοκάκι για όνειρα που πάντα αφήνω για αργότερα να τα γράψω κι όλο τα ξεχνάω, σαν τις ιδέες που είναι πολλές και τέλειες αλλά τί περιμένω για να τις περάσω από τον κόσμο των ιδεών σε αυτόν τον κόσμο; Σαν το ύφασμα που θέλω να πάω να αγοράσω, ένα ύφασμα που θέλω να ερωτευτώ και να με εμπνεύσει. Τελικά μήπως εκτός από ιδέες, χρειαζόμαστε και ομοϊδεάτες να μας φυσάνε αεράκι για το πανάκι μας; Απόψε δε φυσάει καθόλου. Εκτός από τον ανεμυστήριο δηλαδή που με λούζει με αγάπη. Είμαι περισσότερο κορίτσι ανεμιστήρα θα έλεγα, παρά κορίτσι αρκουδίσιον. Ωραίες νύχτες αυτές οι καλοκαιρινές, αρκεί να μην ιδρώνεις. Αλήθεια, έχει ιδρώσει ποτέ το αυτί σου; Θυμάμαι μία φορά εκεί που καθόμουν, ένιωσα μία σταγόνα να γεννιέται μέσα στο αυτί μου! Είμαι πολύ σίγουρη ότι εκεί ήταν η αφετηρία της. Το αυτί. Πόσο χαρούμενη ήμουν εκείνη την μέρα που ίδρωσε επιτέλους το αυτί μου.


Υ.Γ. Σε παρακαλώ (ξανά), αν και το απεύχομαι, σε περίπτωση που κάτι κακό συμβεί, αναζήτησε τα μπλοκάκια μου όλα. Όλα, όλα. Αυτά για τα όνειρα, τις ιδέες, τα ταξίδια, τη ζωή, τους έρωτες, τις αναμνήσεις και φρόντισε να φτάσουν στα χέρια της Φακής. Τα σημειωματάρια, τα κουτιά των θησαυρών, ο παππούς στο κάδρο, το σκούτερ και το μπλογκ. Κατάλαβες; 
Υ.Υ.Γ. Είμαι σούπερ φλώρα, την βρίσκω με περιέ λάιμ και θεωρώ το πιο γαμάτο καλοκαιρινό κοκτέιλ το νερό με έξτρα πάγο. Καλά ίσως και το πολύ πολύ ελαφρύ μοχίτο με έξτρα ζάχαρη. Άσχετο. 
Υ.Υ.Υ.Γ. Πόσο θα ήθελα να μάθω καινούργια τραγούδια. Παλιά δηλαδή ή και νέα, που δεν έχουν φτάσει ακόμα στα αυτιά μου. Διψάω για μουσικά ερεθίσματα και έχει καύσωνα. Σε παρακαλώ...
Υ.Υ.Υ.Υ.Γ. Νυχτερινοί Καλοκαιρινοι Συνειρμοί, Τί νόμιζες; :)


20180829

Ο αφυγραντήρας

 Λοιπόν, κάποτε άκουγα τη λέξη «υγρασία» και δεν πίστευα ότι υπάρχει! Ήταν κάτι σαν τον Άγιο Βασίλη, ή το «μην ανεβαίνεις στην μηχανή με βρεγμένα μαλλιά θα κρυώσεις». Υπήρχε, αλλά δεν υπήρχε αληθινά ποτέ, ήταν μία ιδέα, ένα φάντασμα!
 Οι υγρές μέρες λοιπόν ήρθαν κι έτσι γνώρισα την μούχλα... Στην αρχή την αγνοούσα, μέχρι που άρχισε να με ντύνει και να γίνεται σιγά σιγά εγώ. Το άρωμά μου, η γεύση μου, τα μαλλιά μου... Πρόσπαθησα στην αρχή να την καλύψω, άλλα όλο και μεγάλωνε. Έτσι έφτασε η στιγμή που έπρεπε να δοθεί μία λύση. Συναντήθηκα με ένα αφυγραντήρα, κανονίσαμε τις λεπτομέρειες και ήρθε στον χώρο μου. Ο αφυγραντήρας είναι πολύ ευχάριστη παρέα! Κάνει έναν υπέροχο ήχο, τόσο όσο! Διακριτικός, μπορεί να φύγει μακριά μου ή να έρθει κοντά μου. Αυτό το αποφασίζω εγώ κι είναι μαγικό! Ταυτόχρονα, μου υποσχέθηκε πως καθαρίζει την ατμόσφαιρα.
 Ίσως όλα αυτά να μην συμβαίνουν πραγματικά και να είναι απλά ο ενθουσιασμός μου, αλλά υπάρχουν ενδείξεις! Βέβαια, αυτές οι ενδείξεις μου δίνονται μονάχα από εκείνον κι από τους ατίθασους ευσεβείς μου πόθους, οπότε δεν ξέρω κατά πόσο είναι πλασματικές ή όχι. Ο χρόνος θα δείξει και η επιθυμία μας για την θετική έκβαση του παραμυθιού μας...
 Σίγουρα όμως μαζεύει πολλά υγρά στον κάδο του που τα χύνω συχνά! Προτείνεται ν' αδειάζεις τον κάδο προτού αυτός γεμίσει, διότι πώς ο αφυγραντήρας τη σκληρή δουλειά θα συνεχίσει;




20180720

Ρινγκ ρινγκ


Η Έσθερ ήταν η γιαγιά μου. Είχε μία θεωρία.  Ήταν μπερδεμένη όπως κάθε θεωρία που σέβεται τον εαυτό της και τον σκεπτόμενο άνθρωπο που θα σταθεί απέναντί της. Σπουδάια όμως, ναι! Όπως κάθε τι με αρχή και τέλος ασύλληπτο που επιλέγεις ν’αγνοείς ή πλάθεις γύρω του ιστορίες να μην σε τρομάζει. Ένα μεγάλο της μέρος, αφορούσε στον ρόλο των αισθήσεων στις ζωές μας.

«Τα σημαντικά κρύβονται, κοιμούνται και ξυπνάνε στις αισθήσεις. Στις αισθήσεις μου και στις αισθήσεις σου».

 Μα είχε ακόμα κι αυτό τόσα πολλά κενά, αν και ήταν ό,τι πιο σαφές είχα ακούσει.
Σας μπερδεύω σωστά; Ζητώ συγγνώμη, μα έτσι κάνουν οι μπερδεμένοι. Η θεωρία της τα έβαζε με τον έρωτα. Τον έρωτα-καύσιμο της ζωής. Πίστευε ότι δεν πρέπει να προσωποποιείται, ούτε και να οριοθετείται. Πρέπει να’ναι λαίλαπα, λάβα καυτή και ταυτόχρονα δειλινό στην πιο γαλήνια θάλασσα, μωρό που κοιμάται στην αγκαλιά της μάνας του. Παρ'όλο που δεν ήθελε όμως ούτε πρόσωπο, ούτε όριο, όλη της η ζωή ήταν ένας αγώνας να βρει τον έναν άνθρωπο-αστείρευτη πηγή που θα την ποτίζει για να ξεδιψάει και να δημιουργεί παντοτινά παραμύθια.
 Ξεκίνησα να μιλώ μαζί της γι'αυτά από πολύ μικρή και μπήκα σε σκέψεις που δε θα έπρεπε να με έχουν βασανίσει από τόσο νωρίς. Ύστερα όταν μεγάλωσα, με άφηνε και περνούσα ώρες ανάμεσα στα πολύτιμα βιβλία της και στα ακόμα πιο πολύτιμα γραπτά της. Διάφορα μικρά τετράδια που την συνόδεψαν σε όλη της ζωή. Πάντα είχε ένα μαζί της! Θα μπορούσα να πω ότι αυτά ήταν οι πραγματικοί της φίλοι, η οικογένεια της. Κάθε κοπέλα είχε άγχος να έχει στο τσαντάκι της κάποια χτένα, ένα κραγιόν, κλειδιά ή χρήματα. Η Έσθερ το μόνο που ήθελε να έχει πάντα μαζί της ήταν ένα τετραδιάκι κι ένα στιλό. Κάποιες φορές αναρωτιόμουν αν υπήρχε κάποιος άνθρωπος που να είχε την ίδια σημαντικότητα στον εγκέφαλό της, όσο η δίψα της για να γράφει και η αναζήτηση τρόπων για να τη σβήνει. Αναρωτιόμουν αν υπήρχε κάποιος που στα αλήθεια να διάβασε ό,τι έγραφε, να κατάλαβε τί ήθελε να πει και να ένιωσε τις λέξεις της να τον αγκαλιάζουν, να τον αγγίζουν, να τον γρατζουνάνε, να τον φιλάνε με πάθος...
 Αυτά λοιπόν ήταν όσα κληρονόμησα από εκείνη. Μία δίψα, ένα πάθος. Με συγχωρείτε που κλαίω και σας αναστατώνω. Όλο αυτό με τα ελάφια με στενοχώρησε πολύ. Κατάλαβα ότι ίσως να μην υπάρχει ελπίδα... Το ελάφι που τότε έτρεξε να με προλάβει, πολλές φορές σκέφτομαι ότι δεν είχε ακούσει τελικά τίποτα. Δεν φώναξα αρκετά δυνατά.  Ίσως έμεινε με μία απορία που θα μπορούσε να έχει λυθεί, ή ίσως βέβαια, να είχε ακούσει τα πάντα και να πίστεψα λάθος πως είχε καταλάβει. Η αδυναμία μου να σταματήσω το τρένο για να είμαι σίγουρη, πάντα θα με στοιχειώνει... Σαν την αδυναμία και την άρνηση των ελαφιών να κατανοήσουν την παντοτινή απόσταση που θα τα χωρίζει από ένα φεγγάρι ψεύτη. Σαν την άρνησή τους να αποδεχθούν πώς αν και το φεγγάρι είναι μοναδικό, αυτά είναι μιλιούνια. Ίσως όμως δε θέλησα ποτέ να σταματήσω πραγματικά το τρένο για ένα τόσο τυφλό ελάφι κι ίσως η άρνησή μου να αποδεχθώ αυτή την τόσο εγωιστική αντίδραση να είναι το αληθινό στοιχειό. Αλλά αν ήταν έτσι δε θα μοιραζόμουν ποτέ μαζί του το μυστικό.
 Με συγχωρείτε, θα χρειαστώ λίγο χρόνο να συγκροτήσω τη σκέψη μου. Θέλω να σας εξηγήσω, αλλά πρώτα πρέπει να ξεχάσω, για να καταφέρω να θυμηθώ. Θα σας καλέσω εγώ ξανά σε 6000 ώρες. Θα είστε ακόμα σε εκείνο το μπαρ; 

20180527

Τα δειλινά

Λίγο μετά τη δύση του ηλίου και πριν το σκοτάδι πέσει εντελώς, συμβαίνει κάτι μαγικό στην πόλη. Είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα. Αν βρεθείς κάπου ψηλά, μοιάζει σαν λάβα να λούζει όλους τους δρόμους. Μπορείς ακόμα να δεις καθαρά από το χρώμα του ουρανού τη θάλασσα από λευκά κτίρια, μπορείς όμως εξίσου καθαρά να δεις και το έντονο πορτοκαλί, σαν φωτιά χρώμα, να τρέχει ανεμπόδιστο, ακόμα και στο τελευταίο, μικρό, ξεχασμένο, μυστικό στενό.
Εκείνες τις στιγμές, ακούς μέσα στο κεφάλι σου μία ανάσα βαριά, από έναν άνθρωπο που κείτεται στο έδαφος. Καθώς το σκοτάδι ολοένα και πιο βαθύ ανακατεύεται με τη λάβα, ο άνθρωπος ανοίγει τα μάτια σιγά σιγά, βρίσκει ρυθμό στην αναπνοή του και σηκώνεται γερά στα πόδια του γεμάτος πείσμα, έτοιμος να τρέξει στους δρόμους της φωτιάς ξυπόλυτος. Έτοιμος να φάει ό,τι τον έριξε κάτω.  Έτοιμος να αναζητήσει με πάθος ό,τι του έδωσε κίνητρο να βρει ξανά ανάσες. Ένας άνθρωπος αρνούμενος να πιστέψει ότι αυτό που τον έριξε, θα έρθει την αυγή να τον σκοτώσει ξανά. Κι όλο πάλι από την αρχή, εκεί, στο τελευταίο, μικρό, ξεχασμένο, μυστικό στενό.


20180430

Opium

Πριν αρκετό καιρό έβλεπα λέει στον ύπνο μου ότι έκανα γιόγκα. Ήταν η πρώτη μου φορά και ήμουν σε έναν καταπράσινο κήπο. Είχε συννεφιά, αλλά είχε αρχίσει και κάθε μέρα ήταν πιο καλοκαίρι από την προηγούμενη. Αφού κάναμε κάτι παράξενες στάσεις, ήρθε η ώρα για το χαλάρωμα. Στη στάση του πτώματος η δασκάλα μας είπε να συγκεντρωθούμε στον κύκλο της αναπνοής μας. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ, διότι, ο ήχος από τα πουλιά ήταν υπέροχος. Με κλειστά τα μάτια, πάνω σε καταπράσινο χορτάρι, υπό τον ήχο του τραγουδιού των πουλιών, το πρόσωπό μου άγγιξαν ψιχάλες βροχής.
Οι ψιχάλες συνέχισαν και τις επόμενες μέρες έξω από τον ύπνο. Δυσκολεύομαι ακόμα να καταλάβω αν είναι από τον ουρανό ή τα δέντρα. Αναρρώνω επιτυχώς. Ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος που μου χάρισε όμως ένα σπουδαίο μάθημα!
Σήμερα βρίσκομαι σε έναν καταπράσινο κήπο και η μέρα είναι συννεφιασμένη ξανά. Κάπου εκεί τον πήρα τηλέφωνο, δεν ξέρω ακριβώς γιατί, αλλά ένιωσα ότι έπρεπε να το ακουμπήσω πάνω του. Σίγουρα δεν είναι ο νέος του τίτλος που με οδήγησε εκεί, αλλά θα έλεγα χωρίς να θέλω να κάνω επίκληση στο συναίσθημα, κάτι πιο θεμελιώδες. Του προσέθεσα στα γεγονότα ένα νέο συμβάν και με μία σιγουριά μου είπε
_Απασφάλισες

Και ξεκίνησε βροχή! Βροχή δυνατή με αστραπές και χαλάζι. Βροχή που άφησε όμως να ευωδιάσει το χώμα.


Και τέθηκαν νέα όρια και τείχη γιγαντιαία και αδιαπέραστα και το κλειδί για τη μυστική πόρτα βρίσκεται τώρα κάπου στην κοιλιά μου. Ένα λεπτό και δεκαεπτά δευτερόλεπτα αργότερα, έμοιαζε σα να πέρασαν πέντε αιώνες. Κι έτσι η βροχή άρχισε να κοπάζει και ο Μάιος φορώντας μία μακριά κόκκινη βελούδινη κάπα εμφανίστηκε στον καταπράσινο κήπο!


20180301

Contact improvisation

«Δε νιώθω καλά στα παπούτσια μου. Άλλοτε είναι πολύ μικρά κι άλλοτε μέσα τους κολυμπάω. Δεν μπορώ να ανασάνω κι άλλοτε χάνομαι» είπε αυτά το λόγια, πέταξε τα παπούτσια της μακριά κι άρχισε να τρέχει.
 Η Έσθερ έτρεξε μέρες ολόκληρες. Έτρεξε νύχτες, έτρεξε μήνες, έτρεξε χρόνια. Πουθενά δεν πήγαινε, πουθενά δεν ήθελε να φτάσει και κάποιες φορές δεν ήθελε να θυμάται ούτε από που ξεκίνησε.
 Μία νύχτα πέρασε από μία γέφυρα. Ήταν τόσο όμορφη αυτή γέφυρα που την μάγεψε κι έκανε μία στάση. Ήταν η γέφυρα της ελπίδας. Σταμάτησε να πάρει μία ανάσα και να δει από περιέργεια πόσο μακριά είναι η θάλασσα. Ανέβηκε ψηλά κι άρχισε να χαζεύει τον δρόμο, τα δέντρα, τους ανθρώπους, τα παιδιά, την κίνηση και τη ζωή. Αγνάντευε από τη γέφυρα της ελπίδας μέρες ολόκληρες. Αγνάντευε νύχτες, μήνες, χρόνια. Ξαφνικά ένα βράδυ, αργά το βράδυ λίγο πριν την αυγή, άρχισε να βρέχει μαρκαδόρους. Λευκούς μαρκαδόρους! Η Έσθερ έκλεισε τα μάτια της κι ευχήθηκε να έχει μία αγκαλιά, μέσα στη ζεστασιά της να δει τη βροχή από μαρκαδόρους και να μη νιώθει πια τόσο μόνη.
 Η γέφυρα της ελπίδας άκουσε την ευχή της και ξαφνικά ένα φάντασμα πήρε στην αγκαλιά του την Έσθερ. Μαζί αγκαλιασμένοι αγνάντεψαν τον δρόμο, τα δέντρα, τους ανθρώπους, τα παιδιά, την κίνηση και τη ζωή. Αγκαλιασμένοι αποκοιμήθηκαν, ερωτεύτηκαν, ζωγράφισαν και δημιούργησαν δύο ψυχές, την Σολεδάδ και την Μαντρουγάδα. Όταν η ώρα πέρασε και η βροχή από λευκούς μαρκαδόρους σταμάτησε, η Έσθερ γύρισε να χαμογελάσει το φάντασμα μα αυτό είχε εξαφανιστεί. Πόνεσε πολύ. Πήρε στα χέρια της έναν λευκό μαρκαδόρο και έγραψε στη γέφυρα της ελπίδας
«Μία μέρα».
Μία μέρα που η Έσθερ θα χαμογελάσει στο φάντασμα ξανά κι αυτό θα την κρατήσει πάλι στην αγκαλιά του. Η γέφυρα της ελπίδας έστεκε βουβή. Η Έσθερ πήγαινε νευρικά από άκρη σ'άκρη περιμένοντας κι ο χρόνος περνούσε. Η Έσθερ πήγαινε στενοχωρημένη από άκρη σ'άκρη περιμένοντας κι ο χρόνος περνούσε. Η Έσθερ πήγαινε εξαντλημένη από άκρη σ'άκρη περιμένοντας κι ο χρόνος είχε πια περάσει. Κάθε φορά που ένιωθε βήματα να τραντάζουν τη γέφυρα, η καρδιά της χτύπαγε δυνατά και γρήγορα. Κρυφοκοιτούσε να δει αν ήταν το φάντασμα της που ερχόταν. Έκανε πρόβες για να μη δείχνει ξαφνιασμένη κι ανυπόμονη, αλλά ήταν άσκοπο, κανένας από τους διαβάτες δεν ήταν το φάντασμα. Η γέφυρα της ελπίδας έβαλε τα κλάματα, δεν μπορούσε να την βοηθήσει... Τότε η Έσθερ κατάλαβε πώς έπρεπε να φύγει.
 Μάζεψε όλο τον πόνο της κι άρχισε να τρέχει ξανά. Στις πλάτες της πια κουβαλούσε την Σολεδάδ και την Μαντρουγάδα. Μπορεί να ήταν μεγάλο βάρος, αλλά η Έσθερ ήταν πολύ δυνατή γυναίκα. Πέρασαν μέρες ολόκληρες, πέρασαν νύχτες, μήνες, χρόνια. Όταν η Σολεδάδ κι Μαντρουγάδα μεγάλωσαν πέταξαν μακριά από την πλάτη της Έσθερ, ταξίδεψαν και σκέπασαν όλο τον κόσμο. Πήγε η Σολεδάδ στη Δύση και η Μαντρουγάδα στην Ανατολή, μα αυτό είναι μία άλλη ιστορία...
 Η Έσθερ είχε ολόλευκα μαλλιά πια. Έτρεχε μέρες ολόκληρες. Έτρεχε νύχτες, έτρεχε μήνες, έτρεχε χρόνια, ώσπου μία νύχτα 03:01 ένας αέρας της ψιθύρισε στο αυτί ότι το φάντασμα θα την περιμένει την ερχόμενη μέρα του θεού στη γέφυρα της ελπίδας.
 Όταν έφτασε εκείνη η μέρα η Έσθερ ήταν από νωρίς εκεί. Ψηλά στην γέφυρα, στεκόταν ανέμελα μα και κάπως ανυπόμονα παρατηρώντας τον δρόμο, τα δέντρα, τους ανθρώπους, τα παιδιά, την κίνηση και τη ζωή. Ξαφνικά ένιωσε μία ζεστασιά να πλησιάζει. Γύρισε και είδε το φάντασμα. Χαμογέλασε πιο πλατιά από ποτέ. Πήρε το φάντασμα από το χέρι και του έδειξε το «Μία μέρα» που ήταν γραμμένο στο πάτωμα κι ο χρόνος το είχε πια ξεθωριάσει. Στάθηκε πάνω του ξυπόλυτη, το φάντασμα την έκλεισε στην αγκαλιά του κι εκείνη χαμογέλασε.




20180220

Σοβεί

_ Πάλι καλά που είστε και εσείς που τρώτε σαλάτες και νιώθω για λίγο σεφ!
_ Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;
_ Συγγραφέας!

 Ο διάλογος αυτός, στο περίπου, έγινε κάπου στο κέντρο της πόλης! Η μαγεία στη σύντομη αυτή ιστορία είναι ότι εγώ είπα την μεσαία ατάκα του διαλόγου! Ένας νεαρός που σίγουρα φτιάχνει τις πιο νόστιμες σαλάτες του κόσμου, γράφει κιόλας! Γράφει για βροχές!
 Παρακάτω.
 Στο έχω πει πώς ο καιρός αλλάζει αναλόγως με τη διάθεσή μου. Θα στο ξαναπώ για να προσέχεις. Είχα συννεφιάσει, χώθηκα μέσα στην κουκούλα μου, πήρα ένα ζεστό τσάι και ξεκίνησε βροχούλα!
 Παρακάτω.
 Νωρίτερα περπατώντας άκουσα το όνομά μου. Γύρισα κι είδα έναν νεαρό που δεν ήμουν και πολύ σίγουρη ότι φώναζε εμένα. Έσμιξα τα μάτια μου να εστιάσω καλύτερα και ναι, εμένα φώναζε. Απέκλεισα βάσει ονόματος κάποιες ομάδες και είπα διστακτικά «μήπως είσαι ξάδερφός μου;»
Και ευτυχώς ήταν ξάδερφός μου! Είμαστε μεγάλο σόι, αλλά όσο μεγάλο κι αν είμαστε είναι τόσο άσχημο που φτάνεις σε σημείο να μην αναγνωρίζεις αμέσως την οικογένεια σου. Ευτυχώς βέβαια που ήταν οικογένεια και δεν ήταν γκόμενος, γιατί για φαντάσου πόσο πονεμένη ατάκα θα ήταν αυτή για τον άνθρωπο.
 Παρακάτω. 
 Ο ξάδερφος με φώναζε με το πρώτο μου όνομα. Κάποια στιγμή άλλαξα το όνομά μου από πείσμα. Αυτό σε δεύτερη φάση με βοήθησε να τακτοποιήσω καλύτερα τους ανθρώπους. Είναι μαγικό πώς μία μικρή αλλαγή μπορεί να σε βοηθήσει να σιδερώσεις τις τσακίσεις. Είναι μαγικό πώς αναλόγως με το πως θα με φωνάξουν νιώθω πιο ζεστά, πιο οικεία πιο, πιο, πιο. Είναι επίσης ενδιαφέρον πώς οι σημαντικότεροι των σημαντικών, με βάπτισαν ξανά και ξανά, όλοι διαφορετικά και πώς αυτοί που αισθάνθηκα πιο κοντά μου με φώναζαν με το πρώτο μου όνομα ακόμα κι αν δεν τους συστήθηκα ποτέ με αυτό. Κάποτε ένα αγόρι, βρήκε το πραγματικό μου όνομα, το κοίταξα, του έκλεισα το μάτι και έφυγα μακριά του.
 Παρακάτω.
 Σε άλλα νέα χθες δεν βρήκα μονάχα ένα! Βρήκα πολλά. Δεν καταλαβαίνω γιατί οι περισσότεροι δεν τα μαζεύουν. Δεν καταλαβαίνω γιατί τα πετάνε; Με κάμποσα τέτοια κατάφερα να κάνω κάποτε μία βόλτα στη γη.
 Παρακάτω.
 Τρέχω να προλάβω να μην αρχίσει η προβολή. Μία κοπέλα ερωτεύεται κάτι που θα μπορούσε να μοιάζει με κροκόδειλο. Το τσογλάνι, να δεις που θα πάρει όσκαρ. Όσκαρ με πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν πραγματικά 28 στις 1002201808. Όσκαρ με παραμύθια.
 Παρακάτω.



20180218

Τοστ πλουϊτ

 
Βρέθηκα πάλι στο μυστικό αγαπημένο μου γραφείο. Βρέθηκα ξανά στα στέκια τα παλιά. Σήμερα είναι Κυριακή, χθες ήταν Σάββατο κι αύριο θα είναι Δευτέρα. Η προηγούμενη πρόταση περιγράφει απόλυτα τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Η επόμενη πρόταση αναφέρεται στο τι συνέβη νωρίτερα σήμερα το πρωί: Ξύπνησα από βαθύ ύπνο κι άρχισα να τρέχω πανικόβλητη για να ξεράσω κάπου. Κάτι θα με πείραξε μάλλον. Ύστερα αφού άδειασα, κοιμήθηκα ξανά, ξύπνησα και άρχισα να τρώω μία πάστα. Καθώς έτρωγα την πάστα, ένιωσα μία αηδία, σαν να έφαγα κάτι πολύ άσχημο ή σαν να άλλαξε στιγμιαία η πάστα γεύση. Την έφτυσα! Λίγα λεπτά αργότερα ξεχάστηκα και η γεύση της πάστας ήταν πάλι ίδια, έφαγα μερικές κουταλιές και επέστρεψα την υπόλοιπη στο ψυγείο. Υποθέτω ότι αυτά είναι το κύκνειο άσμα του πάρτι των συμπτώσεων (επεισόδιο προπροηγούμενο). Έτσι, για να γελάσουμε λίγο ακόμα βρε αδερφέ.
 Δυστυχώς νιώθω ότι στο φανερομυστικό λιμάνι μου αυτόν τον καιρό, στο σεντουκάκι με τους θησαυρούς μου, στο αγαπημένο μου πλοκ, εκτελούνται υποχρεωτικές εργασίες, για τις οποίες έχω υπογράψει βεβαίως βεβαίως, αλλά μάλλον... Νιώθω εσάνς δημοσίου ότι πλημμύρισε το λιμανάκι. Εσάνς που ταξιδεύει από πασιέντζα και τεράστια διαλείμματα για καϊφε, σε κακής ποιότητας βραδινή σαπουνόπερα και καταλήγει στην εκκλησία την Κυριακή να προσπαθεί να σβήσει την «δίψα» με κόλλυβα τυχαίου μνημοσύνου.
_ Καλός άνθρωπος ο Γιώργος, θειός σχωρέστον. 
_ Μα Μαρία την έλεγαν!
Νιώθω ότι δεν μπορώ να γράψω κανένα παραμύθι. Τώρα. Βουτιά και μέσα στο νερό χωρίς ανάσα. Σσσσσ, αύριο θα είναι Δευτέρα και χθες ήταν Σάββατο. 
 Παρ'όλα αυτά καλοκάγαθή μου πάχνη, μου άφησες στα δάχτυλα έναν ρυθμό. Σαράντα κι έξι παλμούς το λεπτό οι όποιοι από φάλαγγα σε φάλαγγα με κατεύθυνση από το εγώ στον κόσμο αγγίζουν αισίως τους εκατόν ενενήντα τέσσερις και έναν. Ο ένας για να σπάει τον κανόνα. Ο ρυθμός αυτός σήμερα θα γυρίσει το κεφάλι του εσκεμμένα από την άλλη. Πλοτ τουίστ και φαινόμενο της πεταλούδας. Όχι τροφή για σκέψη, όχι. Τροφή για τσίκι, τσίκι, φτου. 


  •  Ο Γολιάθ γελάει με την σφεντόνα του Δαβίδ, κοκομπλόκο ο Δαβίδ, πετάει στην άκρη τη σφεντονίτσα. Ο Γολιάθ πλησιάζει τον Δαβίδ και αδέξιος σάματις είναι, πατάει την σφεντονίτσα και του την σπάει. 
  • Δούρειος Ίππος παρκαρισμένος έξω από την Τροία, «Έλληνες, Αθηνά χαριστήριον». Τρώες απορούν αν υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος στον πλανήτη που θα άνοιγε την πόρτα πεπεισμένος. Γελάνε. 
  • Νώε κάνει κουμάντο στο φόρτωμα. Δεινόσαυροι τρώνε πόρτα από την κιβωτό λόγω ντρες κόουντ. 
  • Νεύτωνας το τρώει στο κεφάλι, κλωτσάει νευριασμένος την μηλιά, κάθεται πάλι κάτω και συνεχίζει την προσπάθεια να καθαρίσει το κρεατάκι που σφήνωσε μεταξύ κυνόδοντα και πρώτου προγομφίου. 
  • Κολόμβος τρώει φτύσιμο από ζευγαράκι ιθαγενών που φασώνεται στην παραλία. Με τα χίλια ζόρια μετά από πρήξιμο φάση «γουέρ ιζ ακρόπολις;» και μπόλικη γλώσσα του σώματος του έδειξαν «όλο ευθεία». Κατάλαβε λάθος, γύρισε πίσω. 
  • Ναπολέων έβαλε τα κλάματα επειδή δεν ήταν αρκετά ψηλός για να μπει στο ρολερ κοστερ. Έκλαψε βουβά γυρνώντας διακριτικά το κεφάλι από την άλλη. Κανένας δεν το είδε αυτό ποτέ. 
  • Ιουλιέτα δεν γουστάρει καθόλου τον ηλίθιο που της χαλάει τον κισσό για να τις λέει πίπες κάθε βράδυ. Αν είχε κάτι, ευχαρίστως θα του το πέταγε από το μπαλκόνι κατ' ευθείαν στο δόξα πατρί.
  • Στο Χάμελιν δεν έχει ακουστεί ποτέ κανένα πνευστό. Απαγορεύονται. Ξεκάθαρα ήταν όλα ένα ψέμα. 
  • Ο Αλαντίν ανατρίχιαζε με τον ήχο που κάνει το ανθρώπινο νύχι πάνω στον μαυροπίνακα, το πιρούνι που πατινάρει σε ένα άδειο πορσελάνινο πιάτο, το πανάκι ενώ τρίβει το λυχνάρι. 
  • Ο βάτραχος είπε ψέματα στην χοντρή που τον φίλησε. Είχε βάλει στοίχημα με μερικούς φίλους. Ήταν κι αυτή λιγουλάκι απελπισμένη.
  • Αχ Χιονάτη, οι νάνοι έπαιρναν πάντα μάτι. Ο πρίγκιπας δεν ήρθε ποτέ. 
  • Ο Βάλτερ το έβαλε στα πόδια, σιγά μην κάτσει να κάνει μαλακίες ο Γουλιέλμος.
  • Ο Άγιος Βασίλης είναι αλκοολικός. Κάθε βράδυ πίνει πολύ. Όλα τα βραδιά.
Έχει κι άλλα η ιστορία, δεν αντέχω όμως σήμερα. Είναι εξαντλητικό να κρατάς το μονοκλ για να βλέπεις τις λεπτομέρειες, ιδίως όταν το άλλο μάτι παρτάρει με έκσταση. Χρειάζομαι εξάλλου και λίγο καφέ να ξυπνήσω. Άλλωστε αύριο είναι Δευτέρα και ξέρεις τώρα, οι Δευτέρες είναι Δευτέρες, είτε βρόμικες είτε καθαρές. Ευλόγησον.






20180214

1002201708:27

Θεωρία των πιθανοτήτων, Μέρφι και φίλοι (του Μέρφι) τα τελευταία εικοσιτετράωρα κάνουν πάρτι στον εγκέφαλο μου. Θα έλεγα πως χορεύουν τρανς και κάνουν κατάχρηση όλων των γνωστών και άγνωστων ναρκωτικών ουσιών. Χθες, μα τους χίλιους γαλάζιους ελέφαντες του προφήτη Σάου-Σάου, ούρλιαζαν τραγουδώντας καραόκε τα κωλόπαιδα. Γρια γειτόνισσα εγώ που είπε αντίο σε κάθε άνοιξή της, βάζω σε λούπα το ανοιξιάτικο βαλσάκι του Σοπέν, μπας και σταματήσω το πάρτι τους, να τους ξενερώσω! Πολλά ζωντανά ξέρεις, ξενερώνουν με Σοπέν. Δεν γουστάρουν. Ήρθε σήμερα μία γυναίκα και μου είπε να αλλάξω αμέσως αυτή τη μουσική που είναι για να κοιμηθείς.
Και περνάνε λοιπόν οι ώρες και τους το χαλάω λίγο και περνάνε οι ώρες και το πάρτι αρχίζει ξανά. Μέσα σε μία θάλασσα κόβω βόλτες πάνω κάτω μιλώντας μόνη όπως κάθε τρελός που σέβεται τον εαυτό του. Που να μιλήσω και τι να πω; Τα φωνάζω, αλλά ο καθένας ακούει μονάχα αυτά που θέλει να ακούσει. Δε θα μιλήσω σε κανέναν ξανά, γιατί κανείς δε θα καταλάβει. Μου αρκεί που κατάλαβες εσύ για μία στιγμή. Μετά τα βάζω πάλι κάτω και τίποτα δεν βγαίνει σωστό. Κύριοι, υπάρχει σφάλμα εδώ κι ας είναι χάλια η σχέση μου με τα μαθηματικά. Τα βάζω κάτω και τίποτα δε βγαίνει ούτε λάθος.
«Απίθανα» λέω και ξεφυσάω. Ύστερα, περνάει μία ισπανόφωνη στιγμή, μου χαμογελάει, μου κλείνει το μάτι, ξεχνιέμαι εγώ με το πανέμορφό της χρώμα και κρυφακούει η ζωή που σκέφτομαι «A ¡hola! πιθανά».
Μία είμαι σίγουρη πώς, δεν μπορεί, αυτό είναι χάρισμα! Μετά το ξανασκέφτομαι και αποφασίζω πως είναι κατάρα. Μετά γίνεται πάλι χάρισμα κι ύστερα πάλι μπελάς κι ύστερα φορτίο ασήκωτο κι ύστερα φτερά που με ταξιδεύουν κι ύστερα... 
Γύρω οχλαγωγούν, φλυαρούν, porte-parole. Ξέρουν την πανάκεια, ξέρουν τον έρωτα, ξέρουν τη ζωή, ξέρουν τους πλανήτες, ξέρουν, ξέρουν, ξέρουν, μα όλα πια τα ξέρουν. Παπάρια, τα βρήκαν έτοιμα και τα κλέψαν και ντυθήκαν βασιλιάδες. Ξέχασαν όμως να ράβουν. Ξέχασαν να ζωγραφίζουν το φεγγάρι, να τραγουδάνε δυνατά και να εξερευνούν. Χάθηκαν αυτά ανάμεσα στα «ξέρω». Ξέχασαν να κάθονται χάμω στη γη, να σιωπούν, να λερώνουν τα χέρια τους και τις καρδιές τους. Χάθηκαν κι αυτά ανάμεσα στην ανάγκη για αποδείξεις. Χάθηκαν τα γέλια, τα δάκρυα και οι γεύσεις. Χάθηκαν και οι αισθήσεις και σκόρπισε ο θάνατος.
Θα προσπαθήσω σιωπηλά να συνεχίσω να ράβω, να είμαι άνθρωπος ρακένδυτος μα πλούσιος από κλωστές, περιπατητής. Να σπέρνω και να θερίζω. Φεγγάρια να ζωγραφίζω με χοντρούς παιδιάστικους μαρκαδόρους, να τραγουδώ και να λερώνομαι. Μου αρέσει να λερώνομαι. Να γελάω, να κλαίω, να νιώθω και να γεύομαι. Θα προσπαθήσω στο υπόσχομαι. Και έτσι πάντα θα λάμπω για να μπορείς να με βρεις όποτε θες να περπατάμε παρέα παράλληλα.
Τώρα το πάρτι αρχίζει και σταματά θαρρώ. Θα ξέρω σίγουρα τον επόμενο καιρό. Μα πόσο με αναστάτωσε αυτό το πάρτι. Ελπίζω να σωπάσει, ειδάλλως θα φάω πέντε σφαλιάρες και πέντε όσκαρ. 'Η νόμπελ, από εμένα εξαρτάται αυτό κι από τον Νοέμβρη.
Μα τι απίθανη που είναι η ζωή... Πώς σε ακούει τις πιο μυστικές στιγμές κι αποφασίζει να παίξει το πιο τρελό σενάριο. Αποφασίζει αυτοβούλως δίχως να το συζητήσει πρώτα.
_ Κάτσε λίγο να τα πούμε βρε Ζωή. 
_ Όχι χέστηκα, έχεις χάρισμα, λέει και θα αρχίζει να χορεύει η παλαβή.
_ Όχι κατάρα Ζωή 
Πρόσεχε σε παρακαλώ, μην ξεχάσεις να ράβεις, σου έχω αφήσει κλωστές. Ντύσου με τα όμορφα κουρέλια σου και σπάσε τους καθρέφτες, πριν μου παγώσεις. Είναι παγίδα ο αντικατοπτρισμός και σε θολώνει, θα σε δείχνει βασιλιά μα θα φοράς τα κουρέλια σου κι αν δεν περπατάς η καρδιά σου θα κρυώσει. Πρόσεχε σε παρακαλώ μην ξεχάσεις να ράβεις, μην ξεχάσεις να περπατάς. 



20180204

Cloudy foggy moon

_ Χορεύεις;

Πλησίασαν έλυσε το σώμα της και αυτός την κράτησε πάνω του. Είχε τόση ησυχία που άκουγες τις ανάσες τους, τα απαλά τους βήματα... κι όμως νοερά η μουσική ήταν τόσο δυνατή που θα μπορούσε να κάνει ακόμα και τον πιο σκληρό άνθρωπο του κόσμου να ανατριχιάσει.
 Ένιωσε πώς δεν την κρατούσε άνθρωπος, ένιωθε πώς την είχαν αγκαλιάσει τα χέρια του θεού που για λίγα λεπτά για χάρη της άφησε έναν ολάκερο κόσμο στην τύχη του.
Τα χέρια του την έσφιγγαν και την χάιδευαν ταυτόχρονα. Τόσο δυνατά, τόσο αισθαντικά. Σαν να βουτάς για κοχύλια το καλοκαίρι, να σου τελειώνει το οξυγόνο κι εσύ να κοιτάς με πείσμα το κοχύλι σου χωρίς να σε νοιάζει η ανάσα που σου κλείνει το μάτι στην λυτρωτική επιφάνεια. Την άγγιζε όπως το κοχύλι που έπιασες χωρίς αέρα στα πνευμόνια σου σχεδόν νεκρός και όσο ποτέ άλλοτε ζωντανός. Σαν εκείνο το ανέμελο καλοκαίρι. Σαν σόλο μέσα σε μία συναυλία κατάμεστη που όλοι σώπασαν ευλαβικά για να ξεδιψάσουν. Σαν τα παιδιά που τους φωνάζει η μάνα ότι το παιγνίδι τελείωσε κι εκείνα συνεχίζουν με μανία να αρπάζουν τις στιγμές όσο προλάβουν πριν έρθει να τα μαζέψει με το ζόρι αλαφιασμένη. Σαν ένα βάζο με σοκολάτα που κάποτε καθάρισες με την γλώσσα, με τα δάχτυλά, με την ψυχή σου.

Όλα θα τελειώσουν μόλις τελειώσει το κομμάτι και ταυτόχρονα τίποτα δε θα τελειώσει ποτέ. Όλα έχουν ήδη αρχίσει και τίποτα δεν άρχισε ποτέ.



Εκείνη τα ξέχασε όλα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από την σιωπηλή μουσική και τη στιγμή. Δεν ταξίδευε πουθενά. Ήταν εκεί μαζί του. Δε χρειαζόταν να σκαρώσει κανένα παραμύθι, με κάθε τους ανάσα και βήμα έγραφαν μαζί ένα από τα πιο σπουδαία μυστικά παραμύθια του κόσμου. Τα χέρια της τύλιγαν και χάιδευαν το λαιμό του, φωνάζοντας όλα όσα θα έπρεπε το κεφάλι της να ξέρει και να είχε παραδεχτεί. Κι ύστερα επειδή ποτέ δε θα ήταν αρκετό μα και ποτέ δε θα ήταν λίγο αυτό το παραμύθι, του ψιθύρισε πώς το κομμάτι τελειώνει.
Εκείνη είναι η στιγμή που πέφτει το φιλί, πέφτει κι η αυλαία. Όμως αυτή η σκηνή δεν είχε φιλί. Την τράβηξε πάνω του ακόμα πιο πολύ, τον έσφιξε πάνω της ακόμα πιο δυνατά. Ό,τι ένιωθε  εκείνη ένιωθε κι αυτός. Ό,τι ένιωθε αυτός, ένιωθε κι εκείνη. Ό,τι ένιωθαν, χρωμάτισε το σύμπαν.
Το κομμάτι τελείωσε και λύθηκαν.
Γύρισε το κεφάλι της και είδε το φεγγάρι που ξεπρόβαλε θολό πίσω από ένα τεράστιο σύννεφο.

_Δες το φεγγάρι!














Άνοιξε τα μάτια απότομα, άπλωσε το χέρι της κι άρχισε να ψαχουλεύει να βρει τα γυαλιά οράσεως με τον χοντρό μαύρο σκελετό στο κομοδίνο. Τα φόρεσε και είδε δίπλα της το γλυκό του κουταλιού που την χάζευε. Της χαμογέλασε και της είπε απαλά

_Καλημέρα Έλλη

20180117

Are you in the mood for love?

 Ο Ρόλι Τόμι Τζόουνς κατάπιε την τελευταία γουλιά μπέρμπον. Γέρνοντας το σώμα του κοντά στην μπάρα, ακούμπησε τους αγκώνες του και στήριξε με το αριστερό του χέρι το κεφάλι του. Έφερε ύστερα τις παλάμες του κοντά στο πρόσωπό του και κρύφτηκε για λίγο εκεί. Πήρε μία βαθιά ανάσα κι εκπνέοντας αργά, κατέβασε τα χέρια κι άρχισε να παρατηρεί τον τρόπο που ο καπνός χάιδευε τη λάμπα.
 Ήταν ένας αργός ερωτικός χορός. Τη χάιδευε ολόγυρα χωρίς να επηρεάζει το πολύ χαμηλό, θερμό της φως. Κοντά της γινόταν ορατός, χωρίς να χάνει το ντελικάτο σώμα του. Το φως της λάμπας και ο καπνός υπήρχαν μονάχα γι'αυτούς που στάθηκαν να τα δουν κι αυτοί που στάθηκαν να τα δουν, κάποτε υπήρχαν για λίγο.
 Η φωτεινή καρδιά της λάμπας ήταν τόσο βαριά που ήταν καταραμένη να στέκει ακίνητη. Αν δοκίμαζε να κάνει κάποια κίνηση στα βήματα του καπνού θα έσπαγε σε χίλια κομμάτια. Δε θα μπορούσε πια να εκπέμπει φως, μα για λίγες στιγμές όσο το σώμα της θα ήταν ακόμα ζεστό θα μπορούσε ο καπνός να αγγίξει την καρδιά της και να το νιώσει. Η σκέψη αυτή τη διαπέρασε και θαρρείς το φως της τρεμόπαιξε για μία χαμένη στο χρόνο στιγμή.
 Ο καπνός θα διαλυόταν αν έκανε κάποιο κακό στη λάμπα. Προσπαθούσε όμως να καταλάβει τα πάντα γι'αυτή κι αυτή του η επιθυμία τον μαγνήτιζε κοντά της. Την αγγίζε με κάθε ευκαιρία. Όταν την πλησίαζε μπορούσε να δει καθαρά μέσα της. Ήταν τόσο δυνατή η έλξη...

 Το φως στον χώρο ήταν αμυδρό, ήταν μονάχα αυτή η λάμπα. Η μουσική από την άλλη ήταν δυνατή και έκανε τους χτύπους της καρδιάς του Τζόουνς να φαίνονται καθαρά στο λαιμό του. Έσφιξε τις γροθιές του και ένιωσε τα χέρια του ιδρωμένα. Το κομμάτι που έπαιζε τον έκανε να ανατριχιάσει. 
 Κοιτώντας το άδειο ποτήρι ένιωσε ότι χρειαζόταν κι άλλο χρόνο. Ένα νεύμα με τα μάτια του στον άνδρα πίσω από την μπάρα ήταν αρκετό για να ξαναγεμίσει. Ακούμπησε τα χείλη του απαλά στο γυαλί και μία μεγάλη γουλιά έκαψε  όλο του το σώμα. Άφησε το ποτό απότομα κάτω.

 Λίγες στιγμές αργότερα προτού το κομμάτι τελειώσει ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι.



  

20180109

είμαι κακό κορίτσι

 Μου αρέσει πολύ το μασώμενο κόμμι θα έλεγα, αλλά, κάποια στιγμή ξαφνικά με κουράζει και θέλω να το φτύσω. Γενικά δεν το φτύνω ασυνείδητα όπου να'ναι για να το ξεφορτωθώ. Περιμένω να βρω έναν κάδο, ή το τυλίγω σε ένα κομμάτι χαρτί προτού το παρατήσω σε κάποιο τασάκι, ή αρκετές φορές το τυλίγω σε ένα κομματάκι χαρτί και το τοποθετώ σε κάποια τσέπη μου μέχρι να βρω τον κάδο. Στην τελευταία περίπτωση το ξεχνάω συχνά κι ύστερα από μέρες εκπλήσσομαι με το τι απίθανα πράγματα μπορώ να βρω στις τσέπες μου.
 Κάποιες φορές όμως, τ' ομολογώ, είμαι συνειδητά ασυνείδητο ον. Η επιθυμία να ξεφορτωθώ άμεσα το μασώμενο κόμμι από το στόμα μου, με οδηγεί σε πολύ κακές αποφάσεις και πράξεις. 
 Μία φορά, το εκσφενδόνισα από το όχημα μου στο τρόλει μπροστά και ίσως βρίσκεται ακόμα ανάμεσα στις κεραίες του. Αρκετές φορές, είμαι τόσο άσχημος χαρακτήρας που ενώ οδηγώ, σημαδεύω να μπει μέσα στον κάδο, αυτό εν τέλει δεν μπαίνει κι εγώ δεν σταματάω να γυρίσω πίσω, να το αναζητήσω και να το τοποθετήσω εκεί που πρέπει. Όμως η κατηφόρα δεν σταματάει εδώ.  Υπάρχει μία τελευταία περίπτωση που με μαγνητίζει η ανορθόδοξη απόρριψή του και επιδίδομαι ευκαιρίας δοθείσης συχνά σε αυτό το ατόπημα.
 Έχω γεμίσει τον πάτο του ανελκυστήρα μου με τσίκλες. Από παιδάκι εισέπραττα μία κάποια ικανοποίηση όταν έβλεπα να χάνεται στο φρεάτιο. Η ικανοποίηση δε, ήταν διπλή αν τα κατάφερνα δίχως να ακουμπήσει κάπου κατά την πτώση. 
 Απολογισμός: είμαι ένα κάθαρμα. 

Υ.Γ. Γνωρίζω άτομο που κατούραγε στο φρεάτιο του ανελκυστήρα του.
Υ.Υ.Γ. Γεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω και ονειρεύομαι. Γεύομαι, μαγεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω. Γεύομαι, ξυπνάω, ονειρεύομαι, μαγεύομαι. Γεύομαι, ξυπνάω, μαγεύομαι, ονειρεύομαι. Γεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω, μαγεύομαι. Γεύομαι, ονειρεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω. Μαγεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω και ονειρεύομαι. Μαγεύομαι, γεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω. Μαγεύομαι, ονειρεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω. Μαγεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω, γεύομαι. Μαγεύομαι, ξυπνάω, γεύομαι, ονειρεύομαι. Μαγεύομαι, ξυπνάω, ονειρεύομαι, γεύομαι. Ξυπνάω, γεύομαι, ονειρεύομαι και μαγεύομαι. Ξυπνάω, γεύομαι, μαγεύομαι, ονειρεύομαι. Ξυπνάω, ονειρεύομαι, γεύομαι, μαγεύομαι. Ξυπνάω, ονειρεύομαι, μαγεύομαι, γεύομαι. Ξυπνάω, μαγεύομαι, γεύομαι, ονειρεύομαι. Ξυπνάω, μαγεύομαι, ονειρεύομαι, γεύομαι. Ονειρεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω και μαγεύομαι. Ονειρεύομαι, γεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω. Ονειρεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω και γεύομαι. Ονειρεύομαι, μαγεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω. Ονειρεύομαι, ξυπνάω, μαγεύομαι, γεύομαι. Ονειρεύομαι, ξυπνάω, γεύομαι, μαγεύομαι.
Ποιο;





20171212

carburetter

Κι έτσι μαλακά μπήκε ακόμα ένα δώδεκα στη ζωή μου. Άρχισε να κάνει λίγο παραπάνω κρύο και λίγη παραπάνω τζαζ. Όλα είναι περίπου σαν κρασί με γεμάτο σώμα, μαλακό.

Ωστόσο η Έλλη έπεσε.

Η ιστορία της Έλλης ξεκινάει κάπου στα βάθη της ανατολής όταν μία κινέζικη κίτρινη καταιγίδα της άλλαξε απροσδόκητα το παραμύθι. Ήταν περίπου μεσημέρι και έπλεε στα βαθιά. Τότε δεν είχε κρύο, ούτε τζαζ. Μονάχα πλεύση. Μέσα στη βάρκα που έπλεε μονάχη, περνούσε αρκετές ώρες τρέχοντας επί τόπου κι ακούγοντας Σοπέν. Μόνο Σοπέν.
Εκείνη την Τρίτη και ενώ έπλεε, η κινέζικη κίτρινη καταιγίδα προειδοποίησε με το βαθύ της μουγκρητό. Όπως ήταν λογικό, ο Σοπέν στα αυτιά της Έλλης δεν την άφησε να ακούσει τα προειδοποιητικά σημάδια.
Λίγες στιγμές αργότερα η Έλλη βρισκόταν μέσα στη γκρίζα θάλασσα.
Κακή βάρκα ή κακή η καπετάνισσα έχει άραγε καμία σημασία;
Σχεδόν αναίσθητη όπως πάντα, το κύμα την ξέβρασε στο νησί 91217.
Όταν ξύπνησε απέναντι της καθόταν ένα τεράστιο βάζο με γλυκό του κουταλιού και την κοιτούσε ευτυχισμένο.
Η Έλλη άρχισε να κλαίει κι έπειτα σταμάτησε. Ύστερα άρχισε να κλαίει ξανά κι έπειτα σταμάτησε πάλι. Αυτό το έκανε πολλές φορές μέχρι που το γλυκό του κουταλιού τη διέκοψε για να τη ρωτήσει ευγενικά αν είχε μαζί της κουτάλι να της χαρίσει λίγο από τον εαυτό του. Μεταξύ μας ήθελε και λίγο να ξαλαφρώσει, αλλά είχε πολύ γλυκιά καρδιά αυτό το γλυκό του κουταλιού, οπότε σίγουρα ήθελε να την κάνει χαρούμενη.
Η Έλλη έχασε το κουτάλι της μαζί με την βάρκα. Το γλυκό στενοχωρήθηκε γιατί περίμενε πολύ καιρό κάποιον με έναν κουτάλι. Η Έλλη έβαλε πάλι τα κλάματα.
Η ζωή της Έλλης ήταν πολύ παράξενη. Είχε κάνει πολλές βόλτες τη γη. Είχε γνωρίσει πολύ παράξενα πλάσματα. Κάθε της μέρα ήταν σαν ταινία κι όσες δεν ήταν, τις έκανε η Έλλη να είναι. Είχε πολλές ιστορίες να σου πει, αλλά έπρεπε να νιώσει ότι θες να τις ακούσεις πρώτα. Αλλιώς η Έλλη δε μιλούσε. Παρατηρούσε κι έπινε μέντα.
Αυτή την εποχή κανείς δεν ήθελε να ακούσει, έτσι μία μέρα που η Έλλη καθόταν δίπλα σε έναν φάρο και χάζευε μία τη θάλασσα, μία το κόκκινο φως του φάρου και μία το φεγγάρι πίνοντας μέντα, αποφάσισε να φύγει. Πήρε μία βάρκα και ταξίδευε στη θάλασσά της. Δεν ήξερε που πήγαινε. Ίσως ποτέ δεν ήξερε, αλλά πιθανότατα εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να βρεθεί σε κάποιο ξένο, παράξενο νησί.
Κοιτάζοντας λίγο καλύτερα το γλυκό και το έντονο πορτοκαλί του χρώμα της θύμισε κάτι.

_ Πώς σε λένε;
_ Είμαι το γλυκό του κουταλιού Μ. Εσένα;
_ Έλλη
_ Θα μου πεις μία ιστορία;

Η Έλλη σηκώθηκε, τακτοποίησε τα ανακατεμένα της μαλλιά, πέταξε μακριά τα μαύρα της γυαλιά, τέντωσε ψηλά τα χέρια της και με ένα χαριτωμένο αλματάκι έπεσε μέσα στο βάζο με το γλυκό του κουταλιού.
Δεν μπόρεσε να θυμηθεί τι ήταν αυτό το πορτοκαλί χρώμα.
Τέλος.

Υ.Γ. Έκαναν κι ένα παιδί και το είπαν Μέλι.





20171130

ΡΟΖ 6000

«Παρακαλείται ο κάτοχος του οχήματος με αριθμό πινακίδων ΡΟΖ 6000 να το μετακινήσει ΤΩΡΑ»

     

Ο Κροκόδειλος φώναξε δυνατά κι ίσως δεν έπρεπε διότι, το όχημα με αριθμό πινακίδων ΡΟΖ 6000, δεν εμπόδιζε πραγματικά. Έξω είχε τρομερό αέρα κι αυτό θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τον αναστάτωνε. Τον τελευταίο καιρό έριχνε και αρκετά μεγάλες δόσεις καφεΐνης στον οργανισμό του, ίσως να έφταιγε κι αυτό. Ίσως βέβαια το αέρινο πέρασμα της δεσποινίδος με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό, να ήταν αυτό που ευθυνόταν πραγματικά.

Τη μέρα που ο Κρόκος γεννήθηκε, ο ήλιος τον έλουσε χαρίζοντάς του ένα παράξενο κροκί χρώμα. Πέντε μέρες αργότερα, όταν ήταν πια δέκα χρονών ο Κρόκος από μία ασήμαντη πράξη, έγινε εκτός από Κρόκος και δειλός. Έτσι στη μέση περίπου της ζωής του, άλλαξε το όνομά του. Δηλαδή εκείνος δεν ήθελε πολύ ν'αλλάξει το όνομά του, αλλά εκείνη η ασήμαντη πράξη σε μία στιγμή είχε αποφασίσει τη μοίρα του και ο Κροκόδειλος πίστεψε σε αυτά που άκουγε, στη μοίρα και έγινε ό,τι του είπαν πώς είναι. Δηλαδή όχι αυτοί, αλλά μία ασήμαντη στιγμή.

Η δεσποινίς με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό, έπιασε πρόσφατα δουλειά εκεί και παρ΄όλο που το βάδισμά της ήταν πάντα αέρινο και το πρόσωπό της έταζε ό,τι ο ήλιος τάζει στην άνοιξη, μέσα της ήταν πιο αναστατωμένη για κάποιους λόγους από το δυνατό «ΤΩΡΑ» του κύριου Κροκόδειλου στο μεγάφωνο.

Εκείνη την μέρα ο αέρας γινόταν πιο μεγάλος και πιο άγριος καθώς οι ώρες περνούσαν.

Η δεσποινίς με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό πέρασε ξανά μπροστά από τον Κροκόδειλο φορτωμένη με ένα σωρό χαρτιά.

Ο αέρας φύσηξε δυνατά και σκόρπισε όλα τα χαρτιά στον αέρα. Τα χαρτιά δεν έπεσαν στο πάτωμα όπως φαντάζεσαι ότι θα έπεφταν «κανονικά». Ο χρόνος απλώθηκε και τα χαρτιά άρχισαν να πέφτουν τόσο αργά που θαρρείς πως κάποιος πάτησε η κασέτα να παίξει τριάντα και δύο ταχύτητες πιο αργά. Ο αέρας όπως ήταν λογικό έπαψε και το μόνο που υπήρχε στον χώρο ήταν τα χαρτιά που έμοιαζαν με πατημένες από μπουλντόζα τεράστιες νιφάδες, εκείνη, αυτός κι ένα σωρό νεράντζια που χάρισαν το άρωμά τους στη σημαντική εκείνη στιγμή.

Ο Κροκόδειλος πλησίασε κοντά της και για δεύτερη φορά στη ζωή του, τον έλουσε ο ήλιος. Εκείνη χωρίς να είναι καθόλου αναστατωμένη έκανε ένα βήμα κοντά του. Είχαν ανατριχιάσει και οι δύο. Η συνέχεια είναι τόσο μαγική και απλή και πορτοκαλί και μοσχομυρωδάτη όσο μπορείς να φανταστείς κι άλλο λίγο ακόμα! Δεν ξέρω αλήθεια αν είχες δει πιο όμορφο φιλί από αυτό σε όλη σου τη ζωή. Ίσως να ήταν περίπου ίδιο με τη φορά που είχες ακουμπήσει τα χείλη σου και έπαιζες με μία ροζ αφράτη σαντιγί κι όλα ήταν τόσο απλά και γλυκά και απαλά. Αλλά τι λέω... σίγουρα δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τίποτα, γιατί σίγουρα δεν έχεις δει πιο όμορφο φιλί!

Ο Κροκόδειλος δεν ήταν πια καθόλου δειλός.

Λίγες στιγμές αργότερα ο Κροκόδειλος πέθανε.

Η δεσποινίς με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό, έφυγε λίγες στιγμές  αργότερα και κανένας δεν άκουσε ξανά κάτι για αυτή.

Αυτή η σημαντική στιγμή όμως, είχε αλλάξει τα πάντα.



20171128

Η θεωρία της Έσθερ

Κάποτε γνώρισα κάτι ελάφια. Τα ελάφια αυτά δεν τα είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Ζούσαν στη χώρα της περίπου συννεφιάς και του σίγουρα πολύ κρύου! Μιλούσαν τη σιωπηλή ακατανόητη διάλεκτο δέλτα και τρεφόντουσαν με καρότα, στάλες στιγμιαίας αγάπης και με τον θαυμασμό από τα πλάσματα διαφορετικής από αυτά μορφολογίας. Ή περίπου διαφορετικής.
Τα μεσημέρια τα ελάφια έτρεχαν κι έπαιζαν αμέριμνα. Όταν εμφανιζόταν κάποιο καρότο στην περιοχή, γίνονταν φίλοι σου. Δε φοβόντουσαν, αλλά πλησίαζαν και έτρωγαν από τα χέρια σου. Μόλις όμως τα καρότα τελείωναν, τα ελάφια έτρεχαν και πάλι αμέριμνα μακριά σου.
Τα βράδια τα ελάφια φορούσαν λευκές μάσκες και θα σας φανεί παλαβό, αλλά γέμιζαν τα σώματά τους με ασημόσκονη και ανάλογα με το πόσο μεγάλο ή μικρό ήταν το φεγγάρι, τα ελάφια αμέριμνα χόρευαν κοντά στον ουρανό, ή κοντά στη λίμνη τους.
Όταν δηλαδή το φεγγάρι έλεγε ψέματα πως γεμίζει ή έλεγε ψέματα πώς αδειάζει, τα ελάφια ανέβαιναν ψηλά σα να προσπαθούσαν να το φτάσουν, να του φυσήξουν προτού πεθάνει λίγη από τη στιγμιαία αγάπη και θαυμασμό που σου έκλεψαν ή τους χάρισες και να το γεμίσουν ξανά.
Όταν πάλι το φεγγάρι ήταν γεμάτο και έλουζε τον τόπο τους με αυτό το συννεφί ασημένιο χρώμα, τότε αμέριμνα χόρευαν γύρω από την λίμνη που αντανακλούσε μεγάλης ποσότητας στιγμιαία αγάπη και θαυμασμό από το φεγγάρι.
Έτσι περνούσε ο καιρός για τα ελάφια.
Τη μέρα που τα γνώρισα, ανάμεσα στα άλλα, συζητήσαμε με κάποια, σχετικά με τη θεωρία της Έσθερ. Η θεωρία αυτή λέει περίπου, πως τα σημαντικά κρύβονται, κοιμούνται και ξυπνάνε στις αισθήσεις. Στις αισθήσεις μου και στις αισθήσεις σου. Κάποια από αυτά άκουγαν σα μαγεμένα, θαρρείς κι είχαν καταλάβει το μυστικό που έκρυβα.
Κάμποσες μέρες αργότερα καθώς έφευγα για κάποια άλλη χώρα και χάζευα αμέριμνα μέσα από το τρένο το απέραντο μουντό γκριζοπράσινο γρασίδι, είδα ξαφνικά ότι ένα από τα ελάφια έτρεχε να με προλάβει, μα ήταν πολύ αργά για να με φτάσει. Το άκουσα που φώναξε γεμάτο λύπη κι αγωνία «και το φεγγάρι πώς θα ζήσει;».
Το ελάφι τα είχε καταλάβει όλα.
Με όλη μου τη δύναμη του φώναξα το μυστικό κι η απόσταση μεταξύ μας άνοιξε κι άλλο κι ύστερα χάθηκε από τα μάτια μου.
Συχνά αναρωτιέμαι αν το ελάφι άκουσε.
Το φεγγάρι βέβαια ακόμα λέει ψέματα πώς γεμίζει και ψέματα πώς αδειάζει. Πεθαίνει για λίγο, αλλά γεμίζει ολόκληρο ξανά και ξανά. Αυτό βέβαια θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, οπότε ελπίζω ότι το ελάφι άκουσε.
Σίγουρα όμως τα είχε καταλάβει όλα.



20171017

Γκρι

 Ο ΑΡΜ, ο σούπερ ήρωας, είδα ότι θα κάνει μία σειρά από εμφανίσεις. Αυτό μόλις άνοιξα τα μάτια μου με έκανε να αισθανθώ μεγάλη χαρά για εκείνον. Ύστερα βρήκα ένα μέρος που σερβίρουν τον καφέ σε χωνάκι παγωτού που μέσα έχει σοκολάτα. Και πιο ύστερα, έστειλα ένα «Γεια» σε ένα νούμερο μεγαλύτερο από εμένα και σε ένα νούμερο μικρότερο από εμένα κι ύστερα στο ίδιο νούμερο με εμένα, αλλά άλλων εταιριών. Και μιας που το αναφέραμε Μαρί, θα πάμε κάτω κάτω κάτω ή θα κάνουμε τον κόσμο πράσινο όλο; 
Περίεργα πράγματα, ίσως επειδή έχει καιρό να βρέξει...



20170328

Σπράιτ

Την Παρασκευή που πέρασε δεν είχε τελικά μπίνγκο! Η φάση "πέστροφα" δεν πήγε και τόσο καλά, βέβαια το καλό το πράμα αργεί να γυρίσει. Σοβαρές σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου να αρχίσω το λανσάρισμα της φάσης "σπράιτ". Εντάξει. Έτσι θα γίνει!


Η σωστή προφορά είναι μανιπουλάρω και όχι μανιπιουλάρω. Η θεωρία της αυτοεκπληρούμενης προφητείας γαβγίζει έξω στην πόρτα και ο Πυγμαλίωνας με το γκομενέτο κοιτάζουν τον Πινόκιο κι αναρωτιούνται αν είναι δικό τους παιδί!
Σε φρέσκα νέα, η ταινία που βασανιστικά έψαχνα τόσα χρόνια σήμερα βρέθηκε. Υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μου ένα παιδάκι να δίνει μία παράσταση με μαγικά κόλπα και να εξαφανίζει τον αδερφό του. Σκληρό σεχ και ταχυδρομείο ή αστυνομικό τμήμα και μία πρασινίλα! Ένας νεαρός μου είπε Tommyknockers και όλα τακτοποιήθηκαν. Υο.


20170217

Η μαρκαδόροι της μοίρας

Κάποτε στο βαθύ παρελθόν είχα στην τάξη μου, σε ένα από τα σχολεία μου ένα κορίτσι! Την έλεγαν Fortune, αυτό το θυμάμαι σίγουρα.
Θυμάμαι ότι κατά λάθος κάποια μέρα μία πόρτα μας έμπλεξε. Έκανε στην Fortune ένα καρούμπαλο στο κεφάλι και εμένα μου μαύρισε ένα μάτι! Άτιμες πόρτες. Βαθιά πίσω στην πρώτη δημοτικού, μεγάλη αλητεία, είχα ένα μαυρισμένο μάτι για κάμποσες μέρες!
Ωστόσο, το σημαντικό δεν είναι το μάτι.
Μία κάποια μέρα η Fortune μου χάρισε μία από τις πιο όμορφες- χρήσιμες γνώσεις. Κάπου σε κοντινό θρανίο, μπορεί και δίπλα μου, είναι όλα λίγο θολά, είχε απλώσει τους μαρκαδόρους της και ζωγράφιζε! Πολλοί, πολλοί μαρκαδόροι. Μου είπε ότι ο μπαμπάς της είναι κάτι σαν μάγος για μαρκαδόρους. Πως όταν κάποιος χάλαγε, ή δε ζωγράφιζε άλλο πια, ο μπαμπάς της μπορούσε να τον φτιάξει.
Από τότε άλλαξε (για άλλη μία φορά) η ζωή μου! Αυτή η πληροφορία έγινε από τις βασικές για την επιβίωση μου! Η εικόνα του μπαμπά της Fortune στο μυαλό μου ζωγραφίστηκε παραμυθένια σαν κάποιος μυστικός σούπερ ήρωας και η συμμαθήτρια μου με τους μαγικούς μαρκαδόρους, έμεινε ανεξίτηλη.
Σήμερα χρησιμοποίησα άλλη μία φορά το μαγικό κόλπο του μπαμπά της για να φτιάξω κάποιον κόκκινο και αποφάσισα πως έπρεπε να καταγράψω αυτή την ιστορία για να μη χαθεί ποτέ ποτέ.
Τώρα ξέρεις και εσύ! Τώρα μπορείς να επιβιώσεις και εσύ. Θες μερικούς μαρκαδόρους και λίγη "τύχη" να σου πει για το οινόπνευμα κι έτσι θα μπορέσεις να ζωγραφίζεις τα παραμύθια σου.




20170109

I may never see you again

Όχι ακόμα... Δηλαδή σχεδόν ναι, αλλά ξερνάει από μέσα μου ένα γιγαντιαίο όχι. Κάτι δεν είναι σωστό ή το μυαλό μου δεν είναι σωστό. Σίγουρα το τελευταίο. Θέλω τα σκαλάκια, θάλασσα μου. Κι άφησε με να σου πω...

20161011

Τσάι

Στα γραφεία του μπλογκ σήμερα κάτι μοιάζει με γιορτή! Φτιάξαμε κρύο τσάι που η ιστορία του ξεκίνησε από νερό σε θερμοκρασία δωματίου. Οι κούπες μας μοσχοβολάν μήλο και κανέλα και είναι πρόστυχα ιδρωμένες ενώ κατά τα άλλα μοιάζουν τόσο χειμωνιάτικες. Κι είναι τόσο σπουδαίο για εμάς γιατί γοργά αυτό το επιτυχημένο πείραμα μας οδηγεί στο να παγώσουμε earl grey που ξεκινάει από νερό βρύσης κι όχι από τους 100.
Είναι μία τρέλα η σημερινή μέρα κύριες και κύριοι γιατί όχι μόνο είναι γιορτινή, βρέχει ο συννεφιασμένος ουρανός. ΧΕΛ ΓΕΑ. Για χάρη αυτής της τρέλας, ήρθε η ώρα να βάλουμε κάποια πράγματα σχετικά με τη σχέση μας με το τσάι σε σειρά.
Από μας, για εσάς με αγάπη.
Ξεκινήσαμε το φλερτ με το τσάι γιατί ερωτευτήκαμε την ιεροτελεστία της προετοιμασίας. Όλα αρκετά συγκεκριμένα και αγνά. Διεισδύσαμε βαθύτερα, όταν είδαμε τις επιλογές. Μαγευτήκαμε από τα βότανα και τα φρούτα που έμπλεξαν τις ζωές τους με το τσάι.
Η πρώτη επαφή με το earl grey ήταν από την ταινία Mary and Max.


Μας έκανε να αναζητήσουμε αυτό το τσάι με το μεγαλοπρεπές όνομα και να βάλουμε επιτέλους μία ταμπέλα σ'αυτή την από χρόνια συναρπαστική γεύση που δεν την είχαμε ως τότε τακτοποιήσει. Ύστερα ήρθε το χύμα κι ένα μακρινό ταξίδι βόρεια στην Ευρώπη που μας άφησε ποικιλίες, φίλτρα κι αναμνήσεις. Έκτοτε οι χειμώνες απέκτησαν μία έξτρα τσαχπινιά. Χωθήκαμε σε καναπέδες, μέρες κρύες, βροχερές και κρατώντας κούπες ανάλογα με τη διάθεση απολαμβάναμε τα πεταμένα μας λεφτά στ' αμέτρητα φακελάκια κάθε λογής και στο πάντα άναρχο χύμα. Βρήκαμε έπειτα και μαγαζιά που μας τραβούσαν ακόμα πιο βαθιά. Μόνο με τσάι. Τακτοποιήσαμε τα μαγαζιά στον κατάλογο των επιλογών μας, ανάλογα μα το τσάι που προσφέρουν. Γνωρίσαμε τον "μυρωμένο θάμνο" που με μέλι θα είναι πάντα λίγο πιο ωραίος. Γευτήκαμε τον ίσως υπερτιμημένο "μικρό πρίγκιπα", την όλα καλά "κόκκινη πλατεία" και κάμποσα άλλα εντυπωσιακά που δυσκολεύομαι ν'ανακαλέσω τώρα.
Κάποιος κύριος παππούς, μία μέρα μας χάρισε το μεγάλο μυστικό κι ήταν ίσως εκείνη η μέρα που εκτίμησα το πιοτό δίχως την παρουσία ζάχαρης, μελιού ή όποιας άλλης γλυκαντικής ουσίας. Ήταν η μέρα που σε μία ζεστή κούπα νερό, πέταξε μέσα κάποια λίγα μικρά μπαλάκια. Μας εξήγησε ότι αυτό είναι το μπουμπούκι από το τσάι. Δε θυμάμαι παραπάνω, περιμένω απάντησή του για να τακτοποιήσω λοιπές λεπτομέρειες.
Μετά ήρθε η μέντα. Τι δυνατή γεύση! Κι αυτή στρέιτ, τη συμπάθησα πολύ.
Κάποια ινδικά μυστικά αργότερα και το τσάι μου άρχισε να νοθεύει γάλα που, αλήθεια δυσκολεύτηκα να το αποχωριστώ.
Κι ύστερα εκείνη η μέρα πάνω από τον Ατλαντικό. Ένα ποτήρι που από σπόντα ήρθε στα χέρια μου με ένα ταπεινό "εγγλέζικο πρωινό" που μέχρι τότε σνόμπαρα τόσο, έκανε την αεροπορική να φαλιρίσει.
Τα ταξίδια μου έμαθαν το μάτε και με τόση χαρά το έφερα πιο κοντά σε κάποιους αγαπημένους στο σπίτι.
Μία μέρα γνώρισα το παγωμένο earl grey κι ήταν κι αυτή μέρα σταθμός.
Μέχρι προψές. Μία σχετικά αδιάφορη αγορά ενός τσαγιού "μυρωδικών" συνοδεύτηκε από την άκρως υπέροχη ανακάλυψη του τσαγιού της "Παλμύρας"... Ανυπομονώ να δω το πρόσωπό σου όταν το δοκιμάσει πρώτη φορά.
Και τώρα το σημερινό! Σαράντα και πέντε λεπτά μαύρο, μήλο και κανέλα πνίγηκαν σε θερμοκρασία δωματίου και μετέτρεψαν τη μέρα σε γιορτή.
Αυτά μέχρι τώρα, μία ασήμαντη ιστορία πάθους που θα σβήσει με ένα απογευματινό πράσινο με γιασεμί καθώς σε λίγο θα χτυπήσουν την πόρτα κάμποσα γραμμάρια "μαγικού φίλτρου", τσάι της "παλλακίδας", "ρώσικες νύχτες" και το "indiana's song".