Είδα χθες το "call me by your name". Δεν κοιμήθηκα στη μέση! Ενώ δε νιώθω καθόλου κουρασμένη συνήθως, αφήνομαι και κοιμάμαι στη μέση (ή ακόμα και στην αρχή) των ταινιών, ίσως δε βλέπω τις σωστές. Χθες παρακολούθησα την ταινία μέχρι τέλος τέλος (συντελεστές κλπ). Τί ωραία που αποδόθηκε η ιδέα του έρωτα, της επιθυμίας, της ικανοποίησης και του κενού σε αυτές τις εικόνες. Τί ωραίοι γονείς ήταν αυτοί;
Αναρωτιέμαι τί είναι εν τέλει πιο βασανιστικό; Το κενό που φέρνει η ικανοποίηση αργά ή γρήγορα, ή μία ανικανοποίητη προσδοκία; Μέχρι τώρα δεν έχω αποφασίσει. Και τα δύο σε παραλύουν και τα δύο σου ταΐζουν την δημιουργικότητα. Σκέφτομαι όμως ότι η προσδοκία δε σε κάνει να χάνεις ανθρώπους. Ή μήπως το να χάνεις «γεύσεις» σε κάνει να χάνεις τη ζωή; Στο τέλος της ταινίας ο πατέρας λέει στον γιο κάτι πολύ σημαντικό.
Είχε και ωραία χρώματα! Είχε τη γεύση ενός καλοκαιριού που μου λείπει τόσο, ίσως επειδή δεν το έζησα ποτέ. Παρόμοια γεύση με ένα καλοκαίρι που μου δημιούργησαν κάποτε στο μυαλό οι σελίδες από το «καπλάνι της βιτρίνας». Κάτι που κυλούσε τόσο απλά, με σπουδαία αισθητική. Κάτι τόσο γνώριμο...
Το σπίτι που μεγάλωσα είχε σπουδαίους ανθρώπους μέσα!
Σήμερα αυτό το αριστούργημα-θησαυρός που βρέθηκε στον δρόμο μου, φύσηξε ένα αεράκι ελπίδας στα μαλλιά μου.
Ζήτω για τους παράξενους αυτού του κόσμου και ζήτω για τους παραξενότερους που αναδεικνύουν την αλλόκοτη τριγύρω εμορφιά.
Η Σαλαμίνα, είναι ένας παράξενος τόπος. Είναι πολύ κοντά στην Αθήνα και αρκετοί την επιλέγουν για να πάνε μία βόλτα στην "εξοχή".
Είναι λίγα τα χρήματα για τα ναύλα, άρα την κάνει έναν προσιτό προορισμό.
Ωστόσο, από παιδί που πήγαινα στα πάσχα σε κάτι συγγενείς που είχαν τα σπίτια της εξοχής εκεί, κάτι με έκανε να νιώθω ένα σφίξιμο. Κάπου, κάτι έγινε, το όποιο δεν μπορώ να ανακαλέσω και αποσυνέδεσα τη Σαλαμίνα με τη σεροτονίνη.
Μήτε ο τόπος, μήτε το ταξίδι μου δημιουργούσαν την ίδια αίσθηση που είθισται να σου δημιουργεί ένα ταξίδι αναψυχής και ο προορισμός.
Αργότερα, είχα μία φίλη που είχε επίσης σπίτι εκεί και πρότεινε συχνά τη Σαλαμίνα για τριπς.
Πάντα δυσκολευόμουν...
Τελευταία βέβαια, γνώρισα μία άλλη πλευρά της Σαλαμίνας που μοιάζει λίγο περισσότερο από την υπόλοιπη με νησί. Βρήκα και ένα σημείο που πουλάει νόστιμα καλαμαράκια.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αλληλεπιδρώ τελευταία με έναν χαρακτήρα που μου υπενθύμισε κάτι σημαντικό. Μου χώρεσε συνοπτικά σε μία εγγλέζικη λέξη, μία εξαιρετική στάση-όπλο ζωής.
Embrace it.
Υ.Γ. Δεν έρχομαι Σταχτοπούτα. Είμαι σπίτι σατανά με τα ροζ αυτιά!
έξω κάνει κρύο μου 'ρχεται εμετός
μέσα έχει ζέστη, ήρθε πυρετός.
το σουβλάκι δε το θέλω δεν είμαι καλάμ
νιώθω σαν γαλάζιο τσέλο της γης της μαδιάμ.
ρε ρε ρε ρε ρέψιμο
ρε φύγε από ΄δω
ά ά άσπρισα
από τον αφρό.
μινιμαλισμός
κακός φωτισμός.
μέθοδος Αμπράμοβιτσ
και ιδρυματισμός.
βγαίνεις και τα φυλάς
Ό ΛΑ Έ ΣΥ
Στα μαθηματικά τo παραγοντικό ενός φυσικού αριθμού ν συμβολίζεται με ν!, διαβάζεται νι παραγοντικό, και είναι το γινόμενο όλων των θετικών ακεραίων μικρότερων ή ίσων με ν.ν! = 1 ∙ 2 ∙ 3 ∙ ... ∙ ν
Και πολύ μαύρο μαύρο.
Το πιο σκοτεινό υλικό του πλανήτη. Απορροφά σχεδόν όλο το φως που πέφτει πάνω του! Νομίζω θα αδυνατίζει πολύ αν το κοιτάς ανφάς. Αν δε φας, δεν το χρειάζεσαι θαρρώ.
Οπότε αν ένας άνθρωπος πέσει ολόκληρος μέσα σε vantablack, θα γίνει πλάσμα δύο διαστάσεων;
Η πλειονότητα των ανθρώπων αρρωσταίνει επειδή δεν ξέρει να πει τι βλέπει και τι σκέφτεται.
Λένε πως δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο από το να ορίσεις με λόγια μια σπείρα. Είναι απαραίτητο, λένε, να κανείς στον αέρα, με το χέρι και χωρίς φιλολογίες, την κίνηση, που ανεβαίνει στριφογυρίζοντας με κανονικότητα, με την οποία η αφηρημένη μορφή των ελατηρίων ή ορισμένων κλιμακοστάσιων αποκτά υπόσταση στο βλέμμα μας. Αλλά, αν θυμόμαστε πως λέω είναι ανανεώνω, θα ορίσουμε μια σπείρα χωρίς δυσκολία: είναι ένας κύκλος που ανεβαίνει χωρίς ποτέ να κατορθώνει να ολοκληρωθεί. Η πλειονότητα των ανθρώπων, το γνωρίζω καλά, δε θα τολμούσαν αυτό τον ορισμό, γιατί υποθέτουν ότι ορίζω είναι λέω αυτό που οι άλλοι θέλουν να πούμε, και όχι αυτό που πρέπει να πούμε για να δώσουμε τον ορισμό. Θα έλεγα καλύτερα: η σπείρα είναι ένας εν δυνάμει κύκλος που διπλασιάζεται ανεβαίνοντας χωρίς ποτέ να πραγματοποιείται. Αλλά, όχι, πρόκειται ακόμα για έναν αφηρημένο ορισμό. Θα προσπαθήσω με συγκεκριμένες έννοιες και θα γίνει αμέσως φανερό: μια σπείρα είναι ένα φίδι χωρίς φίδι που τυλίγεται κάθετα γύρω από το τίποτα.
Όλη η λογοτεχνία είναι μια προσπάθεια προκειμένου η ζωή μας να γίνει πραγματική. Όπως το γνωρίζουμε όλοι μας, ακόμα κι όταν ενεργούμε χωρίς να το γνωρίζουμε, η ζωή είναι απολύτως μη πραγματική στην άμεση πραγματικότητα της. Οι εξοχές, οι πόλεις, οι ιδέες, είναι πράγματα απολύτως πλασματικά, τέκνα της πολύπλοκης αίσθησης του ίδιου μας του εαυτού. Όλες μας οι εντυπώσεις είναι αμετάδοτες, εκτός κι αν τις κάνουμε λογοτεχνικές. Τα παιδιά είναι πολύ λογοτεχνικά γιατί λένε πώς αισθάνονται και όχι πώς πρέπει να αισθάνεται κάποιος συμφώνα με το πώς αισθάνεται κάποιος άλλος. Μια μέρα άκουσα ένα παιδί να λέει, θέλοντας να πει πως ήταν έτοιμο να κλάψει, όχι "Μου ‘ρχεται να κλάψω", που θα ήταν αυτό που θα έλεγε ένας ενήλικας, δηλαδή ένας ηλίθιος, αλλά "Μου ‘ρχονται δάκρυα". Και αυτή η πρόταση, η απολύτως λογοτεχνική, σε σημείο που θα την αποδίδαμε σε κάποιον φημισμένο ποιητή, αν βρισκόταν κάποιος για να την πει, αναφέρεται σαφέστατα στη θερμή παρουσία των δακρύων που πέφτουν από τα βλέφαρα, τα οποία έχουν πλήρη συνείδηση της υγρής πικράδας. "Μου ‘ρχονται δάκρυα!". Το παιδάκι αυτό όρισε θαυμάσια τη σπείρα του.
Να λες. Να ξέρεις να λες. Να ξέρεις να υπάρχεις μεσ’ από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα! Η ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες, υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου δίχως νόημα ουρανού.
FERNANDO PESSOA: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ
Σπείρα #1 Ένας κύκλος που μία ανάσα πριν κλείσει θέλει ν'αγκαλιάσει το παρελθόν του.
Κάποιος επισκέφθηκε το μπλογκ, ψάχνοντας τις λέξεις "ελλινιδεσ σεκσ βιδεο". Έλα google, σταμάτα να κάνεις πλάκα στον κόσμο.
Χθες πετάχτηκα όρθια σε μία δυνατή βροντή! Η πιο δυνατή που έχω ακούσει. Ευτυχώς το αγόρι με τα πιάτα και τη μπότα ήταν εκεί και με πήρε αμέσως αγκαλιά να μην φοβάμαι. Αυτό το αγόρι έχει την καλύτερη αγκαλιά στον κόσμο. Πρέπει οπωσδήποτε να σας πάρει μία!
Πολύ αστραπή λοιπόν χθες και τώρα πάλι βρέχει. Δύσκολες μέρες αλλά είναι σα να έχω καταπιεί το hang on little tomato.
Έχω βγει σε ένα κυνήγι για να μαζέψω τα όπλα μου. Θα μείνω σιωπηλή ωστόσο. "Να τη φοβάστε τη σιωπή" είχε πει κάποιος. Θα περπατάω πάντα στη βροχή και θα την αφήνω να με ξεπλένει.
Τα μάτια μου βρέχουν κι αυτά συχνά γαμώτο. Φοράω κουκούλες να μη σε βλέπω, να μη με βλέπεις. Δε θα σου πω άλλο "γεια" την ώρα που φεύγεις. Μαρία με τα κίτρινα έδωσες όλες σου τις απαντήσεις με τις πράξεις σου. Ευχαριστώ. Το μόνο κρίμα είναι ότι θα ξημερώσει αύριο μία χαμένη ιδανική Κυριακή...
Μαρία με τα κίτρινα,
ποιον αγαπάς καλύτερα
ποιον αγαπάς καλύτερα
τον άνδρα σου ή τον γείτονα;
Τον άντρα μου τον αγαπώ,
τον γείτονα καλύτερα.
Τον άντρα μου τον αγαπώ,
τον γείτονα καλύτερα.
Μαρία με τα κίτρινα...
Να γίνει ο άντρας μάρμαρο
κι ο γείτονας τριαντάφυλλο
για να πατώ στο μάρμαρο
να κόβω το τριαντάφυλλο
Κατά τ'άλλα θα ερωτευτώ ακόμα πιο πολύ τον εαυτό μου, θα τον ντύσω με μία καλύτερη πανοπλία, θα τον αφήσω να πατήσει πλήκτρα και να βγάλει φωνή. Ένα αγόρι πίσω από τα πιάτα και τη μπότα του, ξέρω πως μπορεί να με δει και να με βοηθήσει. Μπορώ να τον βοηθήσω κι εγώ! Θέλω πολύ! Η μπότα του κάθε φορά που τη χτυπάει, μου δημιουργεί το ίδιο συναίσθημα στο στομάχι όπως όταν σε βλέπω. Χίλιους μικρούς ρυθμικούς μικροέρωτες. Αυτά! Το ρολόι είναι κουρδιστό όμως κι αν δε το κουρδίσεις ο χρόνος σταματάει. Και το ρολόι παγώνει αλλά στην πραγματικότητα ο χρόνος κυλάει. Όπως το καινούργιο ρολόι του Μιχάλη!
Υ.Γ
Το άρθρο με την "πρόταση" πρέπει να είναι ολόλαμπρο και για ΄μενα και για ΄σενα! Μέχρι να καθαρίσει όμως ο ουρανός μου, μπορούμε να πιούμε λίγο τσάι αύριο! Ευχαριστώ.
"Έχεις ένα 20' να έρθεις, αλλιώς 30 άτομα θα κάνουν καντάδα κάτω από το σπίτι σου"
Το τηλέφωνο χτύπησε! Το σήκωσα διστακτικά, νομίζοντας πως είναι κάποιος γείτονας που θα φωνάξει " Σ Κ Α Σ Ε" αφού την τελευταία ώρα έχει ακούσει από τραγούδια του Πολυτεχνείου, εκκλησιαστικούς ύμνους, Beatles, ρεμπέτικα, τα σπίτια με τα μωσαϊκά, τον Βούδα με τον Κούδα κι ένα μηδέν που έκανε πολλές φορές κύκλο για να χορεύω εκεί μέσα. Όλα εκτελεσμένα άψογα! Εκτέλεση σχεδόν εξ'επαφής!
Και χτυπάει που λες το τηλέφωνο, την ώρα που είμαι στο κρεσέντο της δολοφονίας των αυτιών των γειτόνων! Έχω περάσει στα μεζόστικς του Γιαννάκη και βιάζω το "62 mesostics re Merce Cunningham". Και να σκούζει ο Γιαννάκης από τη μία και να σκούζω κι εγώ κάνοντας του δεύτερες...
Ντριν Ντριν.
"Έχεις ένα 20' να έρθεις, αλλιώς 30 άτομα θα κάνουν καντάδα κάτω από το σπίτι σου"
"Μα έχω φάει τζατζίκι"
..............
Θα το ρισκάρω. Δεν πάω πουθενά. Φοράω ένα μποξεράκι σε αποχρώσεις "αγελάδας". Βρωμάω τζατζικίλας. Αυτοσαμποτάρομαι τελευταία με το τζατζίκι. Δε με νοιάζει.
Στο πανηγύρι. Στο πανηγύρι τη βρήκα και στο πανηγύρι την έχασα. Ήταν μεγάλο πανηγύρι. Με τη σκοποβολή του, τα γιαπωνέζικα μπιλιάρδα, τις μπουκάλες, τις σαμπάνιες και τ’ αλογάκια. Τ’ αλογάκια στριφογύριζαν βουίζοντας, τα μπιλιάρδα έκαναν καραμπόλες, οι μηλόπιτες μοσχοβολούσαν κι οι καραμπίνες άδειαζαν. Ξέρω καλό σημάδι και το καυχιέμαι. Όχι, όχι δεν τη συνάντησα στη σκοποβολή, στις μηλόπιτες την πρωτοείδα. Ναι, ναι έτρωγε λαίμαργα μυρωδάτες μηλόπιτες και μου φύσηξε τη ζάχαρη στα μούτρα γελώντας κι εγώ πασαλειμμένος τη ρώτησα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» κι αυτή μου είπε: «Θα στο πω μετά…» Από ‘κει βρεθήκαμε στο σκοπευτήριο κι εκεί την έχασα… Στην αρχή σκόπευσα κι έριξα κάτω όλους τους στόχους. Σε κάθε νίκη μου φώναζε: «Μπράβο!! Μπράβο!!» Σαν δεν απόμεινε τίποτα όρθιο, έριξα κάτω τ’ αυγό του σιντριβανιού και σημαδεύοντάς το τη ρώτησα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» Την άκουσα να μου λέει «Θα στο πω μετά, θα στο πω μετά…» Τραβώ τ’ αυγό πηδάει, γυρνώ δεν ήταν πλάι μου. Την έχασα, μα την ξαναβρήκα. Έτρεχα σαν τρελός σκουντουφλώντας πάνω στο πλήθος που μ’ έβριζε και… να, την ξαναβρίσκω στις μπουκάλες. Αγόρασα κρίκους, πολλούς, πολλούς κρίκους που τους ρίχναμε μαζί και κάθε φορά που πέταγα τον κρίκο τη ρώταγα: «Έι! Πώς σε λένε;» κι αυτή μου έλεγε: «Θα στο πω μετά…» Ωπ! Πάει κι αυτό. Έλα τώρα να πάμε στις κούνιες, στις μεγάλες τις κούνιες που ανεβαίνεις, ανεβαίνεις, ανεβαίνεις όλο και πιο ψηλά, κι ύστερα κατεβαίνεις, κατεβαίνεις, κατεβαίνεις και πεθαίνεις. Την έχασα και στις κούνιες. Ψάχνω ξανά στις μπουκάλες… ψυχή. Τα φώτα ανάβανε, οι ίσκιοι σαλεύανε και… να, την ξαναβρίσκω στ’ αλογάκια. Τ’ αλογάκια μόλις ξεκινούσαν κι εγώ μόλις πρόφτασα να της φωνάξω: «Έϊ, Έι!! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» Την άκουσα να μου λέει: «Θα στο πω μετά…» Η ορχήστρα, οι χρυσές καρότσες, οι πολυέλαιοι, όλα, όλα μπαίνουν σε κίνηση. Καθόταν ολομόναχη πάνω σ’ ένα χάλκινο τέρας της αποκαλύψεως, που τη μια λες και σφηνώνονταν στον ουρανό και την άλλη καταποντίζονταν στη κόλαση. Κάθε φορά που περνούσε από μπροστά μου καθισμένη πάνω στο χάλκινο τέρας της και ανέβαινε και κατέβαινε γελώντας, της φώναζα: «Έι, Έι!! Πώς σε λένε;» και μόνο απ’ την κίνηση των χειλιών της μάντευα την απάντηση: «Θα στο πω μετά… Θα στο πω μετά…» Να, έτσι την έχασα… Την πρωτοείδα στις μηλόπιτες και τη έχασα στο σκοπευτήριο. Την ξαναβρήκα στις μπουκάλες και την έχασα στις κούνιες και… να, που στ’ αλογάκια τη βρήκα και στ’ αλογάκια την έχασα. Κάθε φορά που περνούσε από μπροστά μου, έγερνε το κορμί της γελώντας. Και… να, τ’ αλογάκια γυρίζουν όλο και πιο αργά κι η ορχήστρα σταματά. Όλα σταματούν. Εγώ ορμώ στ’ άλογό της, που σταματούσε μπροστά μου, αλλά αυτή δεν ήταν πια εκεί. Πού να πήγε κι έτρεχα μέσα στη σκόνη κι έτρεχα πίσω απ’ τις σκιές και φώναζα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» Στο πανηγύρι τη βρήκα και στο πανηγύρι την έχασα. Μην πηγαίνετε ποτέ στα πανηγύρια. Εκεί, βρίσκει ο ένας τον άλλο κι έπειτα χάνονται αναζητώντας. Να, όπως εγώ τώρα δεν ξέρω τ’ όνομά της. Της φωνάζω: «Έι, Έι, Έι!!!» Ψάχνω, ψάχνω, ψάχνω παντού, μα δε θα τη βρω ποτέ, ποτέ πια…