Εντάξει. Παρά-έκανα μεγάλο μακροβούτι στη θάλασσα της κοινωνικοποίησης. Έχω ανοίξει να γράψω την τελευταία μία ώρα και διακόπτω να συνομιλήσω με φίλους που περνάνε, που καλούν, που στέλνουν. Διέκοψα μέχρι και για να ευχηθώ «χρόνια καλά» σε κάποιον. Φτάνει. Επιστροφή εκεί που έμεινα. Το τσάι κρύωσε. Κατάφερε να κρυώσει το τσάι μου τον Αύγουστο. Κανονικά θα ξεκινούσε κάπως έτσι:
Δεν άντεξα άλλο. Παρήγγειλα το πρώτο τσάι του φθινοπώρου, ενδεχομένως για το αναγκάσω να έρθει επιτέλους. Φτάνει πια το καλοκαίρι. Από τα πιο άβολα καλοκαίρια. Τα πιο ιδρωμένα. Νιώθω πιο στρογγυλή από ποτέ. Πιο φουσκωτή κι από τη φορά που ήμουν πιο φουσκωτή. Θέλω να τρέξω, θέλω να χοροπηδάω μία ώρα ξέγνοιαστα. Θέλω το αγόρι, να βγει από μέσα μου χθες. Επίσης δε θέλω ν' αναπαραχθώ άλλο. Τόσο αρκεί. Τουλάχιστον για μία δεκαετία, μέχρι να ξεχάσω. Μετά ελπίζω να φρικάρω με τη φάση και να μην με πιάσει νοσταλγία. Οπότε ναι, αν με δείτε με δύο, δε θα είναι κάποιου είδους αστείο. Είναι δικά μου όλα, απλώς ξέρετε, σιχαίνομαι τις τυπικές ανακοινώσεις.
Αδιάφορο καλοκαίρι λοιπόν. Χωρίς ταινία, χωρίς πεφταστέρια, με ένα ταλαίπωρο ρόουντ τριπ σε σούπερ αδιάφορο μέρος, χωρίς αλάτια, μαύρη πέτσα και παραμύθια. Είμαι πιο γκρινιάρα από ποτέ. Θέλω μόνο μία βελόνα να κάνω μπαμ. Και έμπνευση...Σε αυτή την έρημο, με αυτή τη βασανιστική ζέστη που με λιώνει δεν περνάει ούτε μία αχυρόμπαλα να θαυμάσω. Τρομερά προβλήματα έχει ο κόσμος μου. Τρομερά προβλήματα, έχει κι ο κόσμος. Θυμάστε την πανδημία; Μουχαχαχαχα γιατί και καλά την έχετε ξεχάσει. Τα νούμερα είναι άσχημα και υπόσχονται δύσκολες μέρες. Τα άτομα απροσάρμοστα για ένα σωρό λόγους. Αδιάφορα, απείθαρχα. Είναι όλα τόσο κοντά και τόσο μακριά μας, μέχρι να ακούσουμε τον ψίθυρό τους στ' αυτάκια μας. Μετά ίσως μας νοιάξει κάτι, για λίγο.
Τις προάλλες το κορίτσι, που είναι λες και παίρνει κόκα 24/24 πετούσε μέσα στην πισίνα τα σκόρδα και τα κρεμμύδια μας. Σκέφτηκα πως το σκόρδο χάλασε. Το σκόρδο το διψασμένο, έκανε μία βουτιά, ένα καλοκαίρι μέσα σε μία πολύχρωμη, μικρή, φουσκωτή πισίνα και ξεδίψασε; Και τώρα; Χάλασε το σκόρδο; Τύπου πήρε νερό και μουχλιάζει και πρέπει να το πετάξω; Αναπτύσσονται βακτήρια τα όποια δε θα έκαναν πάρτι, αν το σκόρδο δεν βούταγε; Μήπως να το αφήσω να δω πρώτα τι θα συμβεί κι έπειτα να το σουτάρω; Κι αν συμβεί και δεν μπορώ να το δω με αυτά τα μάτια; Κι αν βιαστώ να το πετάξω, ενώ το σκόρδο είναι μία χαρά επειδή το νερό δεν το πείραξε, ή πολέμησε από μόνο του τους εισβολείς; Ή απλά δεν συμβαίνει τίποτα στο σκόρδο αν πέσει στο νερό! Το τράβηξα έξω από την πισίνα. Το άφησα δίπλα και τότε όρμησε, πήρε ένα κρεμμύδι και παρ'όλο που της είπα με δραματικό τόνο «όχι το κρεμμύδι» εκείνη το δρόσισε κι αυτό. Πάγωσα. Πιο πολύ από το σκόρδο. Ίσως γιατί είχα εξαντλήσει όλα μου τα άγχη πριν και έμεινα πια να χαζεύω το κρεμμύδι σα να είναι ένας πίνακας. Ένα ποίημα. Ήταν. Έχετε αλήθεια δει ποτέ ένα κρεμμύδι να επιπλέει σε μία πισίνα κάποιο καυτό, ακίνητο καλοκαίρι;
Φεύγω, κλείνω, θα ξεράσω, κατουριέμαι και φτερνίζομαι και δεν είναι μέρες να φτερνίζεσαι ανάμεσα σε κόσμο...
Η ζέστη αυτή με έχει κάνει να λιώσω. Κάθε ζέστη κι ένα παράπονο. Τα αρκουδίσιον κλειστά. Όχι στους 16. Κλειστά. Υπάρχουν στο χώρο δύο ανεμυστήριοι. Πια δεν κάνουν τίποτα ούτε αυτοί. Φυσούν λαύρα που δεν φτάνει ούτε στα μισά της μεταξύ μας απόστασης. Έχω χάσει όλες τις αξιοπρεπείς μου βεντάλιες. Ανάμεσα σε όλα τα άλλα πιάνω και πιο πολύ χώρο στο χώρο από ποτέ. Ένα χάος. Ονειρεύομαι το επόμενο καλοκαίρι που θα το κάνω όπως τα παλιά καλοκαίρια, παρά τον ιδρώτα, να μου πηγαίνει πολύ. Ονειρεύομαι χειμώνες, τρέξιμο και άλματα. Φθινόπωρο, κάποιου Οκτώβρη την αυγή, κάποιου Νοέμβρη την βροχή μία ανάσα πριν και του Σεπτέμβρη τις πρώτες τις δροσιές. Κι ενώ τα παγωμένα νερά μου τελειώνουν και σε λίγες ώρες η πανσέληνος του οξύρρυγχου θα χορέψει στον ουρανό, φτιάχνω στο μυαλό μου μία εικόνα.
Δεν είμαι σίγουρη αν είμαι εγώ, ή πρωταγωνίστρια μου, αν είσαι εσύ ή πόσοι είναι στο πλάνο, αλλά υπάρχει μία γέφυρα. Ξεκινάει άλλωστε ιστορία χωρίς φεγγάρια, γέφυρες και μουσική; Πρόσεξε, όχι στη γέφυρα μου, αυτή τη φορά βρισκόμαστε ανάποδα, στη γέφυρα με τις αράχνες. Υπάρχουν παγωμένα ποτά, ένα τίμιο φορητό μέσο αναπαραγωγής μουσικής, τα φώτα του πορτοκαλί της δύσης από τον δρόμο και οι ιστοί που δεν ενοχλούν καθόλου όμως. Και χορεύουμε. Τα παρακάτω κομμάτια, ξανά και ξανά:
1. Moby-Disco lies
2. Hercules & love affair-Blind
3. Gossip-Heavy cross
4. Depeche Mode-Never let me down again
5. Bicep-Glue
Μην ψάξεις να βρεις νόημα, δεν υπάρχει. Χορεύουμε πολλή ώρα όμως. Χορεύεις κι εσύ τώρα ήδη στο μυαλό σου και το ξέρω. Δε μας βλέπει κανείς. Δεν κοιτάζει καν ο ένας τον άλλον, έκσταση. Είσαι εδώ; Είναι κάποιος εδώ; Φυσικά και είναι! Χαζεύει μυστικά ο ένας τον άλλον. Που και που χαζεύουμε τέτοιες εικόνες όταν τις πιάνει το μάτι μας και μας γεμίζουν ευφορία, οξυγόνο, παύση, λιβάδι καταπράσινο κι αλάτι. Όνειρο χωρίς ούτε μία σταγόνα ιδρώτα. Μέχρι που ακούγεται αυτό:
Και καθίσαμε έτσι να πάρουμε μία ανάσα και πέρασαν από μπροστά μας κάτι βατράχια και κάλεσαν το ξημέρωμα. Λίγο πριν ξημερώσει άκουγες καθαρά και τους xaxakes να λένε monte carlo, στα ξαφνικά, μη μαζί, γεια, άγρια φτερά και τον Κ. Βήτα να πειράζει τη σερενάτα της σεξουαλικής απουσίας. Αυτή τη γεύση έχει η εικόνα μου. Φωτιά στην καλή παναγιά. Καλαύγουστο και καλές βουτιές. Κοίτα το φεγγάρι.
Σε λούπα παίζει τις τελευταίες μέρες το γλυκό του Παύλου. Σκέφτομαι πολύ έντονα να κάνω το μαλλί μου ξεκάθαρες μπούκλες, πιο συχνά. Ξεκινάνε όλα από το κεφάλι δε λένε; Ε, θα καταλαγιασώ λίγο αυτό το μπερδεμένο, φριζαριζέ, μπουκλοαχτενιστί. Ό,τι μπορεί ο καθένας! Αποφάσισα έπειτα να μην περιμένω έγκριση και η μουσική να είναι απόλυτα δική μου. Βρήκα εκεί κάτι άκρες για αδαείς και άρχισα να παίζω. Μίξαρα κάτι τέρατα με λίγη άρπα κι έχω πολύ ενθουσιαστεί.
Έπειτα, κρατήσου, αποφάσισα να στείλω μία «ταινία» ελαχίστου μήκους στη Δράμα. Θα την έστελνα και στις Κάννες αλλά έχασα τις ημερομηνίες (σο κλάσικ). Ίσως πρέπει πρώτα να ωριμάσω για κάννη. Η Δράμα βέβαια είναι μία πιο οικονομική επιλογή και μία καλύτερη ευκαιρία να γίνεις ρεζίλι πρώτα στους δικούς σου. Ένας, δύο δε θα την δουν; Δε θα σκεφτούν «πώς τόλμησε;». Αρκεί, στόχος επιτεύχθη. Ο νέος μου λοιπόν στόχος είναι να παίξω φεστιβάλ και να με απορρίψουν τουλάχιστον δέκα φορές. Θα είναι μεγάλη μου η χαρά όταν μπορώ να το γράψω πλέον στο βιογραφικό μου «Απορριφθείσα x φορές σε y φεστιβάλ ς». Μη βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Όλο αυτό θα είναι η σχολή μου και η τροφή μου ταυτόχρονα. Το εσωτερικό κίνητρο.
Επόμενο σούπερ ουάου θέμα είναι η ανακάλυψη: ενός χάμστερ του Major Hamster που ζει τρελές περιπέτειες. Του γάλακτος «ποιος είναι το αφεντικό;» οέο, το όποιο έχει σούπερ τίμια γεύση επιπέδου παλιάς αμερικανικής γεωργικής σχολής (καθώς γράφω όλα αυτά προβληματίζομαι για το πώς θα με έλεγαν αν ήμουν γάλα). Των ζώων τζέρμπoα και γουόμπατ. Του several species of small furry animals gathered together in a cave and grooving with a pict το οποίο υπάρχει τουλάχιστο από το 69. Γιεϊ πολύ αργώ, πάντα αργώ.
Για σήμερα, αν ήμουν γάλα θα με έλεγαν «ο κυκλισμός του τετραγώνου». Πσσσσσ. Θα έβγαινα μόνο με πολλά λιπαρά και υπέροχη γεύση σε τριγωνική συσκευασία. Να φας σκατά. Καλημέρα.
-ΣΟΚ. Έγραφα χθες, έγραφα και πρώτη φορά με πρόδωσε το μπλογκ και σε μία κακή συνεργασία με το γέρικο ρούτερ χάθηκαν όλα. Μετά ανέβηκα Λυκαβηττό με δύο σουβλάκια να χαλαρώσω και να δω αν θα βγουν από μέσα μου ξανά και είχε τόσο μα ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΚΟΣΜΟ, ε και έφυγα και σήμερα άλλαξα επιτέλους το ρούτερ και προς το παρόν όλα φαίνεται να κυλάνε «φυσιολογικά». Οπότε πάμε ξανά:
«Έχω μία ιδείτσα»
Έτσι της έστειλα. Η ηθοποιός μου είναι έτοιμη.
Χάζευα παραπαράπροχθές ώρα πολλή το γρασίδι. Κάποια στιγμή σκέφτηκα πώς ζορίζομαι άδικα. Όχι πως ζορίζομαι δηλαδή ποτέ. Αλλά είπαμε πως πετάω όταν γίνεται έκρηξη. Τρέχω. Δεν γίνονται εκρήξεις, τα πορτοκάλια είναι στυφά, δεν βγάζω χυμό. Άξαφνα λοιπόν, ένιωσα στο στομάχι μου ένα μπουμ. Σκέφτηκα πως αυτό είναι. Αυτό θα πρέπει να είναι. Αυτό το καλοκαίρι θα ασχοληθώ με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου. Μετά από αυτό, παρατήρησα ότι στο μπλογκ δεν ανέβασα πουθενά τα μπαλόνια. Έκανα μία αναφορά σε προηγούμενη ανάρτηση πως: Τελείωσα, πρόχειρα μεν, αλλά τελείωσα και το βίντεο που τα μπαλόνια είναι στην πόλη ενώ εσύ δεν είσαι πουθενά. Ναι, τίποτα άλλο. Ούτε πως τη νύχτα που βγήκαμε, ξεκίνησα με καμία δεκαριά μπαλόνια και σε μία στάση στο σουπερμάρκετ, σκάει υπάλληλος και χαρίζει στη Φακή καμία δεκαριά σακούλες μπαλόνια. Συνειδητοποιείς τί συνέβη; Πότε και τί; ΜΑΛΑΚΑ, παραμύθι. Μαγεία. Εβδομήντα μπαλόνια, στο κατάλληλο πρόσωπο, την κατάλληλη στιγμή.
Μετά, συνέχισα να σκέφτομαι πώς δε φωνάζω και αυτό ίσως είναι κακό. Σε έναν κόσμο που φωνάζει και ουρλιάζει το κάθε του πρόσωπό, την κάθε του στιγμή, την κάθε του μπουκιά και το κάθε του πόνημα, εγώ ψιθυρίζω για τους λίγους μου, τους ξεχωριστούς μου μονάχα κάτι στίχους. Βέβαια αυτό είναι κάτι που θαυμάζω σε εμένα, αλλά ίσως πρέπει να το αλλάξω. Τουλάχιστον εδώ. Οπότε αυτή η σκέψη με οδήγησε στο να στείλω για να πάρω μουσικές. Μετά σκέφτηκα «κλάιν, θα είναι ολότελα δικό μου». Έχω τόσα κομμάτια που σκονίζονται. Κακά, μα δικά μου. Όπως στα μπαλόνια. Έχω όλες τις άδειες στα χέρια μου. Όλες τις μπογιές. Ας βάψουμε λοιπόν αυτό το καλοκαίρι. Αφού η ζωή αποφάσισε να σκεπάσει τον πλανήτη με μία πανδημία που ακύρωσε την πτήση μου για τον γύρο της Ασίας, άλλαξε τα σχέδια για τις σπουδές και προτού προλάβουν να εμφανιστούν οι νέοι χαρακτήρες, ας ζωγραφίσω.
Σας συμβαίνει κι εσάς να ανακαλείτε πράγματα και να φουντώνετε; Εμένα είναι η συχνότερη αιτία που με κάνει να θυμώνω. Όχι τρελά πράγματα, πάντα κλάιν, αλλά μία ταραχή μου τη δημιουργεί. Και ξέρεις γιατί; Παρά είμαι ευγενική ή ζεν για να χαλαστώ σε πραγματικό χρόνο και μου τα σκάει κάτι χρόνια μετά από τη στιγμή που έλαβε χώρα.
Σημερινό θέμα που με έκανε να θέλω να εκτυπώσω αυτοκόλλητα #ασχολήσουμεταβυζιάσουάτομο είναι ο θηλασμός. Πιο συγκεκριμένα οι περίεργοι/ες που ρωτάνε τις μάνες «θηλάζεις;». Δεν μπορώ να καταλάβω τι τους ενδιαφέρουν τόσο οι διατροφικές συνήθειες ενός ξένου βρέφους; Αν θηλάζεις/θήλασες είσαι καλή, αν όχι είτε ξεκινούν τη διάλεξη σχετικά με τα οφέλη του μητρικού γάλακτος, είτε λένε με τόνο θλιβερό «δεν είχες γάλα...»
Το πιθανότερο είναι ότι η γυναίκα είχε. Αρκετό και θα μπορούσε να έχει όσο θέλει, αλλά για ένα σωρό λόγους αραδιάζει φοβισμένη ένα σωρό δικαιολογίες για ποιο λόγο δεν... Γιατί; Τί ζόρια τραβάτε; Ο καθένας θα κάνει αυτό που νιώθει καλά και σωστό να κάνει. Θηλάζει, καλώς! Δε θηλάζει, πάλι καλώς. Εκνευρίστηκα λοιπόν, διότι διαβάζοντας κάποια άρθρα διαπίστωσα πόση πίεση και ταμπού υπάρχει πάνω σε αυτό το θέμα. Υπάρχουν άπειροι ιστότοποι, σύλλογοι, πλανήτες να σε στηρίξουν για να θηλάσεις, μα με μία πρόχειρη αναζήτηση δεν βρήκα σχεδόν τίποτα πέρα από δύο-τρία άρθρα για να σε στηρίξουν σε περίπτωση που δεν μπορείς, δε θες, δεν, δεν, δεν. Ε, και φούντωσα.
Γενικά φουντώνω με την πίεση. Την ανάγκη του ενός, να επιβάλλει το «σωστό» του στον άλλον (αγαπημένο θέμα του μήνα). Δεν υπάρχει τίποτα πιο σωστό, από τον σεβασμό, την κατανόηση και την αποδοχή. Αν δεν βγαίνει, δεν υπάρχει λόγος να δημιουργείται ένταση, ας πάει ο καθένας στην ομάδα του, είτε να περάσει μία καλή ζωή, είτε να την σπαταλήσει οργανώνοντας επιθέσεις.
Η καραντίνα συνεχίζεται. Πήρε παράταση μέχρι 4/5 και φήμες λένε ότι για να επαναλειτουργήσει η εργασία μου, θα περιμένω μέχρι 29/6; Γεγονός που τα τινάζει όλα στον αέρα. Καλά, όχι μόνο αυτό. Αλλά κυρίως αυτό. Σε λίγες ώρες θα μάθω περισσότερα για το μέλλον μου. Έχω ένα άκρως σημαντικό ραντεβού στο οποίο θα ακούσω ένα ηχητικό κομμάτι. Αυτό, θα καθορίσει σε έναν βαθμό τα σχέδια. Το νέο μπιτ. Πλάκα έχει η ζωή μπλα μπλα μπλα. Μου πήρε καιρό να γράψω. Όχι πολύ, αλλά ένιωθα ότι δεν υπάρχει κάτι που να θέλω να μοιραστώ, μέχρι χθες που είδα αυτό το κάπως αριστουργηματάκι: https://www.imdb.com/title/tt5808778/
Εμένα μου άρεσε. Εμένα μου αρέσουν κάτι τέτοια. Κάτι τέτοια είναι που μου αρέσουν εμένα.
Έπειτα βρήκα μία εφαρμογή που μαθαίνεις ξένη γλώσσα μέσα από τραγούδια: lirica. Μίλησα μετά από καιρό με την Χλόη! Ω, τι ωραίες συζητήσεις κάνω με την Χλόη. Μάλλον συμβαίνει μία μικρή επιστροφή στο 11-12 αυτό το 2020. Ωραία χρόνια. Περίεργα. Ακροβατούσαν ανάμεσα στην ταραχή, ένα μιλκσέικ και το απόλυτο δράμα. Κλασικά δηλαδή. Αλλά λέω αυτή τη φορά να μην χάσω τίποτα από το 11-12 ξανά εντελώς. Αυτά τα χρόνια έριξαν τα μπετά για το χάος του σήμερα. Φόρος τιμής λοιπόν η επαφή.
Ο κισσός μεγαλώνει. Ένα χρόνο και μισό έχω καταφέρει να μην σκοτώσω το φυτό. Ούτε τον πόθο εντελώς. Κι ενώ φαίνεται να έχει ξεραθεί, νέα φύλλα είναι έτοιμα να σκάσουν. Όλα μαζί μπίτσιζζ. ΚΑΜΠΟΥΜ.
Τι άλλα; Μείωσα κι άλλο τον στόχο των βημάτων μου. Δηλαδή το ξεφτίλισα και πάλι δεν έχω καταφέρει να μείνω πιστή. Επίσης διαπίστωσα ότι θα μπορούσα να πάρω κι άλλο μετάλλιο αναβλητικότητας διότι έναν χρόνο και μισό δεν έχω καταφέρει να μεταφέρω τον μίνι προτζέκτορα στο δωμάτιο να δω πως πατάει πάνω στο σκουρόχρωμο πετρόλ ταβάνι. Το σπίτι όχι, δεν είναι μεγάλο. Τα δωμάτια είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Καμία δικαιολογία.
Κι έτσι κυλάνε οι μέρες. Προσπαθώ να μάθω στη Φακή τα τελευταία εικοσιτετράωρα να ξεχωρίζει τον Νταλί από τον Χίτσκοκ. Ίσως είναι άκρως χαρισματική. Μετράει μόνη της, χωρίς βοήθεια από το ένα ως το δέκα και από το ένα εώς το πέντε στα ισπανικά. Ζει σε αυτόν τον κόσμο λιγότερο από έναν χρόνο και μισό. Νομίζω ότι μιλάνε πολύ αργότερα, χωρίς σειρά. Παρ'όλα αυτά το σημαντικό είναι ο Νταλί σε αυτή τη φάση. Νομίζω το μουστάκι την βοηθάει φουλ. Αν πιάσουμε ίδιο σήμα θα είναι μαγικό.
Κατά τ'αλλά ηρέμησα με τις πίτσες. Παρ'όλα αυτά δε θα το στείλω το μέιλ μάλλον στο εθνικό και θα παίξω μπαλίτσα όπως είπε ο δάσκαλος Κουέντιν: Η καλύτερη σχολή κινηματογράφου από την οποία μπορείτε να αποφοιτήσετε είναι να προσπαθήσετε να φτιάξετε μία ταινία μεγάλου μήκους χωρίς χρήματα!
Γιόλο δάσκαλε.
Τέλος είδα το khalifat και το unorthodox. Αυτό το χαριτωμένο πέρασμα από τον ισλαμισμό στον ιουδαϊσμό, πολύ μου διέγειρε την περιέργεια κι έτσι έκτοτε αφιερώνω αρκετό χρόνο να μελετήσω τα άκρα πέρα από τα δικά μας άκρα. Τελείωσα και το workin' moms! Ω ναι! Τελείωσα κάτι. Επίσης σε αυτό το σημείο συνειδητοποιώ ότι το νετφλιξ πρέπει να σπονσοράρει πούτσαμπλογκ κι εγώ πρέπει να σταματήσω να επιλέγω την εύκολη λύση.
Όχι ακόμα τέλος τελικά. Είδα κι ένα σούπερ τρομακτικό όνειρο. Δηλαδή ήταν σαν να ήμουν ξύπνια. Σα να είχα ανοιχτά τα μάτια. Τα πάντα γύρω τα έβλεπα όπως είναι. Ωστόσο κάτι ένιωσα να με πλησιάζει. Μία τρομακτική, βαριά, ανδρική φωνή, μου ψιθύρισε στον λαιμό. Δεν μπορούσα να κουνηθώ καθόλου. Φώναζα. Είχα ανατριχιάσει. Με τα πολλά κατάφερα να στρίψω από ανάσκελα στο πλάι κι άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν ακόμα ανατριχιασμένη. Σας έχει τύχει ποτέ κάτι τέτοιο;
Μπουυυυυυυυυυυ σπούκι. Θυμάμαι που στο γυμνάσιο ψάχναμε ξόρκια με τον Βασιλάκη για την Μόρα καθώς σεργιανίζαμε στα νεκροταφεία και στα στοιχειωμένα. Δεν πίστεψα ποτέ ότι παίζουν τέτοια σενάρια, μολονότι όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω μάγισσα με κρυστάλλους, πηγαιν'έλα στην Βολιβία και τέτοια. Παρ' όλα αυτά είπα μεταξύ σοβαρού κι αστείου «Μόρα Μόρα κακαβού, μέτρα τ'άστρα τ'ουρανού, την φακή του κιλού, τα βότσαλα του γιαλού κι έπειτα έλα σε εμένα». Ο Σπυράκος ορθά παρατήρησε ότι το ξόρκι είχε τρύπες, διότι τι θα συμβεί αν η Μόρα μετράει σούπερ γρήγορα; Οπότε ξανά έπιασα στα χέρια μου το δώρο της Αλεξάνδρας «η τέχνη των ονείρων» και αποκοιμήθηκα κάνοντας όνειρα πως κερδίζω τον διαγωνισμό και πάω στις Κάννες.
Υ.Γ. Να σου πω κάτι. Είδα το αφτερλωβ και δε μου άρεσε. Μου άρεσε όμως η μουσική και το πως σου πετάγεται ο τίτλος της ταινίας. Δεν κατάλαβες, με πάτησε κάτω το κομμάτι. Σαν ρώγα από σταφύλι έπεσα στο μάρμαρο και ήρθαν οι νότες του και χοροπηδούσαν πάνω μου, έπαιζαν ποδόσφαιρο ανέμελες με εμένα και γέμισε ο τόπος κρασί. Κι έτσι συνάντησα την Melentini.
Βρέχει πάλι! Την έκανα την εξέταση. Είχα πολύ χαρεί στην ιδέα της μέθης. Όταν είχα κάνει κάποια άλλη εξέταση με μέθη, μόλις ξύπνησα είχα ενθουσιαστεί τόσο από το πως εκεί που τους μιλούσα ξύπνησα σε άλλο χώρο και μου έτρεχαν σαλάκια στο μαξιλάρι! Αυτή τη φορά, ξάπλωσα. μου έβαλαν τα μηχανήματα κι άκουγα την καρδιά μου που πήγαινε πάρα πολύ γρήγορα. Μου είπαν ότι είχα αγχωθεί και τσουπ, το νιώθω όλο. Στεγνά. Χωρίς πρώτα να το συζητήσουμε λίγο. Είχα πιει τέσσερα λίτρα καθαρτικού με γεύση όχι εμετού, αλλά κακού πλαστικού φτηνιάρικου παιγνιδιού από την Κίνα, μέσα σε γλυφό νερό νησιού που δεν πίνεται, με μπόλικη μαγειρική σόδα, αλάτι και ζάχαρη. Το ήπια. Τέσσερα λίτρα, χωρίς να ξεράσω. Και μέθη δεν έγινε ποτέ. Μου είπαν πως μου έδωσαν ενδοφλέβια παυσίπονα και κάτι για να είμαι ήρεμη, αλλά δεν έκανα αυτό τον ωραίο τον βαθύ τον ύπνο της προηγούμενης φοράς, ούτε ήμουν μέσα στην τρελή χαρά μετά. Επίσης θα στο ξαναπώ, αυτό που γινόταν εκεί πίσω, το ΕΝΙΩΘΑ ΟΛΟ. Εκ των υστέρων μαθαίνω ότι μάλλον την πρώτη φορά δεν ήταν αυτό που λένε «μέθη» αλλά κάτι πιο βαρύ. Τέλος πάντων, όλα καλά. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια.
Η καραντίνα συνεχίζεται και σήμερα έφτιαξα δύο φαγητά. Δύο! Σε μία μέρα. Όχι σε ένα μήνα που είναι μία νορμάλ κατάσταση. Έφτιαξα μπακαλιάρο με σκορδαλιά και κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο. Θα σου εξηγήσω... Σχετικά με τον μπακαλιάρο και την σκορδαλιά ίσως δεν έχω κάποια καλή δικαιολογία. Ίσως γιατί ήταν η μέρα; Ή κλάιν ας φάμε όσο σκόρδο μπορούμε τώρα; Δεν ξέρω, απλά έγινε. Το κοτόπουλο με εκνεύριζε. Αποφάσισα να λιώσω άπειρες τοματούλες για να έχω στην κατάψυξη χυμό και δεν θα χωρούσαν άλλα σακουλάκια αν δεν δημιουργούσα χώρο.
Βγήκαν όλα πολύ νόστιμα. Ίσως αυτό το κοτόπουλο να ήταν ότι πιο όμορφο έχω φτιάξει ποτέ. Έκρυψα σε όλα τα φαγητά σήμερα μπίρα. Δεν ξέρω να μαγειρεύω, ούτε το ψάχνω, αλλά βάζω αγάπη. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι πως θα γίνει κάτι νόστιμο. Το φαντάζομαι νόστιμο. Νιώθω τι γεύση θέλω να έχει κι ύστερα, μαγικά, τη δημιουργώ. Ξέρω ωστόσο πολύ καλά να παραγγέλνω!
Αφού λοιπόν υπήρχε στο σπίτι άπειρο φαγητό (και δύο πίτσες από χθες) σκέφτηκα ότι ήρθε η στιγμή να ξεκινήσω σωματική άσκηση. Ναι τώρα! Τώρα που υπάρχει φαϊ και μου λένε να μείνω σπίτι. Έβαλα λοιπόν κολάν, αντιανεμικά, παπουτσάρες, έστειλα 6 στο 13033, πήρα την ταυτότητα και βγήκα. Πήγα μηχανικά να επιλέξω τον δρόμο που συνήθως δεν συναντώ πολύ κόσμο και ενώ άρχισα να ανηφορίζω, διαπιστώνω ότι αν και 19:00 το απόγευμα οι δρόμοι, η ησυχία, ο ρυθμός ήταν σα να είναι 00:00. Αλλάζω έτσι δρόμο και επιλέγω έναν κεντρικό. Όλα άδεια. Στα επόμενα βήματα βρίσκω μπροστά μου 1 cent. Ομολογώ ότι χάρηκα πολύ. Σκέφτηκα πόσο παραμυθένια είναι η ζωή μου για ακόμα μία φορά. Υπό αυτές τις συνθήκες, αυτή τη μέρα, να επιλέγω να βγω, να αλλάζω δρόμο τελευταία στιγμή για να βρεθώ πάνω στο κέρμα. Σκέφτηκα ότι ακόμα κι έτσι, η μαγεία δεν σταματά, την έλκω, όχι απλά την δημιουργώ.
Τρέχω, περπατάω, τρέχω, χωρίς να σκέφτομαι ρυθμό, χρόνο, δρομολόγια. Κάνω ό,τι μου έρθει. Στο δρόμο όσους πεζούς συνάντησα είχαν μαζί τους ένα σκύλο. Ακόμα και τα αμάξια, ήταν ελάχιστα. Ερημιά. Σε κάποια στιγμή βρήκα έναν σκύλο, είχε περιλαίμιο, αλλά δεν είχε ταυτότητα. Σκέφτηκα ότι ήταν αδέσποτος και άρχισα να του μιλάω. Τον ρώτησα αν ήθελε να συνεχίσουμε την βόλτα παρέα, του είπα «ψήσου να έχω μία καλύτερη δικαιολογία» μου γάβγισε, του σφύριξα, με ακολούθησε λίγο, του ξαναείπα «άντε έλα», μετά πετάχτηκε από κάπου ο ιδιοκτήτης, μόνο ρεζίλι... Εκεί έτρεξα για λίγο και δεν κοίταξα πίσω. Σταμάτησα για να χαζέψω ένα φανάρι. Έρημος δρόμος. Το φανάρι έκανε κανονικά τον κύκλο του μα δεν υπήρχε ούτε πεζός, ούτε αμάξι. Έπειτα παρατήρησα τα νεράντζια. Πεσμένα κάτω. Κανένας δεν τα είχε κλωτσήσει. Πήρα ένα και το άφησα να κυλήσει λίγο στον άδειο δρόμο. Το χάζεψα και συνέχισα. Βρέθηκα πάλι σε δίλημμα και αποφάσισα τελικά να μπω μέσα από την Πλάκα.
Μπροστά αρκετά μέτρα ήταν μία κοπέλα. Είχα σταματήσει να τρέχω και περπατούσα. Παρατήρησα ότι κρατάει μία κούτα από ζαχαροπλαστείο. Θυμήθηκα ότι θέλω γλυκό. Φορούσε τακούνια και ο ρυθμικός τους ήχος έσπαγε την σιωπή. Σκέφτηκα ότι χαλάει την καραντίνα και πηγαίνει επίσκεψη. Αναρχική; Ανεύθυνη; Αδιάφορη; Ξένη; Αλλά ποια είμαι εγώ να τα σκέφτομαι αυτά. Πήγα να κλέψω ξένο σκύλο. Αν και αρκετά μέτρα μπροστά μου, έφτασε στη μύτη μου το άρωμά της. Αναρωτήθηκα αν ο ιός μπορεί να ταξιδέψει όπως η μυρωδιά του αρώματος. Μετά ταξίδεψα σε κάτι άσχετες άλλες σκέψεις και την είδα να σταματάει. Γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ελαφρώς σαστισμένη. Σκέφτηκα ότι ίσως τρόμαξε, μετά σκέφτηκα να αποφύγω να την κοιτάξω στα μάτια για να αποφύγω κάποια ενδεχόμενη συναναστροφή με άνθρωπο, όχι για τον ιό, αλλά το κλασσικό που προχωράς και κάνεις ότι δεν βλέπεις κάποιον γνωστό σου. Έπειτα όμως την κοιτάω γιατί σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι τουρίστρια και να έχει χαθεί, όποτε να την βοηθήσω με το βλέμμα μου να αισθανθεί άνετα να μου πει αυτό που θέλει. Μου μιλάει και μου λέει ότι είναι πολύ ερημικά και φοβήθηκε και της λέω με μία άνεση λες και το έκανα πρόβες «έλα πάμε παρέα». Περπατήσαμε έτσι μαζί! Μου είπε να την βρω στο ίνσταγκραμ να γίνουμε φίλες. Την βρήκα και είδα ότι είναι ηθοποιός. Την κοίταξα και μου λέει «δεν είμαι γνωστή τώρα ξεκινάω».
_Κοίτα να δεις! Όταν μεγαλώσω θέλω μάλλον να γίνω σκηνοθέτις.
Μετά από την σύντομη κουβέντα μου είπε ότι είναι 33 ετών. Φαίνεται πολύ μικρότερη. Σκέφτηκα ότι μου αρέσει πολύ άνθρωπος που λέει «τώρα ξεκινάω» χωρίς να σκέφτεται ηλικιακά όρια. Σκέφτομαι ότι είναι κοινωνική σαν κι εμένα. Ότι πιθανότατα να είναι στο καστ μου κάποια στιγμή. Θα έχει πλάκα όταν μας ρωτάνε πως γνωριστήκαμε. Σκέφτομαι ότι η ζωή μου συνεχίζει να είναι παραμύθι. Έλα τώρα; Σκέψου το σκηνικό. Σκέψου το 1 cent.
_Μία φίλη στα χρόνια της πανδημίας λοιπόν, της είπα και ύστερα από λίγο φτάσαμε! Την χαιρέτισα με ένα χαμόγελο και μία μικρή υπόκλιση και συνέχισα. Συνέχισα με το χαμόγελο που την άφησα. One shot, χωρίς πρόβα, χωρίς να σταματήσω την κίνηση.
Κάπου εκεί νοερά, άρχισα να βλέπω το μπαλόνι να βολτάρει αμέριμνο στους άδειους δρόμους. Ένα μεγάλο κίτρινο μπαλόνι. Γύρω στα είκοσι μου, συνήθιζα να κάνω βόλτες με κάποιο μπαλόνι. Περπατούσα πολύ τα βράδια. Ξημερώματα και είχα παρέα ένα μπαλόνι. Άλλοτε οι δύο μας, άλλοτε με φίλους κι άλλες φορές με τυχαίους αδέσποτους σκύλους που ακολουθούσαν. Είδα το μπαλόνι να ανεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες στο μετρό. Όση ώρα στάθηκα να τις παρατηρήσω δεν τις χρησιμοποίησε κανείς.
Κατηφορίζοντας προς το σπίτι άρχισα να κλοτσάω τα νεράντζια. Κυλούσαν υπέροχα στις άδειες κατηφόρες. Έσκυβα έπιανα μερικά, τα μύριζα, τα πέταγα μπροστά σα να έπαιζα μπόουλινγκ. Έτσι όπως έσκυψα να μαζέψω ένα, βρήκα ακόμα ένα κέρμα των 2 cents. Εκεί βεβαιώθηκα. Η ζωή μου είναι παραμύθι σπουδαίο. Όλο αυτό έπρεπε να το καταγράψω. Οι άδειοι δρόμοι κι ο λόγος που τους έχει ερημώσει, είναι μία στιγμή που πρέπει να απαθανατιστεί. Οι δρόμοι πρέπει να γεμίσουν μπαλόνια και νεράντζια. Η κίνηση που δεν είναι φυσιολογικό να ντύνεται από τόση μοναξιά πρέπει να μείνει. Πρέπει να σπάσει το παράξενο, από το απροσδόκητο. Όπως σου είπα η εικόνα της πόλης, είναι εικόνα μίας πόλης τα ξημερώματα. Όμως τα ξημερώματα τα φανάρια σταματάνε και οι σκάλες στο μετρό δεν λειτουργούν. Αυτό που συμβαίνει είναι ανατριχιαστικό. Τί πρέπει όμως να στείλω στο 13033 που δεν έχει την επιλογή;
7: σκορπίζω μπαλόνια και νεράντζια στην άδεια πόλη και αιχμαλωτίζω τη στιγμή στην κάμερα μου.
Προσπαθώ όλα αυτά τα χρόνια, όσο μπορώ να κρατήσω το μπλογκ έξω από την ροή της πραγματικότητας. Έξω από το «επίκαιρο». Προσπαθώ να αγναντεύω τον κόσμο που καίγεται με ενδιαφέρον, αλλά προτιμώ εδώ να χτενίζομαι. Δεν το συζητάω για τις υπόλοιπες πλατφόρμες τις οποίες χρησιμοποιώ για να μοιραστώ κανένα τραγουδάκι ή για την παρατήρηση και την απογύμνωση χαρακτήρων, αλλά για εδώ που νιώθω ότι είναι ένα παραθυράκι να μοιράζομαι τις αδιάφορες σκέψεις μου με όσους ίσως κάπως, κάποτε συναντήθηκαν οι ιστορίες μας.
Δεν είναι ότι δεν έχει χρώμα, ή ταυτότητα, απλώς έχει όλα τα χρώματα και όλες τις ταυτότητες μέσα. Δεν μπορείς να βρεις κάποια άκρη, γιατί η ζωή είναι κουβάρι. Είναι στρογγυλή και κυλάει. Δεν μπορεί να έχει γωνίες αιχμηρές και να χτυπάς ή να χτυπιέσαι. Όχι ότι δεν είναι στερεό, αλλά αναλόγως με την θερμοκρασία και την πίεση, ενδέχεται να μετατραπεί σε υγρό ή ακόμα και αέριο. Βέβαια μολονότι αλλάζει η κατάσταση της ύλης, δεν αλλάζει το σώμα. Αυτό ως υπεράσπισή μου αν ποτέ κάποιον στενοχώρησα ή αν έδρασα απρόσμενα ακόμα και για τον ίδιο μου τον εαυτό. Ζητώ συγγνώμη για το σοκ, μα να θυμάσαι αυτό για την ύλη. Άλλωστε όλα καταλήγουν σε μία κοινή αλήθεια και απορώ πως μπορεί κάποιος να ξεχνιέται...
Σίγουρα το περισσότερο μέσα μου αναγνωρίζει τη ματαιότητα ως τη μοναδική αλήθεια, αλλά υπάρχει και το αλάτι. Ένα αλάτι από παραμύθια που σε πείσμα της αλήθειας, μου, ντύνει κάθε μέρα πανέμορφα το χάος. Χωρίς ιδιαίτερο νόημα κι άλλοτε με πολύ συγκεκριμένο. Μάλλον από πάθος, αυτό που συνέχεια σου λέω ότι ψάχνω, μα να δεις ότι δεν το βρίσκω γιατί το έχω καταπιεί. Παρ' όλα αυτά καθόμαστε σε ένα στρογγυλό τραπέζι εγώ, εσύ, ο Νίτσε κι ο Άρθουρ και σηκώνει το φρύδι ο ένας στον άλλον κάπως επιθετικά. Πίσω ο Βάγκνερ παίζει στο πιάνο το «μου 'φαγες όλα τα δαχτυλίδια» και απ'ότι φαίνεται θα λύσουμε το πρόβλημα φτύνοντας ρίμες.
Γι' αυτό λοιπόν χτενίζομαι. Όχι γιατί δεν ξέρω σε ποια μέρη νιώθω όμορφα, αλλά γιατί μου αρέσει να παρατηρώ. Εσύ; Συμφωνούμε θυμάμαι στα περί αισθητικής. Πιστεύω εξ'άλλου ότι, ηχηρότερο όλων είναι η σιωπή. Οι όσοι τρυπούν το σύστημα, διεισδύουν για να το αλλάξουν. Οι όσοι είναι μυστικοί σούπερ ήρωες.
Δημιουργούν ένα τεράστιο κύμα οι φωνές ναι, μα η βρώμικη η σκληρή δουλειά γίνεται από πίσω, από κάτω, από μέσα, από τα πλάγια κι αυτό δε θα αλλάξει όση «ελευθερία» κι αν δοθεί με τη σέσουλα στους φωνακλάδες. Θα μου πεις πως πολύ σημαντικά πράγματα δε θα είχαν αλλάξει προς το καλύτερο αν κάποιος δε φώναζε να ξεκινήσει το κύμα, αλλά επίτρεψέ μου να εστιάσω στους αφανείς. Πάντα, για όλα πλέον θα πιστεύω, ότι το μπράβο ανήκει σε ό,τι βρίσκεται πίσω από αυτό που φαίνεται. Πίσω από αυτό που έγραψε η ιστορία. Ή καλύτερα πίσω από αυτό που έγραψαν οι αναγνωρισμένοι ως ιστορικοί.
Επίσης σκέψου ότι είμαστε σε μία εποχή που υπάρχει τόση φασαρία που δεν ακούς τίποτα καθαρά. Ακόμα και στις περιπτώσεις που κάποια φωνή δυναμώνει γιατί άγγιξε πολλούς, συντονίστηκαν μαζί της πολλοί, καταστρέφεται γρήγορα από τους λίγους που γυρεύουν καυγάδες και λάθη. Μπολιάζεται το οτιδήποτε μαζί με όλα τα αντίθετά του κι έτσι το κύμα ξεφεύγει και προσπαθεί να σχολιάσει, να μαλώσει και να αναλωθεί, αντί να περάσει σαρωτικό και να βελτιώσει κακώς κείμενα. Σκέπασε η μισαλλοδοξία την ματαιότητα και κινδυνεύουν τα παραμύθια αδερφέ.
Που θέλω να καταλήξω; Μα φυσικά πουθενά! Ποτέ πουθενά. Αλλά να, έχω να κάνω μία κολονοσκόπηση την Τρίτη και στοχάζομαι διάφορα. Αύριο θα πρέπει να μην φάω τίποτα και να πίνω όλη μέρα ένα καθαρτικό με γεύση εμετού όπως μου περιέγραψε ο γιατρός. Παρ'όλα αυτά εγώ σκέφτομαι τον Τσιόρδα εντονότερα της φάσης «κολονοσκόπηση». Σκέφτομουν τον Τσιόρδα να κάνει κακάκια ουράνιο τόξο. Τον Τσιόρδα θαλασσοψυχούλα. Τον Τσιόρδα θλιμμένο κουτάβι να θέλει αγκαλίτσες. Γιατί; Να, παρατηρώ το πόσο πολύ δηλώνουν όλοι ότι τον αγαπούν. Καταλαβαίνω ότι τον έχουμε συνδυάσει με ένα σταθερό ραντεβού σε μία εντελώς ασταθή περίοδο. Έχει και μία περίεργη κάπως γλυκοφατσούλα, που είχε κάποτε ένας καλός δασκαλάκος στα παιδικάτα μας. Αλλά τόσο πολλή αγάπη, τόσο γρήγορα; Ύποπτο. Με κάνει να αισθάνομαι άβολα. Και καλά τα ΜΜΕ, η κυβέρνηση κ.λ.π. Σκεφτόμουν ότι ίσως τον πάνε για προεδράρα και ρίχνουν τα πρώτα τσιμέντα σιγά σιγά. Αλλά να τον βάλει και εικόνα εξωφύλλου ένας παλιός μου δάσκαλος; Άκρως φυσιολογικός και οξυδερκής κατά τ'άλλα για τα γούστα μου. Μα ωσάν Ρουβίτσα; Τσιορδίτσα;...
Μετά με φοβήθηκα που σκέφτηκα τοιουτοτρόπως. Συνωμοσιολογικά. Διαβάζω αυτές τις μέρες τις τόσο παθιασμένες θεωρίες συνωμοσίας-αφύπνισης που δυστυχώς δεν μπορώ να μοιραστώ εδώ μαζί σας, αλλά σίγουρα θα έχετε κι εσείς μπόλικους από δαύτους. Όσο με διασκεδάζουν, άλλο τόσο με τρομάζουν. Ένας έλεγε ότι τον έστειλε ο Θεός να μας αφυπνίσει ώστε να βγούμε στα μπαλκόνια και να φωνάζουμε «αέρααααααα» τώρα που μας στέρησαν την ελευθερία, που με τόσο κόπο κέρδισε ο λαός μας από τους Τούρκους και τώρα σαν τα πρόβατα ξεπουλάμε, επειδή μας ψέκασαν επίτηδες με κορονοϊό, για να γίνει εύκολα η δουλίτσα. Άλλη, να λουστούμε και να πιούμε ξύδι κι έτσι ο ιός ούτε που θα τολμήσει να μας πλησιάσει. Και μία άλλη εννοείται ότι κατάφερε να συσχετίσει το Τσιόρδα με τα οφέλη του βιγκανισμού και του θηλασμού. Κι εντάξει λίγο πολύ ξέρεις με τόση παρατήρηση πως βλέπει ο καθένας τον κόσμο, που στέκεται και μέχρι που είναι πρόθυμος να ταξιδέψει, αλλά αυτή η πανδημία είναι φωτιά. Είναι αποκάλυψη. Πώς ξεγυμνώθηκαν έτσι ρε; Να φταίει τάχα ότι έχουν περισσότερο χρόνο; Να φταίει η ανάγκη για αλληλεπίδραση κι επαφή που με τόσο #μένουμεσπίτι δεν μπορεί εύκολα να κοιμηθεί με ό,τι είχε συνηθίσει ο καθένας να τη νανουρίζει; Μήπως φταίω εγώ;
Σε καμία περίπτωση δεν είμαι ενοχική. Ήθελα απλώς να κλείσω την παράγραφο, άλλωστε τα συζητήσαμε αυτά περί ύλης πριν. Κλείνω. Ηρέμησα. Καλός ο Τσιόρδας, αλλά σκέφτομαι τι είναι πίσω, πλάι του, μέσα του που τον κάνει Τσιόρδα, αλλά δε φαίνεται. Γιατί είπαμε έχουν τόση ανάγκη οι άνθρωποι για Μεσσίες, προσωποποιήσεις, ορισμούς, λέξεις, ομάδες και ταυτότητες;
Ξέρεις, τα μαλλιά μου είναι μπούκλες και δεν τα χτενίζω ποτέ. Δηλαδή τα χτενίζω όταν είναι βρεγμένα. Αν ποτέ κάνω το λάθος και πλησιάσω βούρτσα με στεγνό μαλλί, τότε είναι σα να αγγίζω μία γεννήτρια Βαν ντε Γρκάαφ. Μου έχει μείνει αυτή η γεννήτρια από μία εγκυκλοπαίδεια που είχα. Ήταν το λήμμα της τελευταίας σελίδας ενός τόμου. Ω ναι! Κάποτε είχαμε εγκυκλοπαίδειες όχι γκούγκλ. Η μεγαλύτερη καύλα όλων ήταν όταν απέκτησα το παπυράκι, ένα εγκυκλοπαιδικό λεξικό που είχε και εικονίτσες! Ήμουν έτη φωτός μπροστά. Το είχα κερδίσει γιατί είχα πάρει βραβείο και αριστείο στο γυμνάσιο λόγω των επιδόσεών μου. Βαθμούς που ποτέ δεν κατάλαβα πως έβγαζα, αφού με καμάρι μπορώ να πω πως ποτέ μου δε διάβασα. Ποτέ δε διάβασα αυτά που είχα για να διαβάσω. Που έπρεπε. Διάβασα στην τρίτη δημοτικού την μυθολογία και στην α' και β' τα ανθολόγια. Την εγκυκλοπαίδεια μου την είχε δωρίσει ένας ιερέας. Αχ και να ήξερε ότι έριχνε κι αυτός με το δώρο του τα τσιμέντα για να με απομακρύνει από κοντά του. Θα μου την χάριζε άραγε;
Η ώρα είναι σχεδόν 06:00. Ξεκίνησε βροχή και για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού από τις 06:00 κι έπειτα τίθεται σε ισχύ το μέτρο της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Δεν είναι ακριβώς απαγόρευση αλλά περιορισμός άσκοπης κυκλοφορίας. Δηλαδή όσοι μένανε σπίτι τις προηγούμενες μέρες δε θα δυσκολευτούν ιδιαιτέρως αφού δεν αλλάζει κάτι πέρα από το διαδικαστικό κομμάτι που πρέπει να έχεις μαζί σου ένα σμσ ή μία βεβαίωση για το που πας και τίνος είσαι. Αν δεν έχεις υποτίθεται ότι θα πληρώνεις 150€. Τραγελαφικά πράγματα. Με προβληματίζει βέβαια το γεγονός ότι για σχετικά αντικοινωνική και αρκετά άναρχη, παίζω προς το παρόν τίμια με τους κανόνες του νέου παιγνιδιού. Υποθέτω πως είναι θέμα κοινής λογικής και ευθύνης και δεν με έχουν ψεκάσει με ιό, πανούργα νεφελίμ, μασόνοι και σειρήνες προκειμένου να με κάνουν ρομπότ.
Υ.Γ. Ελπίζω να γνωρίζετε ότι, μετεωρίτες και εξωγήινες εισβολές σε προηγούμενες δημοσιεύσεις, ήταν χαριτωμενιές κι όχι κάποια αφύπνιση. Αν όχι, το ξεκαθαρίζω.
Υ.Υ.Γ. Τα μαλλιά μου κάνω μπούκλες, απολύομαι ψαρούκλες. Θα το κάνω κομματάρα. Κάτι δημιουργικό πρέπει να μείνει από την όλη φάση.
Υ.Υ.Υ.Γ. Υπενθύμιση: Πρέπει να δημιουργήσω μία ηλεκτρονική βάση καταχώρισης νόστιμων δεδομένων, στην οποία να έχουν εύκολη πρόσβαση αγαπημένοι.
Υ.Υ.Υ.Υ.Γ. Δεν είναι τρομακτικό πως η πανδημία μου δημιουργεί σχεδόν την ίδια ανάγκη να γράψω όσο ο έρωτας;
Υ.Υ.Υ.Υ.Υ.Γ. Αν ένιωσες αυτά που προσπαθώ να πω παραπάνω, όλες τις γάτες, την αναφορά στην όπερα, την αίσθηση της βροχής στο πρόσωπό σου, παρακαλώ άφησε ένα θαυμαστικό στα σχόλια για συμπαράσταση.
Συμβαίνει όντως. Αυξάνονται οι νεκροί και τα κρούσματα. Σε άλλες χώρες δυστυχώς αυτό που συμβαίνει είναι πολύ χειρότερο. Μοιάζει λένε με πόλεμο. Όχι ότι δεν υπήρχαν άλλες αιτίες για να πεθάνει κάποιος, απλώς προστέθηκε άλλη μία. Από παντού μας στέλνουν το μήνυμα να μείνουμε σπίτι. Πιστεύω θα υπάρξουν εν καιρώ κι αυστηρότεροι περιορισμοί γιατί είναι αρκετοί αυτοί που αγνοούν τα πάντα. Από την επόμενη Κυριακή θα κλείσουν και τα ξενοδοχεία. Ήδη έχουν ορίσει χρηματικό πρόστιμο σε όσους συναθροίζονται και είναι παραπάνω από δέκα άτομα. Παρακαλούν συνέχεια οι όσοι μετακινούνται να το κάνουν μόνο για τους απολύτως απαραίτητους λόγους: αγορά τροφής, αν έχεις κάποιο προγραμματισμένο ιατρικό ραντεβού, αν έχεις σκύλο να τον βγάλεις, αν εργάζεσαι ή αν θες να τρέξεις, άντε το πολύ παρέα με άλλον έναν. Αναμένεται να κλείσουν σύνορα. Επίσης ίσως αν μεγαλώσουν οι αριθμοί υπάρξει απαγόρευση κυκλοφορίας όπως στην Ιταλία. Αν συμβεί αυτό, πιστεύω θα συμβεί προς το τέλος της επόμενης εβδομάδας. Πόσο πολύ μοιάζει με πόλεμο; Με χούντα; Μία μεγάλη παύση σε όλα σχεδόν λοιπόν. Θα μπορούσες από την άλλη να πεις, αν σκεφτείς το «ουδέν κακό αμιγές καλού» ότι είναι μία ευκαιρία για πολλά πράγματα. Μία ευκαιρία να αλλάξεις ρυθμούς. Να ξεκουραστείς. Να μάθεις αν οι γρήγοροι, εξαντλητικοί ρυθμοί που έχεις επιλέξει να ζεις, είναι πραγματικά αυτό που σε κάνει χαρούμενο ή είναι αυτό που υπηρετεί την καλή ζωή άλλων και απλώς σου επιστρέφει πίσω κάποια χαρτονομίσματα, που βλέπεις πόσο εύκολο είναι τελικά να μην προλάβεις καν να τα ξοδέψεις. Να θυμηθείς πώς είναι να είσαι παιδί και να έχεις διακοπές από το σχολείο. Να σκεφτείς τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις. Αν ο χώρος σου είναι φυλακή ή σπίτι; Αν οι συγκάτοικοι σου είναι σωστές επιλογές; Πόσο χρόνο μπορείς να περάσεις κοντά τους; Μόνο κοντά τους. Όμορφα, χωρίς εντάσεις που δεν οδηγούν πουθενά... Να δεις γιατί χρειάζεσαι γύρω σου τόσο κόσμο ή τόσους καφέδες και ποτά, τόσο θόρυβο για να μην ακούς τις σκέψεις σου. Πόσο χρόνο αντέχεις να περάσεις μόνος σου. Τί θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Θυμάσαι; Θυμάσαι που ζωγράφιζες; Ή σκάρωνες στίχους; Θυμάσαι το παραμύθι που ξεκίνησες να γράφεις ή εκείνη τη μουσικούλα; Το βιβλίο που άφησες στη μέση γιατί δεν προλάβαινες ή την τριλογία που πάντα ήθελες να δεις; Θες να σκεφτούμε το επόμενο σενάριο ή να γράψουμε ένα καινούργιο τραγούδι;
Έπειτα πήρε μία κάποια ανάσα ο πλανήτης. Μειώθηκαν λένε οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, κολύμπησαν δελφίνια (;) στα κανάλια της Βενετίας. Το θέμα είναι τι θα συμβεί μετά; Θα χτυπήσει όλο αυτό καμπανάκι σε κάποιους; Ότι μπορούν να συμβούν χειρότερα πράγματα. Ανά πάσα στιγμή. Πράγματα που μουδιάζουν τα πάντα. Που δεν τα έχουμε συναντήσει ξανά και μπορούν να διαταράξουν τις μέρες μας, την κανονικότητα, την υγεία, την ψυχική υγεία, την οικονομία. Έγραφα τις προάλλες τους προβληματισμούς μου σχετικά με την ύπαρξη συνόρων και πολέμων. Τώρα άραγε αυτό που συμβαίνει θα ταρακουνήσει κάποιους να καταλάβουν πώς είμαστε όλοι ίσοι. Ότι η επιβίωση υπερισχύει όλων των υπολοίπων και δεν έχει χρώμα, γλώσσα, φύλο, χρήματα ή χώρα; Λες να το θυμούνται οι άνθρωποι και να είναι μία ευκαιρία για έναν άλλο κόσμο καλύτερο πριν πιάσει κι άλλο πάτο; Λες να ξεχάσουμε γρήγορα; Ή μήπως λες κάποιος να το εκμεταλλευτεί; Φαντάζεσαι να υπάρχουν εξωγήινοι; Θα ήταν ίσως μία σούπερ ευκαιρία για επίθεση!
Ουάου. Από τη στιγμή που πήρα το λάπτοπ για να γράψω, μέχρι τώρα που όντως άνοιξα τη σελίδα (δυό φλυτζάνια τσάι μετά) έχει γίνει πανικός. Ήθελα να γράψω πως το θέμα ιός παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Παγκοσμίως και μέσα στην Ελλάδα. Έκλεισαν τα σχολεία, πλακώθηκαν επιστήμη και εκκλησία κι ευτυχώς αυτή τη φορά δεν νίκησαν οι μάγοι. Βγήκε χάσταγκ #μένουμεσπίτι και τονίζεται παντού ότι δεν πρόκειται για διακοπές, αλλά για καραντίνα.
Θα έγραφα έτσι, γιατί το σαπούνι είναι αποδοτικότερο όλων για την πρόληψη, για την έλλειψη αρχικά των μασκών (οι οποίες ενημέρωσαν ότι δεν είναι χρήσιμες ως όπλο) κι έπειτα των αντισηπτικών. Εξαφανισμένα από παντού. Κάποια δε καταστήματα που είχαν κάποια τελευταία, είχαν την τριπλάσια απ' ό,τι συνήθως τιμή. Και μπουμ, ανοίγω την σελίδα και ταυτόχρονα σκάει είδηση: κλειστά όλα. Δηλαδή, όλα εκτός από τα σούπερμαρκετ, τα φαρμακεία και τα φαγάδικα take away, που δεν έχουν τραπεζοκαθίσματα.
Σκέφτομαι ότι ίσως αυτό που μένει σε όποιον μολυνθεί, είναι πιο βαρύ και διαρκεί για πάντα. Ίσως το υποψιάζονται. Έπειτα μου πέρασε από το μυαλό ότι η κοτρόνα που θα πλησιάσει πολύ κοντά από το διάστημα, ίσως να μην πλησιάσει απλώς, αλλά να μας μπει και επειδή είτε δεν ξέρουν που ακριβώς θα πέσει, ή δεν θέλουν όσοι μένουν στο σημείο που θα πέσει να μετακινηθούν με τις όποιες κακές επιπτώσεις θα έχει μία τέτοια ροή, να το αποκρύπτουν εντέχνως τραβώντας την προσοχή κάπου αλλού... Φαντάζεσαι;
Εντυπωσιακά όλα. Κακά, αλλά άκρως εντυπωσιακά. Αδιαμφισβήτητα ζούμε μεγάλες στιγμές. Ελπίζω να εξελιχθούν όλα καλώς και σύντομα να σταματήσει η πανδημία.
Παρ' όλα αυτά, είναι σπουδαίο το πόσο καθαρή έγινε η πόλη. Επιτέλους άρχισαν να πλένουν τα χέρια τους συχνότερα. Το ξέρεις ότι κάποιοι δεν τα έπλεναν καθόλου; Ούτε καν όταν έβγαιναν από την τουαλέτα... Επίσης είναι τρομακτικό το πόσοι πολλοί δεν πλένουν τον κώλο τους.
Μα είναι δυνατόν να κάνεις κακάκια και να μην πλένεις με νερό και σαπούνι. Οπότε δεν το κάνεις, γιατί αν το έκανες θα χρειαζόσουν λιγότερο χαρτί για ένα στέγνωμα, οπότε δε θα ΤΕΛΕΙΩΝΕΣ ΤΑ ΚΟΛΩΧΑΡΤΑ στα σούπερ μάρκετ. ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ αγοράζετε σαν τρελοί κωλόχαρτα; Εντάξει το χαρτί κουζίνας να το καταλάβω, είμαι εθισμένη στο να το σπαταλώ, αλλά γιατί κωλόχαρτο; Να πεις ότι είναι ξηροί καρποί, να σου πω οκ. Κονσέρβες; ΟΚ θες να το ζήσεις... Αλλά γιατί χαρτί; Τι πρέπει να ξεσπάσει για να μάθετε να πλένετε τον κώλο σας;
Το τηλέφωνο χτύπησε. Ρινγκ ρινγκ ο γνωστός ήχος. Δεν μπορούσε να απαντήσει. Το έκλεισε και θα έπαιρνε πίσω μετά. Ο ίδιος αριθμός είχε καλέσει και νωρίτερα, αλλά η Έλλη ήταν φοβερά απασχολημένη στα όνειρά της. Λίγες στιγμές αργότερα πήρε πίσω τον άγνωστο αριθμό. Δεν κατάλαβε αμέσως την φωνή που άκουγε και μόλις την αναγνώρισε χαμογέλασε. Μάλλον θα χαμογέλασε τόσο πλατιά που το χαμόγελο της τρύπησε το ακουστικό και η φωνή το ένιωσε. Μίλησαν κάποια λεπτά κι ύστερα τερμάτισαν την κλήση.
Άφησε από τα χέρια της το τηλέφωνο να πετάει στο διάστημα κι αναρωτήθηκε πόσες χιλιάδες ώρες είχαν περάσει κι αν είχε συγκροτήσει τελικά την σκέψη της. Δύσκολη η ζωή σε συνθήκες μηδενικης βαρύτητας. Καθώς έκανε αυτές τις σκέψεις έπεσε πάνω σε έναν κροκόδειλο που έκλαιγε. Έσκυψε και τον φίλησε γλυκά στο μέτωπο.
_Πώς σε λένε;
_ Ρόλι Τόμι Τζόουνς.
_ Περίπλοκο
_ Το τσάι από όπιο κοστίζει 29$ την εποχή του καλοκαιριού.
_ Τι;
_ Το τσάι από όπιο κοστίζει 29$ την εποχή του καλοκαιριού.
_ Γιατί κλαις;
_ Γιατί σου μιλάω και δεν με ακούς. Άκου τι κομμάτια παίζει!
_ Φοβάμαι πώς δε γνωρίζω ποιος είστε.
_ Εσύ!
_ Εγώ τι;
_ Είμαι εσύ.
Ο κροκόδειλος άνοιξε διάπλατα τα υγρά μάτια του και κοίταξε την Έλλη. Τα μάτια του ήταν καθρέπτες. Η Έλλη εστίασε στον αντικατοπτρισμό της. Δεν ήταν εκείνη όμως. Δηλαδή ήταν η Έλλη, αλλά έμοιαζε κάπως με κροκόδειλο, που είχε σώμα ελαφιού, μία λάμπα για καρδιά και χλωμό πρόσωπο σαν το φεγγάρι. Τρόμαξε κι έκανε μερικά βήματα πίσω.
_Θα είστε ακόμα σε εκείνο το μπαρ; Θα είστε ακόμα σε εκείνο το μπαρ; Θα είστε ακόμα σε εκείνο το μπαρ; Θα είστε ακόμα σε εκείνο το μπαρ; Θα είστε ακόμα σε εκείνο το μπαρ;
Η Έλλη τρόμαξε κι άλλο από την επίμονη ερώτηση του κυρίου Τζόουνς. Άρχισε να τρέχει μακριά του και ο χώρος βυθίστηκε σχεδόν στο σκοτάδι. Στο διάστημα έσβησαν όλα τα αστέρια, εκτός από την καρδιά της.
Άνοιξε τα μάτια της, πετάχτηκε από το κρεβάτι κοίταξε τον καθρέπτη στην άκρη του δωματίου και ήταν τόσο χλωμή! Μα τί όνειρο ήταν πάλι αυτό. Πώς γίνεται μόλις κλείνει τα μάτια να συμβαίνουν τόσο παράξενα πράγματα. Έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό της, τεντώθηκε και άνοιξε το παλιό της ραδιόφωνο να γεμίσει το σπίτι μουσική.
Έξω εκείνη την μέρα είχε συννεφιά. Οδηγούσε το αμάξι και έβγαινε συνέχεια σε αδιέξοδα. Πολύ περίεργη περιοχή. Ήθελε να ξυπνήσει νωρίτερα, αλλά πάλι δεν τα κατάφερε. Έβλεπε ένα πολύ περίεργο όνειρο και δεν ήθελε να το χάσει. Αφού ξύπνησε, ήθελε να πάει κάπου. Δεν ήξερε συγκεκριμένα που, αλλά σίγουρα ήθελε να πάει «κάπου». Τελικά όταν κατάλαβε ότι δε θα έβρεχε και το σπίτι γέμισε ξανά ησυχία και κρύο, πήρε το αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο εκτός από τα πόσα ml έχει μία σταγόνα. Να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω πως έφτασε σε αυτή την σκέψη, αλλά ξέρω ότι οδηγούσε αναζητώντας την απάντηση.
Στον δρόμο κι ενώ ήταν βαθιά απορροφημένη με τη σταγόνα, σχεδόν πήγε να πέσει στο αμάξι που ήταν μπροστά της. Κοίταξε καλύτερα την πινακίδα του και πάγωσε! Ήταν η ίδια πινακίδα με το παράξενο όνειρό της. ΡΟΖ 6000...
Ο Σνουπ Ντογκ, μοιάζει λίγο σε έναν γείτονα μου. Ο γείτονας μου ίσως σύντομα πεθάνει. Δε θα το ήθελα καθόλου αυτό. Είναι βέβαια δική του επιλογή. Μάλλον. Βέβαια όλοι θα πεθάνουμε, αργά ή γρήγορα. Κάποτε κάποιος μου έδωσε ένα βιβλίο του Επίκουρου γι'αυτό. Όχι βασικά του ίδιου, αλλά του κήπου του. Δηλαδή το βιβλίο πραγματεύεται λιγουλάκι θάνατο και λέγεται «Στον κήπο του Επίκουρου, αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου». Το βιβλίο το έχει γράψει ο Γιάλομ. Γιόλο. Μου το έδωσε ένας κύριος σε φάση που η φάση «θάνατος» έφερνε αρκετές βόλτες στο παιδεμένο μου κεφάλι. Θα με ανακούφιζε είπε. Έκτοτε άρχισα να ξεφορτώνομαι λίγη σκέψη. Δεν ξέρω αν την ξεφορτώθηκα προκειμένου να μην διαβάσω το ανάγνωσμα η τεμπέλα, ή αν η ιδέα ότι υπάρχει κάποια πανάκεια-σωσίβιο, είναι αυτό που χρειαζόμαστε εν τέλει εμείς οι άνθρωποι. Αχ αυτή η ιδέα. Όλα γυρνάνε γύρω από ιδέες. Έχω κι ένα μπλοκάκι, που γράφεις τις ιδέες που σου έρχονται την αργά τη νύχτα! Έχω κι ένα άλλο μπλοκάκι που αποφάσισα για δεύτερη φορά στη ζωή μου να γράφω τα όνειρα που βλέπω. Σαν ένας άλλος Κέρουακ κι εγώ, σαν ένας Καστανννννιέδα. Η προηγούμενη πρόταση θα μπορούσε να είναι τραγούδι για την μπάντα μου. Η μπάντα η καινούργια που όλο λέω να ξεκινήσουμε να γράφουμε τη μουσικούλα και να πάμε σε κανά στούντιο να το νιώσουμε στο πετσί μας κι όλο κάτι μου τυχαίνει. Να, σαν την ραπτομηχανή που έτυχε προχθές, που έθεσα σε λειτουργία και άρχισα να ράβω νέες ιστορίες, μοναδικές και καθόλου φορεμένες. Θα μου πεις δεν έτυχε, σε περίμενε καιρό. Σαν τα γράμματα που έχω αγοράσει από τότε στο παζάρι κι ακόμα να τα διαβάσω όλα για να μην μου τελειώσουν, σαν ένα βιβλίο του Γιάλομ, σαν ένα μπλοκάκι για όνειρα που πάντα αφήνω για αργότερα να τα γράψω κι όλο τα ξεχνάω, σαν τις ιδέες που είναι πολλές και τέλειες αλλά τί περιμένω για να τις περάσω από τον κόσμο των ιδεών σε αυτόν τον κόσμο; Σαν το ύφασμα που θέλω να πάω να αγοράσω, ένα ύφασμα που θέλω να ερωτευτώ και να με εμπνεύσει. Τελικά μήπως εκτός από ιδέες, χρειαζόμαστε και ομοϊδεάτες να μας φυσάνε αεράκι για το πανάκι μας; Απόψε δε φυσάει καθόλου. Εκτός από τον ανεμυστήριο δηλαδή που με λούζει με αγάπη. Είμαι περισσότερο κορίτσι ανεμιστήρα θα έλεγα, παρά κορίτσι αρκουδίσιον. Ωραίες νύχτες αυτές οι καλοκαιρινές, αρκεί να μην ιδρώνεις. Αλήθεια, έχει ιδρώσει ποτέ το αυτί σου; Θυμάμαι μία φορά εκεί που καθόμουν, ένιωσα μία σταγόνα να γεννιέται μέσα στο αυτί μου! Είμαι πολύ σίγουρη ότι εκεί ήταν η αφετηρία της. Το αυτί. Πόσο χαρούμενη ήμουν εκείνη την μέρα που ίδρωσε επιτέλους το αυτί μου.
Υ.Γ. Σε παρακαλώ (ξανά), αν και το απεύχομαι, σε περίπτωση που κάτι κακό συμβεί, αναζήτησε τα μπλοκάκια μου όλα. Όλα, όλα. Αυτά για τα όνειρα, τις ιδέες, τα ταξίδια, τη ζωή, τους έρωτες, τις αναμνήσεις και φρόντισε να φτάσουν στα χέρια της Φακής. Τα σημειωματάρια, τα κουτιά των θησαυρών, ο παππούς στο κάδρο, το σκούτερ και το μπλογκ. Κατάλαβες;
Υ.Υ.Γ. Είμαι σούπερ φλώρα, την βρίσκω με περιέ λάιμ και θεωρώ το πιο γαμάτο καλοκαιρινό κοκτέιλ το νερό με έξτρα πάγο. Καλά ίσως και το πολύ πολύ ελαφρύ μοχίτο με έξτρα ζάχαρη. Άσχετο.
Υ.Υ.Υ.Γ. Πόσο θα ήθελα να μάθω καινούργια τραγούδια. Παλιά δηλαδή ή και νέα, που δεν έχουν φτάσει ακόμα στα αυτιά μου. Διψάω για μουσικά ερεθίσματα και έχει καύσωνα. Σε παρακαλώ...
Ρώτησα τα κορίτσια κάπου τα ξημερώματα, αν έβρισκαν ένα δελφίνι στη μέση του δρόμου τί θα σκεφτόντουσαν, τί θα έκαναν... Βρισκόμασταν στον περιφερειακό του Υμηττού σε ένα ακόμα αποτυχημένο κυνήγι του φεγγαριού. Το φεγγάρι δεν το προλάβαμε, χάθηκε κατακόκκινο προτού το χορτάσουν λίγο καλύτερα τα μάτια μας και το δελφίνι δεν βρέθηκε τελικά στη μέση του δρόμου ποτέ εκείνο το βράδυ.
Σήμερα στον σκεπασμένο με δέντρα και άδειο δρόμο πλησίον του σπιτιού μου, που συνήθως επιλέγω για να πάω στην εργασία μου, είδα στη μέση, μία ροζ μεγάλη μεγάλη μπάλα. Δίχως να κατέβω από το ροζ μηχανάκι, πήγα κοντά και την κλότσησα. Το πρώτο λάκτισμα έγινε καθαρά για την χαρά που μπορεί να σε γεμίσει η ενέργεια του να κλοτσάς μία ροζ μπάλα, πάνω από μία ροζ μηχανή, σε έναν καταπράσινο, άδειο δρόμο. Μία δεν ήταν αρκετή κι έτσι το επόμενο λάκτισμα συνοδεύτηκε τάχα από σκέψη ευθύνης. Πλέον η ενέργεια δεν ήταν καθαρά και μόνο για την τέρψη, ήταν και για να σώσω τον κόσμο από την καταστροφή. Η κίνηση είχε ως στόχο να φύγει η μπάλα από τη μέση του δρόμου. Να μην χτυπήσει κάποιος που δε θα καταφέρει να δει τον ελέφαντα, που στέκεται στη μέση του δωματίου μέσα σε ένα τέλειο ροζ τουτού ισορροπώντας σε ένα από τα τέσσερά του πόδια. Η μπάλα κινήθηκε πράγματι προς το πεζοδρόμιο δεξιά, μα αδύναμη και χαμένη καθώς ήταν, βρέθηκε διάολε στο αντίθετο ρεύμα λίγες στιγμές αργότερα. Ποιος να το περίμενε... Το αίσθημα ευθύνης γιγαντώθηκε ώσπου διαλύθηκε απότομα στη θέα μίας μπλε μηχανής που ερχόταν από τ'ανάποδα! Εκεί ήρθε πάλι η χαρά. Με είχε δει που κλοτσούσα την μπάλα και είτε θα ανταλλάζαμε μία πασούλα (σενάριο υπερτέλειο), είτε θα φούντωνε μέσα του ο «μεγάλος» και η ευθύνη και με μία κλοτσιά του θα απέτρεπε το κάποιο επικείμενο ατύχημα. Κι ήταν τόση η λαχτάρα μου να παίξω που γύρισα κεφάλι να δω τι θα κάνει. Ξέρετε τί έκανε; Με έναν αντιαισθητικό ελιγμό απέφυγε την μπάλα. Απέφυγε τον ελέφαντα, το δελφίνι, το παραμύθι. Απέφυγε την ανεμελιά, αλλά και την ευθύνη. Μα σε τι κόσμο ζούμε; Έκανα αναστροφή, βρήκα ξανά με το πόδι μου την μπάλα κι αφού για λίγο παίξαμε μόνες, με ένα σούπερ γκολ έστειλα την μπάλα στη στάση του τρόλει.
Οπότε φαντάζομαι πως αν έβρισκα ένα δελφίνι στη μέση του δρόμου, θα του φορούσα έναν αναπνευστήρα που στην άκρη του θα είχε μία τεράστια νερόμπομπα και θα παίζαμε λίγο χαριτωμένο ποδοσφαιράκι με μυτάκια.
Υ.Γ. Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω αποτυχημένη συγγραφέας. Σήμερα για να γιορτάσω τα έξι συναπτά έτη αποτυχίας, θα βγω λίγο πιο έξω από το «δωμάτιο μου», με τον τρόπο που επιτάσσει η κουλτούρα της εποχής. Θα ποστάρω χύμα το κείμενο. Χωρίς στοιχείο «ψάξε με». Συγγνώμη ρομαντισμέ, αλλά καταλαβαίνεις πώς ίσως θα πρέπει να προβληματίσει μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού η παρουσία ενός δελφινιού στη μέση ενός δρόμου...
Δεν ξέρω ποια ήταν η βαθύτερη αιτία που σήμερα κυνήγησα την ανατολή. Σε πήρα μαζί μου. Έβαλα το «φως του φεγγαριού» στη διαπασών για ακόμα μία φορά. Άραγε μέτρησες πόσες φορές το άκουσες από το πρώτο σου σπίτι ως και σήμερα που είσαι «ελεύθερη» πια; Εγώ το έχασα το μέτρημα κι έτσι έφτασα σήμερα να κυνηγάω την ανατολή. Θαύμασα άλλη μία φορά θυμάμαι, την σπουδαία ανατολή στη ζωή μου. Την ημέρα που ενώ γύρισα πίσω, σου ζήτησα να μου πεις ένα παραμύθι, για να κάνω ένα βήμα μπροστά. Δε μου είπες, αλλά μου έταξες πως θα μου πεις, αν έρθω κοντά σου πρώτα. Δεν ήρθα ποτέ. Δεν ξέρω, αν τελικά ερχόμουν, αν όντως θα μου έλεγες κάποιο παραμύθι, αλλά ξέρω ότι, αν μου το έλεγες, θα είχα έρθει κοντά. Ξέρω αλλόκοτο... Αλλά ξενέρωσα με το να ζήτώ παραμύθια, κουράστηκα να τα φτιάχνω. Ξέρω επίσης ότι εκείνη η ανατολή ήταν υπέροχη γιατί ο Χρόνης έπαιζε σαν μουσικό χαλί στο κεφάλι μου:
« Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ... Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως: Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας. Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο. Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο. Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ' τη ζωή μας, χαιρόμαστε!»
Έτσι η σημερινή ανατολή, ήταν τόσο ξεχωριστή. Με οδήγησε σε ακόμα μία σκέψη για κάτι σούπερ αποτυχημένο, που πρέπει να το σημειώσω στο μπλοκάκι με τις «αποτυχημένες ιδέες που θέλω να κάνω πραγματικότητα μία μέρα» προτού το ξεχάσω! Α! Να! Έτσι ξεκίνησαν όλα! Από τις πραγματικότητες. Από το πόσο σημαντικό είναι οι πραγματικότητες να κολυμπάνε σε ίδιους ποταμούς. Από την σημασία που έχει η σχέση της απόστασης. Δηλαδή, στο περίπου, πόσο μικρή, μικρή, τοσοδούλικη σημασία έχει η απόσταση που στέκεται ο άλλος, όταν οι πραγματικότητές σας είναι έτη φωτός μακριά. Συν την αλλοίωση από εξωγενείς ή κληρονομικούς παράγοντες τους όποιους συχνά είναι αδύνατον να αποχαιρετήσεις. Τι σημασία έχει; Κι ας είναι στο διπλανό δωμάτιο... Πρέπει να είναι μέσα σου ο άλλος κι όχι κυριολεκτικά!
Οπότε αφού κρατούσα τις σημειώσεις στο μπλοκάκι «πώς με έκαναν οι άλλοι να νιώσω για να μην ξεχάσω όταν έρθει το μεγάλο χτύπημα ότι εκείνοι με είχαν προειδοποιήσει», ένιωσα ότι ήρθε η ώρα για λίγη ανατολή. Άφησα στο κρεβάτι μου να κοιμηθεί ο Φοίβος, το καλοκαίρι που θα ΄ρθει, τις κομεντί, τα κινέζικα και τον ήλιο που δύει κι έβαλα πρώτη. Πίσω ήσουν εσύ. Η ζωή από τη ζωή μου. Κατευθυνθήκαμε προς την ανατολή σε μία καταπράσινη από φανάρια και σχετικά άδεια Μεσογείων. Κάθε φορά στο γιγαντιαίο σταυροδρόμι ο δρόμος μου σταματάει. Σταμάτησα δεξιά και απόλαυσα την υπέροχη στιγμή. Εσένα δε σε ξύπνησα να δεις την ανατολή. Ξέρω ότι εκείνη τη στιγμή την ονειρευόσουν μαζί μου.
Βγήκε ο ήλιος, πήρα αυτό που ήθελα και βρήκα τη στροφή προς το σπίτι έχοντας στη διαπασών αυτή τη φορά τον Μόρισεϊ να κεντάει την δική του πραγματικότητα σχετικά με ένα φως που δεν σβήνει ποτέ. Ανάμεσα σε αμάξια με σοβαροντυμένους άλλους που πήγαιναν στην πρωινή τους εργασία, υπήρχε μία τρελή με μία φακή, οι πιτζάμες τους κι ένα μπιμπερό. Τραγουδούσα όσο πιο δυνατά μπορούσα μερικούς από τους πιο όμορφους στίχους που γράφτηκαν ποτέ. Θυμήθηκα άλλη μία φορά ένα κάποιο ξημέρωμα, που γυρνούσα από τη δύση προς το σπίτι και πάνω στο μηχανάκι μου τραγουδούσα δυνατά τους ίδιους στίχους έξω από διάσημο ψυχιατρείο. Έπρεπε να με είχαν τσιμπήσει τότε! Τώρα πια είναι τέχνη!
Ο ήλιος έσκαγε κι ανέβαινε σαν μία πορτοκαλιά, λαχταριστή, ολοστρόγγυλη καραμέλα και ξεχνιόμουν λίγο παραπάνω στο πισωκάτοπτρο χαζεύοντάς τον στα κόκκινα φανάρια. Εκείνη τη στιγμή άλλαξε ο Μόρισεϊ κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. Άραγε να έχει νιώσει κανείς ότι όταν λαλάει για εκείνο το φως είναι σα να λαλάει για τον μεγαλόστομο; Άραγε να υπάρχει κάποιος εκεί έξω που να κρατάει όλα τα κομμάτια του παζλ, όλα όμως, για να μπορεί αυτό το κείμενο να είναι απολύτως κατανοητό; Να το νιώσει;... Εγώ φταίω αν όχι. Εμείς φταίμε για όλα. Καμία δικαιολογία για κανέναν γιατί μόνος τα κατάφερε κι έφτασε εκεί είτε κολυμπώντας, είτε σκαρφαλώνοντας.
Λίγο πριν επιστρέψω σπίτι φρέναρα σχετικά απότομα για να μην πατήσω ένα ανέμελο περιστέρι. Πάρκαρα αριστοτεχνικά σε μία θέση που θα μπορούσε να σε μπερδέψει και εσύ κοιμόσουν και γελούσες! Έβλεπες τάχα ακόμα την ανατολή μας;
Υπόσχομαι να σου δείξω όλες τις ανατολές αυτού του κόσμου και να σε φέρω κοντά σε ανθρώπους που θα ξέρουν κι άλλες ανατολές των κόσμων που ακόμα δεν έχουμε γνωρίσει. Να διψάς για ανατολές, να διψάς γι' αυτούς τους ανθρώπους και να με αγαπάς παρ'όλο που σε έχω λούσει με τόσο τόσο πολύ φως του φεγγαριού... και να μου το λες που και που αν τα καταφέρω, γιατί διψάω τόσο τόσο πολύ για να μου πεις ένα παραμύθι. Ίσως τελικά να είμαι πολύ πιο σκληρή από όσο πίστευα και πολύ πιο ευαίσθητη απ΄όσο πίστεψες.
Θα μπορούσα φουλ να έχω διπολική διαταραχή και τώρα να είμαι στη φάση της έντασης! Δεν ξέρω, αλλά νιώθω φουλ δημιουργική. Δηλαδή όχι δημιουργική, αλλά στο κατώφλι του ναού της δημιουργίας. Σήμερα έκλεισε ένας ακόμα τεράστιος κύκλος με τον καλύτερο τρόπο που θα μπορούσε να κλείσει. Έκανα κάποιες θυσίες, αλλά κλάιν, βλέπω παντού κύκλους, νέους κύκλους που ανυπομονώ να μπω μέσα τους να χορέψω με πράσινα λέιζερ να με πυροβολούν από παντού.
Μπάντες, παιγνίδι και μαγεία. Είμαι σε μία φάση που ξεκάθαρα μπορώ να παίζω, να εστιάσω στην μπάντα μου και να εφοδιαστώ για ένα λαμπρό μέλλον ως μάγισσα. Δεν θυμάμαι αν στο έχω ξαναπεί Τάκη, αλλά όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω μάγισσα!
Παρατηρώ επίσης την τελευταία ώρα το τεράστιο χάσμα γενεών το όποιο όμως αυτή τη φορά εντοπίζω στο κύμα που ακολουθεί και όχι σε αυτά που βλέπω μπροστά. Γι'αυτό αποφασίζω η μπάντα να πειραματιστεί και με τον τραπ ήχο, που θα τα βάζει έτσι, με όλους και με όλα γιατί έτσι. Γιατί ΑΪΝΤΕ. Ή μήπως Αή Ντε; «Κάσιους, φυστικί κάσιους, η φάση σου είναι χάσιους». Cringe το παιδί οσονούπω για τη μάνα του άνετα.
Κατά τα άλλα ξεκίνησα να δω κι εγώ το κάζα ντε παπέλ και μου αρέσει. Την πρώτη φορά που δοκίμασα να το ξεκινήσω το σταμάτησα στα πρώτα 5'. Μα τί σκεφτόμουν την πρώτη φορά; Τώρα, χωμένη μέσα σε ένα τεράστιου τίσερτ στον υπέροχο καναπέ, που γράφει: I only watch the first episode και τη Θεοδούλη κατάχαμα να πέρδεται και να ροχαλίζει πολύ ηχηρά για μωρό, γουστάρω φουλ. Κάνω μερικά διαλείμματα για να παίζω μπιμπερό κλπ και να γράφω στο υπέροχο νέο σημειωματάριο: ideas I get in the middle of the night.
Κατά τα άλλα, έχω βρεθεί στο κέντρο του κόσμου, αυτή τη στιγμή δεν βρίσκομαι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, ορκίζομαι natural high είναι η φάση, λίγη πρασινάδα με βαλσάμικο έφαγα πριν ώρα. Ίσως ο προσωποκεντρικός χαρακτήρας της εποχής να είναι το μυστικό για την επιτυχία της μεγάλης ιδέας. Ίσως να φλερτάρει επικίνδυνα με την μεγάλη ιδέα για το πρόσωπο όμως. Δεν μας αρέσει αυτό. Η μεγάλη ιδέα δηλαδή για τη λατρεία του προσώπου δηλαδή... Τέλος πάντων, δεν φοράω το μπλουζάκι το έχω ξεχάσει στο δωμάτιο! Είναι απίστευτο το πως ξεχνάω τελευταία κάτι τέτοια τυπικά όπως το να ντύνομαι! Βλέπω κύκλους και γουστάρω. Λες να φταίει το κόκκινο το μαλλί; Λες Άη γκετ; Ή μήπως Άη όνλι; Η Θεοδούλη ξεκινάει να κάνει το άλογο. Βάζω το επόμενο επεισόδιο! Φιλάκια
Υ.Γ. Είναι δυνατόν το old school να έχει φάει τέτοιο εξαφάνισμα από το new age; Cringe!
Λοιπόν, κάποτε άκουγα τη λέξη «υγρασία» και δεν πίστευα ότι υπάρχει! Ήταν κάτι σαν τον Άγιο Βασίλη, ή το «μην ανεβαίνεις στην μηχανή με βρεγμένα μαλλιά θα κρυώσεις». Υπήρχε, αλλά δεν υπήρχε αληθινά ποτέ, ήταν μία ιδέα, ένα φάντασμα!
Οι υγρές μέρες λοιπόν ήρθαν κι έτσι γνώρισα την μούχλα... Στην αρχή την αγνοούσα, μέχρι που άρχισε να με ντύνει και να γίνεται σιγά σιγά εγώ. Το άρωμά μου, η γεύση μου, τα μαλλιά μου... Πρόσπαθησα στην αρχή να την καλύψω, άλλα όλο και μεγάλωνε. Έτσι έφτασε η στιγμή που έπρεπε να δοθεί μία λύση. Συναντήθηκα με ένα αφυγραντήρα, κανονίσαμε τις λεπτομέρειες και ήρθε στον χώρο μου. Ο αφυγραντήρας είναι πολύ ευχάριστη παρέα! Κάνει έναν υπέροχο ήχο, τόσο όσο! Διακριτικός, μπορεί να φύγει μακριά μου ή να έρθει κοντά μου. Αυτό το αποφασίζω εγώ κι είναι μαγικό! Ταυτόχρονα, μου υποσχέθηκε πως καθαρίζει την ατμόσφαιρα.
Ίσως όλα αυτά να μην συμβαίνουν πραγματικά και να είναι απλά ο ενθουσιασμός μου, αλλά υπάρχουν ενδείξεις! Βέβαια, αυτές οι ενδείξεις μου δίνονται μονάχα από εκείνον κι από τους ατίθασους ευσεβείς μου πόθους, οπότε δεν ξέρω κατά πόσο είναι πλασματικές ή όχι. Ο χρόνος θα δείξει και η επιθυμία μας για την θετική έκβαση του παραμυθιού μας...
Σίγουρα όμως μαζεύει πολλά υγρά στον κάδο του που τα χύνω συχνά! Προτείνεται ν' αδειάζεις τον κάδο προτού αυτός γεμίσει, διότι πώς ο αφυγραντήρας τη σκληρή δουλειά θα συνεχίσει;
Φαντάσου έναν άνθρωπο που φεύγει από τη ζωή και δεν πρόλαβε να αγαπήσει βαθιά ή ν'αγαπηθεί. Δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι μεγαλύτερη κατάρα. Να μην σε αγαπήσει ποτέ κανείς ή να μην μπορέσει να κατακλύσει την καρδία σου αγάπη η θέα ή η σκέψη κάποιου άλλου ανθρώπου. Σκέψου πόσο άσχημο είναι επίσης το να σε αγαπήσει κάποιος και ποτέ σου να μην μπορέσεις να το νιώσεις ή να αγαπήσεις κάποιον και ποτέ του να μην μπορέσει να το νιώσει. Ή ο ετεροχρονισμός, τί κατάρα κι αυτή! Ένας διάλογος αμοιβαίων συναισθημάτων μεταξύ δύο ανθρώπων, τόσο πολύ μπερδεμένος στον χωροχρόνο που μετατράπηκε σε έργο σουρεάλ. Φαντάσου όμως έναν άνθρωπο που αγαπήθηκε και αγάπησε απύθμενα. Φαντάσου έναν άνθρωπο όπου αγαπήθηκε από τον ίδιο άνθρωπο που αγάπησε. Έναν άνθρωπο όπου αγαπήθηκε από τον ίδιο άνθρωπο που αγάπησε την ίδια στιγμή.
Φαντάσου πάλι έναν άνθρωπο που δεν διάβασε ποτέ του για αγάπη ή για έρωτα. Που κανέναν δεν απάντησε σε αυτό του ταξίδι να προσποιείται πώς ξέρει με σιγουριά τι είναι το καθετί. Φαντάσου, πως αυτές οι δύο έννοιες, δεν υπάρχουν καν σε αυτό το σύμπαν. Ο κάθε άνθρωπος ονοματίζει τα διαφορετικά του συναισθήματα για τους διαφορετικούς συνταξιδιώτες του διαφορετικά κάθε φορά. Όχι με ένα κλεμμένο «αγάπη» κι «έρωτα».
Πάρε μία βαθιά ανάσα τώρα και σκέψου εσένα κι εμένα σε παρακαλώ. Ομοίως θα σε φέρω στον νου μου κι εγώ. Σε ακούω...
Έμαθε τα νέα μόλις πριν μία εβδομάδα. Τα δειλινά έμοιαζαν να μην άλλαξαν καθόλου. Τα αεροπλάνα έμοιαζαν να μην άλλαξαν καθόλου τον τρόπο που πετούν. Όλες οι σκέψεις έτρεχαν στο λιβάδι φυσιολογικές. Κοίταξε καλύτερα τον χάρτη γιατί σκέφτηκε πως ίσως έχει χαθεί. Κι όμως, χωρίς καμία αλλαγή, σταθερά έπλεε προς τα 'κει. Είχε βρει μάλιστα μία πληροφορία για μία χώρα γεμάτη σμαράγδια. Γεμάτη μαγικά, λαμπερά πράσινα σμαράγδια. Έπρεπε να ταξιδέψει κι άλλο για την αγάπη, αλλά σου είπα έμοιαζαν όλα φυσιολογικά. Πώς θα μπορούσαν να μην έμοιαζαν άλλωστε.
Ίσως δεν είχε την ίδια όρεξη να γράψει. Μα δεν στέρεψε. Ίσως έφταιγε η ζέστη που την φιλούσε στο μέτωπο. Το καλοκαίρι εξάλλου η ομορφιά μετανάστευε προς το εξωτερικό. Άφηνε λίγο την καρδιά για να γνωρίσει νέες θάλασσες. Το καλοκαίρι ήταν για παγωμένο earl grey το οποίο εντελώς υπεύθυνα αποφάσισε για λίγο να χωρίσει. Η ζέστη επέστρεφε στην καρδιά τους χειμώνες με μία κούπα και λίγη βροχή.
Ο ουρανός απόψε επέμενε να κρατήσει την πούδρα από ροδάκινα αρκετή ώρα αφότου ο ήλιος είχε πέσει. Passepied και παγωτό πεπόνι. Αναρωτιόταν ποιο να είναι το πιο ψηλό σημείο στην πόλη. Κάποτε είχε βρεθεί εκεί.
Σε λίγες μέρες θα άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή της έναν ολοκαίνουργιο ρυθμό στον όποιο θα έπρεπε να αφεθεί κι έπειτα να τον μαγέψει και να συνταξιδέψουνε. Δεν είχε κανένα άλλο στοιχείο και κανένα άλλο όπλο, εκτός από τα παραμύθια της. Κι όμως, η πόλη δεν άλλαξε καθόλου. Οι σκύλοι που τραγουδούσαν τα βράδια, δεν άλλαξαν καθόλου τον σκοπό. Δεν άλλαξε ποτέ το χρώμα της άμμου και το σπίτι της δεν έκλεισε τις πόρτες ποτέ.
Η πούδρα έχει σχεδόν χαθεί. Την είχε αγκαλιάσει το γκρι καλοκαιρινό σκοτάδι. Μία συμφωνία του ίδιου τύπου αλλά στα μινόρια έβαλε για ύπνο την προηγούμενη μουσική. Αν κάτι της έλειπε αυτή τη στιγμή ήταν το πιάνο στην λευκή αίθουσα. Τίποτα άλλο. Έπλεε προς τα εκεί.
Έδεσε έτσι μία άκρη από ένα μακρύ μακρύ διάφανο σχοινί στο πιο ψηλό κατάρτι της γέφυρας του πλοίου της. Την άλλη άκρη την έδεσε στην κορυφή του πρώτου ψηλού βουνού που το βλέμμα της σταμάτησε. Και με ένα ανάλαφρο άλμα, βρέθηκε να ισορροπεί πάνω του. Κοιτούσε το βουνό και χάιδευε την πόλη. Και κάπως έτσι όσο κι αν προσπάθησε να πέσει, βαρύτητα σαν να μην υπήρχε. Όσο άτσαλες κινήσεις κι αν έκανε έμοιαζε σαν μπαλόνι γεμάτο με ήλιον, δεμένο με μία όμορφη κορδέλα απαλά φιόγκο στο σχοινί, με σώμα ντελικάτο να μην γέρνει σε καμία πλευρά και να χορεύει ανάλαφρα κάπου στο κέντρο. Δεν ήταν μόνη.
Λίγο μετά τη δύση του ηλίου και πριν το σκοτάδι πέσει εντελώς, συμβαίνει κάτι μαγικό στην πόλη. Είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα. Αν βρεθείς κάπου ψηλά, μοιάζει σαν λάβα να λούζει όλους τους δρόμους. Μπορείς ακόμα να δεις καθαρά από το χρώμα του ουρανού τη θάλασσα από λευκά κτίρια, μπορείς όμως εξίσου καθαρά να δεις και το έντονο πορτοκαλί, σαν φωτιά χρώμα, να τρέχει ανεμπόδιστο, ακόμα και στο τελευταίο, μικρό, ξεχασμένο, μυστικό στενό.
Εκείνες τις στιγμές, ακούς μέσα στο κεφάλι σου μία ανάσα βαριά, από έναν άνθρωπο που κείτεται στο έδαφος. Καθώς το σκοτάδι ολοένα και πιο βαθύ ανακατεύεται με τη λάβα, ο άνθρωπος ανοίγει τα μάτια σιγά σιγά, βρίσκει ρυθμό στην αναπνοή του και σηκώνεται γερά στα πόδια του γεμάτος πείσμα, έτοιμος να τρέξει στους δρόμους της φωτιάς ξυπόλυτος. Έτοιμος να φάει ό,τι τον έριξε κάτω. Έτοιμος να αναζητήσει με πάθος ό,τι του έδωσε κίνητρο να βρει ξανά ανάσες. Ένας άνθρωπος αρνούμενος να πιστέψει ότι αυτό που τον έριξε, θα έρθει την αυγή να τον σκοτώσει ξανά. Κι όλο πάλι από την αρχή, εκεί, στο τελευταίο, μικρό, ξεχασμένο, μυστικό στενό.
Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι το πιπέρι υπήρχε πριν από εσένα και συνεχίσει να υπάρχει όταν πια δεν θα υπάρχεις εσύ; Έχει άραγε κάποιος νικήσει το πιπέρι; Μαζί με αυτές τις σκέψεις για το πιπέρι, χορεύουν και οι σκέψεις σχετικά με το σε πόσες φωτογραφίες είμαστε μέσα, σε όλο τον κόσμο χωρίς ποτέ να το μάθουμε; Πόσα κλικ άλλων, μας έχουν αιχμαλωτίσει;
Η ώρα είναι 02:44 και θα ήθελα πολύ να πιω μία μπίρα, ή λίγο δροσερό νερό κάπου έξω, να κάνω μία ανέμελη βόλτα στο κέντρο. Την μεγάλη! Εναλλακτικά θα ήθελα να είχα ένα αμάξι και κάποιος να φροντίζει να βάζει όμορφη μουσική που δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά, μέχρι να ακούσω ένα τραγούδι που θα το ερωτευτώ και θα θέλω να παίζει συνέχεια.
Μία από αυτές τις μέρες ένας δεινόσαυρος θα μπει μέσα στην «πραγματικότητα». Η Lady D πιστεύω θα καταλάβαινε.