20260328

Μικρές καταχωρήσεις ρυθμού

 Δεν έφυγε ο Μάρτης τελικά. Δεν τον έδιωξα. Την τελευταία εβδομάδα είναι βροχερός και συννεφιασμένος και υπήρχε σκόνη και μουντάδα. Που σημαίνει ότι μου άρεσε πολύ ο καιρός! Έχω πάρει ένα πολύ ωραίο καινούργιο μπουφάν, που ενώ είναι πολύ λεπτό, είναι πάρα πολύ ζεστό! Υπόσχεται ότι μέχρι και τους -14°C εγώ θα είμαι εντάξει! Είναι κατασκευασμένο από ένα υλικό που χρησιμοποιούν σε διαστημικές στολές! Με προστατεύει λέει κι από μία δυνατή βροχή! Και σε ρωτάω, είμαι τώρα πλέον καλά θωρακισμένη; 
 Για να διασφαλίσω την επιτυχία, αγόρασα και τον «μύθο του Σίσυφου» του Καμύ, τους «νεκρούς» του Τζόις, μερικούς «τυράννων μονόλογους» του Τουέιν και τον «άνθρωπο που ήθελε ν' αλλάξει τον κόσμο» του Έσσε. Δεν ξέρω πως πήγαν εκεί τα πράγματα, διότι εγώ πήγαινα για ένα ακόμα «ιστορίες να σκεφτείς» του Μπουκαϊ, να το δωρίσω σε κάποιον άλλον ξανά και τις «λευκές νύχτες» να τις δωρίσω σε εμένα. 
 Κουβάλησα μαζί μου για αρχή τους «νεκρούς». Πάντα υπάρχει στην τσάντα μου δικό μου έργο και πάντα τον τελευταίο καιρό «η τέχνη του πολέμου». Σήκωσε πριν λίγο η Όλγα την τσάντα μου και με ρώτησε τι κουβαλάω πρωί πρωί! Συχνή απορία όσων σηκώνουν την τσάντα μου. Άντε τώρα να τους εξηγήσεις... Άντε να καταλάβουν ότι στην πραγματικότητα η τσάντα μου είναι πανάλαφρη σε σχέση με τα κατά τα άλλα αόρατα βάρη στους ώμους μου. Πιο συγκεκριμένα, πως αν δεν υπήρχε αυτό, το μεγάλο βάρος της τσάντας, τότε το αόρατο βάρος θα ήταν αληθινά ασήκωτο. 
 Λες να επηρεαστώ από τους «νεκρούς»; Λες να έχει κι άλλο αυτός ο Μάρτης;  



20260326

Γλωσσοπίεστρο

 Λοιπόν άκου άκου, έχω πάρει τη μικρή προχθές να της πω τα ευχάριστα μου νέα. Η μικρή ήταν σε ένα γήπεδο, σε κάτι κερκίδες. Εγώ στο μαγαζί. Της λέω λοιπόν, «Νωνάρα, έχω μια ζωή που δεν μπορώ να κουμαντάρω, λες θα με αγαπάς και να μην τα καταφέρω, λέω σε πιστεύω, αλλά δε θα το ρισκάρω. Γράφω στίχους Νώνη, να σου δώσω την ελπίδα. Άντε σήκω πάμε πάνω, πάνω Νώνη πάνω. Δίνω τη ζωή μου κάθε μέρα Νώνη, τι περίμενες να κάνω; Όλα θα τα χάσω κάποια μέρα μα κι αυτό είναι στο πλάνο, είμαι τόσο μακριά από τον στόχο μου Νώνη, αλλά πίστεψέ με, φτάνω, μέχρι να βρούμε ουρανό! Νώνη, Δευτέρα το φαντάστηκα, Τρίτη τ' οραματίστηκα, την Τετάρτη το 'βαλα στον νου, πειραματίστηκα. Την Πέμπτη δεν κατάφερα τίποτα και τσαντίστηκα και την Παρασκευή απελπίστηκα. Το Σάββατο με βρήκες και μπροστά μου είχα ανηφόρα, μα να τα παρατήσω όλα δεν ήταν η ώρα. Κι αυτό είναι το μήνυμα που ήθελα ν' αφήσω, Νώνη, πριν να ξημερώσει η Κυριακή θα είμαι πίσω! Νώνη, λέν' πως έχω γίνει βαρετή. Δεν παίζω. Πάλι κάτι δεν κατάλαβαν καλά. Ώρες ώρες παιδί μου, θέλω να διαγράψω τα πάντα, να το ζήσω ξανά... Μπαίνω στον χώρο σαν να 'μαι ο Daddy Yankee, ένας τύπος στο φανάρι λέει «τρέξ' το, ρε μαγκάκι». Σ' αναμμένα κάρβουνα σαν να 'μαι κασκαντέρ, πέτα με παντού και θα σταθώ σαν μπαλαντέρ κι ό,τι πατώ, σκοτώνω, φταίει το mentalité. Νώνη, δε σταματάω, δε σταματάω, όλα είναι πιθανά για 'μένα. Νώνη, έχω μια ιδέα, να τη βάλω; Θα τη βάλω, Νώνη, θα τη βάλω! Πάει κι άλλο! Άντε, κάν' το και εσύ. Νώνη, φαντάζεσαι να παίξουμε σε γήπεδο; Νώνη, έγινε δέκα χρόνια μετά. Από μικρό παιδί έχω ετοιμάσει όλο το πλάνο. Αν πρέπει να γίνει, θα βρω τρόπο να το κάνω. Νωνάρα, μην ψαρώνεις, πάντα έχει κάτι παραπάνω. Πέρα από τα φράγκα ξέρω κάτι παραπάνω, πέρα από τη φήμη υπάρχει κάτι παραπάνω... Νώνη ξέρεις μεγάλωσα στον δρόμο και μιλάω για όσα κάνω. Έχω περάσει βροχές, φωτιές... Ξέρω πού θα πάω, είμαι λύκος στην αγέλη, είμαι ο Niccolo Machiavelli κι έχω μια καρδιά που συγχωρεί, μα κάποτε δε θέλει. Νώνη, τι απ' όλ' αυτά κρύβει το νόημα εν τέλει;»
 Το αστείο είναι ότι το παιδί, στις παύσεις μου, έμπαινε κανονικά και μου απαντούσε! Με όλους τους παραπάνω στίχους του Μπλάντι, εμείς κάναμε έναν επικό διάλογο και της είπα σχεδόν ακριβώς όλα αυτά, όλη την χαρά και την ικανοποίηση που αισθανόμουν. Την ρωτάω στο τέλος «Που είσαι;» και μου λέει «Έχω ανέβει πάνω πάνω στις κερκίδες μαμά» «Γιατί είσαι πάνω Νωνάκι;» «Μαμά, εσύ τόση ώρα δε μου λες να πάμε πάνω;» 
 Το παιδί αυτό, κάπου εδώ να πω ότι, μου κάνει προχθές ενώ μελετούσαμε τους «ένοχους κι αθώους» των ΛΤ, «μαμά αυτό στο αφιερώνω» αναφερόμενη στο «γη και νερό». Το παιδί το άλλο μπασάρει τη φωνή του να τραγουδήσει «Δεν θα φύγουμε απ' το κόσμο αυτό ποτέ, ποτέ κι όσο ζούμε θα το φτάνουμε στο τέρμα ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΟΥ. Μα δεν έμαθα απ' τα λάθη μου ποτέ, ΠΟΤΕ, θα γυρνάμε μέρα νύχτα μέρα με σπασμένα φρένα!» Καλά τα μεγαλώνω μωρέ, ευχαριστώ, εσείς; Τα ξυπνάω με πασοκ, τα κοιμίζω με Σουν Τζου.
 Προσπαθώ κατά τα άλλα, πολύ σκληρά αλήθεια, αλλά θα τα καταφέρω, να επαναφέρω το μυαλό μου σε σοβαρά προβλήματα αυτής της ζωής όπως π.χ. στην υπερ-αποικία μυρμηγκιών στην οποία πάνω είναι χτισμένο το σπίτι μου. Έχω βρει τρόπο για να μην πλησιάζουν το διαμέρισμά μας. Η λογική λέει πως αυτό αρκεί. Εξ' άλλου, άμα κηρύξω γενικό πόλεμο, το πιθανότερο είναι ότι θα ενδυναμώσω αργά ή γρήγορα τον «εχθρό» κι έπειτα θα βάλω στην δίνη και το κατά τα άλλα ατάραχο σπίτι μου. Ο εχθρός από την άλλη, δεν είναι πραγματικά εχθρός, καθότι από μικρή θαύμαζα πολύ αυτά τα πλάσματα και τις ικανότητές τους. Βέβαια, κόντρα στην λογική, υπάρχει το συναίσθημα. Η ιδέα να γεμίσω τις κολόνες του δρόμου μου με αφισάκια, που θα ενημερώνουν και συσπειρώνουν μαχητές, ενάντια στην υπερ-αποικία, με κάνει να τρίβω τα χέρια από χαρά, στη σκέψη του να τρώω το καλοκαιράκι στο μπαλκόνι λιόσπορους και να βλέπω ανθρώπους να διαβάζουν το ανώνυμο σάλπισμα της εξέγερσης! Θα μπορούσα μάλιστα να καλέσω κόσμο και σε κάποια συνέλευση. Θα πάω κι εγώ εκεί. Σιωπηλή. Θα τους ακούσω να μιλούν. Έπειτα η ιστορία θα επαναληφθεί... Πότε άλλωστε έγινε κάτι διαφορετικά; 
 Σκεπτόμενη όλο το παραπάνω, προέκυψε το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα, που μπορώ να ταϊσω τον εγκέφαλό μου, προσπαθώντας έτσι να ξεχάσω τα μικρά, αληθινά μου προβλήματα. Το όνομα του δρόμου μου! Το όνομα της οδού που μένω, που οι κολόνες της θα φιλοξενήσουν το κάλεσμα της φωτιάς μου, ενάντια στην υπερ-αποικία, είναι λάθος περασμένο στους χάρτες! Έχουν αλλάξει στον άνθρωπο όλο του το μικρό όνομα! Μη φανταστείτε ότι δεν έχω ήδη προσπαθήσει, να βάλω μία τάξη, στέλνοντας στην γοογκλε φωτογραφία από την ταμπέλα, που φαίνεται όλο το αληθινό όνομά του. Κατάφερα μονάχα να κρατήσουν το αρχικό γράμμα του ονόματος, που είναι ίδιο με το λάθος και το επίθετό του... Οπότε, οι κολόνες θα γεμίσουν ξανά αφισάκια, που θα εξηγούν την κατάσταση κι όλο το μπέρδεμα που προκύπτει σε ταχυδρομεία, διανομείς και ιστορία, με αυτή την επαίσχυντη κι αυθαίρετη αλλαγή. 
 Φτάνω έτσι, στον τρίτο προβληματισμό που κατάφερα να γεννήσω. Ποιο από τα δύο πρέπει να συμβεί πρώτα; Οι αφίσες για την υπερ-αποικία ή οι αφίσες για το όνομα; Αξίζει να παρακολουθήσω στενά τις αντιδράσεις του κόσμου για την τέρψη μου ή να αφήσω τον σπόρο μου να φυτρώσει στη ζούγκλα ανεξέλεγκτα και να μείνει στην φαντασία μου όλη η μέση της ιστορίας; 
 Τσάγαλα ακόμα δεν βρήκα. Όχι ότι έψαξα. Τι; Προσηλυτίζω τα παιδιά στο άθλημα; Γιατί; Επειδή λέω στον μικρό ότι, αντί για Σπαϊντερμαν και Σουπερμαν, μπορεί να γίνειν Γκάσμαν; Τι; Τα γήπεδα είναι για αλήτες; Η μικρή προχθές στο σχολείο που κάνανε λεξούλες απο ΤΣ, πρώτη λέξη που σκέφτηκε να πει ήταν το «τσαπού», έτσι ποδανά, κομψά, για λίγους... Η δασκάλα λέει ότι της αρέσουν κάτι τέτοια, κάνουν καλύτερη τη ζωή της! Οι ειδικοί μίλησαν. Ορίστε! Μην ξανακράξω τώρα την άδεια την βιτρίνα σας και τα γεμάτα στόματά σας κι υποσχέθηκα ότι μόνο με τα σωστά ονόματα και τις σοβαρές μάχες θα ασχολούμαι πλέον... 
 Φεύγει ο Μάρτης. Δεν ξέρω αν θα επιστρέψω πριν τον Απρίλη. Δεν μπορώ να γεννήσω πολλά άσχετα, όσο δεν μπορώ να ονοματίσω και καθορίσω τα σχετικά. Ξέρεις, σαν τον δρόμο, όποιος ελέγχει τ' όνομα, ελέγχει την αφήγηση. Ίσως βέβαια, υποψιάζεσαι πως, όποιος υποτιμάει τ' οργανωμένο παραλήρημα, ως «άσχετο», ίσως κάνει λάθος εν τέλει. Προσπαθώ όπως βλέπεις... Θα τα καταφέρω, λέω. Λίγο με πλάγια επεισόδια, λίγο με ποιητικές εκτροπές, λίγο πολύ, με όλα τα όπλα μου, τα υποκατάστατα ελέγχου. Ένας μηχανισμός είναι άλλωστε, μέχρι να βρω το σωστό σύνθημα. Για όσο μου κάνω ΚΑΡΠΑ. 

Υ.Γ. Το κείμενο περιέχει στίχους από τα τραγούδια 1. Πάνω και 2. Τον κόσμο γυρίζω, από Bloody Hawk 
Υ.Υ.Γ. Όπως το έγραψα στην ομαδική της ομάδας, είναι όλο το έργο. Παίζουμε εκτός κάπου μακριά την Κυριακή, οπότε ενημερώνω, «Θα έχω αμάξι, ροζ και θα ακούτε πιθανότατα ραπ (συγκεκριμένα τον νέο δίσκο από ΛΤ). Θέλω 2 ή 3 στριμωγμένους πίσω. Άτομα με χιούμορ, χαλαρούς, ίσως μιλήσουμε για λογοτεχνία. Αν δεν σας αρέσουν οι μουσικές μου επιλογές, μπορείτε να έχετε ακουστικά. Αν έχω καημούς μπορεί να βάλω βαριά λαϊκα, δίχως προειδοποιήση ή κλασική (τα χιτς, όχι τίποτα περίεργα). Θα έχω σοκοφρετάκια. Έχω παιδικές ασφάλειες στα πίσω καθίσματα, δεν μπορείτε να αποδράσετε εύκολα.» Κι είναι ακριβώς έτσι γαμώτο γενικά, είμαι απολύτως σαφής και ξεκάθαρη πάντα. Δεν καταλαβαίνω... 
Υ.Υ.Υ.Γ. Ακόμα δεν έχω βρει την τέλεια συνταγή για μπράουνι, αλλά είμαι κοντά! Φτιάχνω όμως εκπληκτικά μπρόκολα με τυρί, σκόρδο και κάπως καυτεροταχπίνικα. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΡΟΚΟΛΟ ΜΠΡΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ. ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ; 






20260319

Το αερόστατο

 Ένιωθα τόσο καιρό πως έχω ένα ιδιαίτερο χάρισμα στη γραφή. Ένιωθα πως μπορούσα να πιάσω μία φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια, μιαν αφορμή και να την ανοίξω σαν συρτάρι που κρύβει μέσα της ολόκληρο σύμπαν. Ένιωθα... 
 Τις μικρές ρωγμές της πραγματικότητας τις έκανα «τέχνη». Αυτό, ήταν σαν μία υπερδύναμή μου, που μπορούσε βασικά ν' αλλάξει αληθινά και τις γύρω πραγματικότητες που συναντούσα κι ο όρος «πραγματικότητα» πια, να μην είχε φορτική, κάπως κακή χροιά. Να μην έπρεπε να «ξεφύγεις». Η πραγματικότητα μου, η δική μου, ήταν ένα αδιάκοπο ταξίδι σε νερά απόλαυσης και πληρότητας! Μία πραγματικότητα δομημένη έτσι ώστε να είναι νίκη, όχι φαινομενική, ουσιαστική. 
 Ναι... και μετά ξύπνησα. Μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα. Γράφω καιρό πια μαλακίες. Πόσο θέλω να γράψω με την καρδιά μου ξανά. Να βρω «έρωτα» τόσο μεγάλο, ν' ανοίξω ξανά τον φακό. Να καταγράψω και να καταγραφώ. 

 Τώρα που έπνιξα τον ρομαντισμό κι έμαθα πια να πνίγω, τώρα που τόλμησα κι έμαθα πια να τολμώ... Τώρα τι κάνω; Λάθος δε διάβασα, μα μήτε σωστή φαίνεται πως ήμουν τελικά. Σταθήκαμε αντάμα είναι γεγονός. Τώρα πως να είμαι κυνική, αφού τ' αδύνατα γινήκανε δυνατά; Τώρα όμως, πως να συνεχίσω που σαν λίμνη νιώθω; Τώρα τι κάνω; Κολύμπησα ανάποδα το ρέμα μέρες πολλές και σκαρφάλωσα τον δύσκολο γκρεμό νύχτες αμέτρητες κι έτσι βρέθηκα εδώ τ' αναγνωρίζω, μα χαθήκαν οι χάρτες κι έγινε λαβύρινθος ο μονόδρομος. Πως να σωθώ από μία ιστορία που δεν μπορώ καν να μοιραστώ; Τώρα τι κάνω; 
 Αν πάρω ένα αερόστατο και το φυσήξω δυνατά, ψηλά πολύ να πάει, να τα δω όλα μαζί ξανά, της πόλης μας τα λάθη, θα κατανοήσω; Θα φύγει το βάσανο αυτό, αν πέσει από 'κει πάνω; Πως εγώ ακόμα, παρά την εικόνα που βλέπετε, είμαι σίγουρη πως έχω γευτεί την ψυχή; Έχω βάλει το χέρι μου κι έχω τρυπήσει το πανί. Με τις λέξεις που στέλνει το φως μου, έχει ραγίσει ο φακός και ψέμα είναι αλήθεια η προβολή... Ένα καρέ, δύο καρέ, τρία, τώρα το νιώθεις; Χαλάει η ιστορία. Θ' αλλάξει το αερόστατό μου τον κόσμο αυτόν για λίγο; Ελπίζω; Ή έχουν ολότελα ξεχάσει, να βλέπουν ουρανό; Τάχα να τ' αποφύγω; 
 Θα καεί το κέρινο αερόστατό μου, λες, από τον ήλιο. Θα λιώσει το χάρτινο αερόστατό μου, λες, απ' την βροχή. Θα σβήσει η φωτιά του από τον αγέρα, είπες.. Θα τρομάξει η καρδιά του, απ' τη σιωπή! Γελώ. Μα υπάρχει τ' αερόστατο αυτό στ' αλήθεια; Πως τολμάς να ορίζεις με σιγουριά το υλικό; Μήπως μονάχα μία εικόνα ψέμα είναι; Μήπως ξέχασα να βλέπω ουρανό; Κι αν πλέκω ακόμα λίγα παραμύθια, ποιος ξέρει πως πεθαίνει τ' αεράστατο αυτό; 
 
Υ.Γ. Θέλω να δοκιμάσω τσάγαλα. 
Υ.Υ.Γ. Κόντα 
Υ.Υ.Υ.Γ. Κανένας τόνος, κανένα γράμμα δεν στά(λ)θηκε ποτέ λάθος.