20220801

Πρώτη Αυγούστου

  Αποφάσισα σήμερα ν' ανοίξω το μαγαζάκι μολονότι κανονικά Δευτέρες και Τρίτες είμαστε κλειστά. Είναι η πρώτη μέρα, του τελευταίου μήνα του καλοκαιριού και κάπως σα να χαίρομαι που τελειώνει. Κάποτε δε μου άρεσε καθόλου το καλοκαίρι. Κυρίως δε μου άρεσε η άνοιξη κι αυτό μάλλον επειδή έφερνε το καλοκαίρι. Μία βαριά θλίψη απλωνόταν μέσα μου κάποιες ανοιξιές. Τρεις μήνες, που δε θα μπορούσα να πάω στους σταθμούς μου και γενικά δε θα είχα γεμάτες μέρες και δε θα έβλεπα τα πρόσωπα τα αγαπημένα τα καθημερινά. Τρεις μήνες, τι να τους κάνεις όλους αυτούς; 

 Με τον καιρό αυτό το άλλαξα. Πλέον μου αρέσουν όλα τόσο πολύ. Όλα έχουν τη χάρη τους και σε όλα μπορείς να βρεις ψωμί ώστε να είσαι δημιουργικός. Έκτος ίσως από αυτό το καλοκαίρι. Αντί να εστιάζω στην ταινία ή έστω σε κάτι άλλο, εστιάζω στον χρόνο που φεύγει. Μου κάνω ενέσεις «ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό» κλπ, αλλά η ζωή είναι σκληρή. Η ζωή είναι μία ζούγκλα και γίνεται ολοένα και σκληρότερη. Ω βάβυ, βάβυ είναι ένας άγριος κόσμος, που έλεγαν και οι τσάντες.

μία τσάντα 
(ξεκάθαρη τοποθέτηση προϊόντος) 

 Προσπαθώ, όχι τόσο σκληρά όσο η σκληρή ζωή, να κάνω μία αποτοξίνωση από τις οθόνες. Κάποτε είχα τα cojones να κλείνω τα κινητά, να σβήνω τα σόσιαλ, να χάνομαι από τη χώρα για κάμποσους μήνες. Τώρα λέω ότι θα κάνω αποτοξίνωση, επιστρέφω στους αγαπημένους μου φίλους τα βιβλία για να γιατρευτώ και καταλήγω να τα βγάζω φωτογραφίες. Τράτζικ. 

 Κάποτε έλεγα ότι δεν υπάρχει αγάπη. Δεν ήθελα καν να λέω τη λέξη κι έτσι την αντικατέστησα με τη λέξη «πορτοκάλι». Μου πέρασε αυτό με την αντικατάσταση. Έπειτα έλεγα πως δεν υπάρχει αγάπη, αλλά θα την φέρω εγώ στον κόσμο, θα ματώσω και θα την γεννήσω και έτσι είχα σκοπό, αν έκανα μία κόρη να την έλεγα Αγάπη. Δεν τα έχω καταφέρει ως τώρα. Κάποτε, πίστευα ότι δεν μπορείς ποτέ να οδηγηθείς σε ένα ασφαλές συμπέρασμα αν δεν έχεις εξετάσει όλα τα στοιχεία και δεν έχεις ακούσει όλες τις ιστορίες. Πίστευα ότι αυτό που πιστεύουν οι πολλοί δεν είναι απαραίτητα το σωστό ή το καλό. Ακόμα τα πιστεύω αυτά. Αλλά πια σκέφτομαι πως τα στοιχεία και τις ιστορίες, υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να τα αλλοιώσουν. Το «σωστό» μου και το «καλό» μου, δεν είναι απαραίτητα το «σωστό» και το «καλό» όλων και πως δύσκολα δύο άτομα μπορούν να συμφωνήσουν απόλυτα σε κάτι, πόσο μάλλον όλοι μας. Είναι σοκαριστικό πως, αυτό το τελευταίο δεν είναι ακόμα ευκόλως αντιληπτό από πάρα μα πάρα μα πάρα πολύ κόσμο, αλλά είναι τόσο εύκολα κατακριτέο.

 Τώρα θα κλείσω το μαγαζάκι. Θα βάλω ξανά στην τσάντα τον Πεσσόα. Νίκησε η οθόνη βλέπεις ξανά. Και αυτή κύριες και κύριοι ήταν η πρώτη μέρα του Αυγούστου. Μία μέρα που ίδρωσα πολύ και μάζεψα πολλές βιταμίνες, μία μέρα που ακόμα δεν έχω αποφασίσει πως είναι ο πληθυντικός του Αύγουστου και που πήγα μία βολτίτσα τον Φερνάντο. Τοκάτα και φούγκα και μούγκα και στρούγκα και ρε και Μπαχ και αχ και βαχ.



 

20220728

Το μπαλκονάκι

 Αγαπημένε μου Τάκη, 

 Ολοκλήρωσα μόλις τις πληρωμές. Κάθε φορά προσπαθώ μία ανάσα πριν λήξει η προθεσμία, να έχω τακτοποιήσει ό,τι χρωστάω. Συχνά έτσι όπως κάθομαι σταυροπόδι στο μαγαζί και πληρώνω εκεί, το ένα από τα δύο πόδια (όχι αυτό της στήριξης) πλησιάζει τον πάγκο της υποδοχής. Τον έχουμε φτιάξει μόνοι μας. Ζω σε μία κατάσταση συνεχούς DIY. Αναρωτιέμαι συχνά πως θα ήταν να μου το ντου κάποιος άλλος, αλλά πριν τελειώσω τη φαντασίωση, επεμβαίνω γιατί κρίνω ό,τι δεν το κάνουν καλά. Ή μάλλον, όχι δεν το κάνουν καλά, αλλά δεν το κάνουν όπως ακριβώς επιθυμώ. Πουλάω την πολυτέλεια για την προσωπικότητα. Το πόδι λοιπόν που σχεδόν ακουμπά το κάθετο ξύλο του πάγκου, χτυπάει ρυθμικά πάνω σε αυτόν. Ο ρυθμός που σταθερά επιλέγω, είναι αυτός του καρδιακού παλμού. Ίσως όταν πληρώνω τον βαρύ ΦΠΑ, ή το πολύ το ρεύμα τα BPM του ποδαριού ανεβαίνουν. Από την άλλη, όλα αυτά τα λεφτά είναι άυλα. Είναι φανταστικά. Ναι, έτσι σκέφτομαι και με παρηγορώ. Άυλα πληρώνουν οι πελάτες την ιδέα μου κι έπειτα αυτά τα φανταστικά χρήματα μένουν σ' ένα φανταστικό συρτάρι. Μας έρχονται φανταστικές οφειλές και πληρώνω με τα φανταστικά χρήματα. Φ Α Ν Τ Α Σ Τ Ι Κ Α. 

Διάλειμμα για ένα χαικού λοιπόν:

Αχ φανταστικά! 

Ο ΦΠΑ με τσούζει

Κάλο καλοκαίρ 

 Πίσω στην πόλη, έριξα στα βράδια μου πολύ φως. Έκανα ανακαίνιση στο μπαλκόνι. Κάποτε κάποιος  είχε ένα μπαλκονάκι. Μικρό. Ήθελε να πάρει το κλασσικό τραπεζάκι με δύο καρέκλες που το πουλάει ιδιαιτέρως οικονομικά, γνωστή αλυσίδα με περίπλοκες οδηγίες στη συναρμολόγηση των επίπλων της. Είχε όνειρο γι' αυτό το μπαλκονάκι. Έβλεπε τον εαυτό του να το απολαμβάνει. Εμένα μου σηκωνόταν η τρίχα με αυτή τη φάση. Σχεδόν μίσησα τη λέξη και τη φάση «μπαλκόνι». Χρόνια μετά μολονότι προσπάθησα να εστιάσω στο ρομαντικό, δεν κατάφεραν τα μπαλκονάκια να κερδίσουν χώρο στο μυαλό μου. Στα μπαλκόνια βλέπω μαζεμένη την κατάθλιψη και τη ματαιότητα. Στα μπαλκόνια χωρίς κάποια θέα να σου πέφτει το σαγόνι, αναγνωρίζω όλα τα άπλυτα μας. Είναι τα Σαββατάκια τα μπαλκόνια. Είναι το «να πάρουμε κάποιες μέρες αδειούλα, να πάμε λίγες διακοπούλες». Είναι μία ανάσα που νομίζουμε ότι παίρνουμε στις πνιγηρές μας ζωές. Είναι το παράθυρο που ξεχνάμε ανοιχτό και ζει με τη ζωή μας και ο απέναντι εξίσου πονεμένος. Ταυτόχρονα όμως τρεφόμαστε κι εμείς από αυτό. Λίγα τετραγωνικά ψευδοελευθερίας σε μία πόλη δηλητήριο. Τώρα λοιπόν που γκρέμισα ξανά τα μπαλκόνια, αποφάσισα να το πάρω αλλιώς. Το γέμισα φωτάκια, το γέμισα ψεύτικες πρασινάδες, πέργκολα, καλαμωτές απ' τις καλές, έβαλα και δύο γλάστρες. Πέταξα την ταμπελάρα μου «ΑΝΟΙΧΤΑ» και έδεσα τη σύνθεση με μπεζ και ξύλο. Γουστόζικες μαλακίες. Ό,τι πρέπει να έχει ένα μπαλκόνι που θέλει να είναι ισότιμο στην κοινωνία των καθώς πρέπει μπαλκονιών. 

 Μα εγώ θέλω να μην αρέσει το μπαλκόνι. Θέλω να μου λένε για το πόσο καταθλιπτικά είναι τα μπαλκόνια. Θα με τραβάνε μακριά από αυτό, στα ψηλά και στ΄ανοιχτά. Κι έπειτα θέλω να μη μου το λένε, γιατί πραγματικά θα νιώσουν κάτι όμορφο στο μπαλκόνι μου. Βρίσκομαι σε άρνηση. Μονίμως. Με ενοχλούν μαζί με τα μπαλκόνια και όσοι με διορθώνουν όταν γράφω την μπίρα με ι. Τη συγγνώμη με δύο γ και όταν λέω «ο νεφρός» και «ο σπλήνας». Μου λείπουν αυτοί που γνωρίζουν και με ψηλώνουν. Αλλά καταβάθος με ενοχλώ εγώ. Με ενοχλώ γιατί δε θα τους διορθώσω ποτέ. Τους τακτοποιώ στα κουτάκια του μυαλού μου, αλλά δε θα τους ενοχλήσω ποτέ. 

 Και οι διακοπές. Δε μου αρέσουν οι διακοπές. Μου αρέσει η ζωή μου. Δεν έχω από κάτι να ξεφύγω. Τρελαίνομαι για τα ταξίδια, τις εξερευνήσεις και τις περιπέτειες. Βγάζω την καρδιά μου όμως, την ξεριζώνω και την ταιζώ στα μπαλκόνια όταν πρέπει να αφήνω την αγαπημένη μου άδεια πόλη τον Αύγουστο. Έχω καταφέρει να έχω διακοπές όλο τον χρόνο. Έξω μου και μέσα μου. Τις Αυγουστιάτικες, δεν τις θέλω. Θέλω όταν όλοι φεύγουν να βάζω στη διαπασών, στο αμάξι, στη Μεσογείων τον μικρό τυμπανιστή στις τρεις τα αξημέρωτα και να ζω τη δική μου αληθινή ελευθερία. 

 Δε μοιάζουν λίγο με ευάεροι τάφοι τα μπαλκόνια; 

 Θα μου πεις ρε Τάκη, «ρε Ελενάκι τι ζόρι τραβάς απόψε με τα μπαλκόνια;» Άκου εκεί, τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι... Και πραγματικά, δε θα ξέρω τι να σου απαντήσω αυτή τη φορά. Αλλά θα κλείσω αισιόδοξα. Υπάρχουν μπαλκόνια όμορφα. Για κάποια πράγματα μπορεί να μη λέω την αλήθεια. 

 Φεύγω. Πάω στο μπαλκόνι.  



20220713

You're entirely bonkers. But I will tell you a secret, all the best people are

 Τάκη μισό να τινάξω πίσω το μαλλί. Όπως με δίδαξες. Τάκη, έβαλα στο ίδιο νερό μέντα με λεμόνι, πράσινο και earl grey. Ξέρεις, ξέρω, ξέρουμε πως αυτά είναι τέρατα ιερά, δεν τ' ανακατεύεις. Τα πράγματα δεν πάνε καλά Τάκη. Δε φταίνε τα φεγγάρια. Δε φταίνε οι ταράτσες. Δε φταίει ο Ουμεμπαγιάσι που δε μου γράφει τη μουσική. Εγώ Τάκη φταίω που δεν πάω στο κόκκινο φανάρι. Χάλασα χρόνο να μάθω τη μεγάλη αρκάνα, για να μάθω να θυμάμαι. Χάλασα χρόνο σε κάτι που δεν πίστεψα και δε θα πιστέψω ποτέ. Χάραξα πάνω μου τα φεγγάρια και τους ήλιους και στην άμμο ένα αστέρι που δυσκολεύομαι να καταλάβω πόσες γωνίες έχει, ένα αστέρι που σε κάθε της ανάσα η θαλασσιά το σβήνει. Άναψα έπειτα δίπλα της ένα φανάρι χάρτινο, κόκκινο κι αυτό. Ένα φανάρι που θα έπρεπε να στείλει το φιλί της θάλασσας στον ουρανό. Δεν πίστεψα στις ευχές και το φανάρι έπεσε και πνίγηκε. Πνίγηκε και το φιλί της. Έπεσα στο πλάι να μη βραχώ, να μη βουτήξω μέσα της, να μη με αγγίξει, να περισυλλέξω όσα από τα συντρίμμια μπορώ με ένα μακρύ ξερό φύλλο ενός φοίνικα, τις χαμένες ευχές και τα νεκρά φιλιά μπας και ηρεμήσει. Ηρέμησε. Αυτή κι εγώ έπειτα βρεθήκαμε σε μία ταράτσα. Κοιτούσαμε την πόλη. Τη βρέξαμε την πόλη. Την αγγίξαμε. Την κερδίσαμε. 



20220623

Ο έρωτας και το φεγγάρι

 Να τώρα αυτή τη στιγμή νιώθω πολύ ερωτευμένη. Ερωτευμένη με ιδέες, με φαντάσματα, με το τώρα, το μετά. Με το αλάτι, με το νερό, με τον ήλιο, με το φεγγάρι. Κυρίως με το φεγγάρι. Αλλά να σου πω και κάτι, δε θα ήθελα ποτέ να πάω εκεί. Ο φόβος της τόλμης, της μεγαλοπρέπειας, του σχεδόν απόλυτου, άγνωστου και γυμνού, της κατάκτησης, της ολοκλήρωσης, του τέλους. Είμαι ερωτευμένη με την παρατήρηση του φεγγαριού. Με την ιδέα. Και άντε και πήγα. Τι; Άντε και το άγγιξα, άντε και τα χείλη μου το ακούμπησαν και ένα σωρό άλλα πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος με το φεγγάρι στο φεγγάρι μόνος του... Μετά τι; Ενώ τώρα βασανίζομαι. Υποφέρω και μου αρέσει. Υπάρχει ολόλαμπρο από το φως που του χαρίζω, τόσο κοντά μα συγχρόνως εξωφρενικά μακριά, μαγικό, ενθρονισμένο μέσα μου, ιδεατό. Πνίγομαι στον βούρκο του ρομαντισμού. 

 Έτσι λοιπόν πρέπει να είναι ο έρωτας. Όλα όταν τα φτάσεις και τα πιάσεις, όλα καταρρέουν, γίνονται ίδια, απλά. Πάει το πολύπλοκο, πάει η ανάλυση, πάει η δημιουργικότητα. Βέβαια τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς αυτά τα πρώτα φιλιά. Δεν ξέρω. Είμαι πολύ μπερδεμένη σχετικά με αυτό. Τα πρώτα φιλιά πρέπει πάντα να συμβαίνουν. Ίσως να πρέπει να μένει εκεί. Για να μπορείς μία ζωή να ξεδιψάς αλλά και διψασμένος να μένεις, ζωτικής σημασίας το νερό αυτό, το παλαβό, το καθαρό, το παραμυθένιο. Για να μπορείς να τραγουδάς αληθινά: No te vayas quédate. 

 


20220612

Το λεμονόδεντρο

 Κάτι μέσα μου έχει κολλήσει. Πάω από κίτρινο λεμονόδεντρο σε κίτρινο υποβρύχιο. Από το κεφάλι του Λένιν σε πεδία μαγνητικά και από μέρα σε νύχτα. Ξέρω, θα σου φανούν πάλι ακατάληπτα αυτά που σου γράφω. Ίσως φταίει η απόσταση. Τι να καταλάβεις εσύ εδώ στη Γη αν κλάνει ο Ουρανός

 Το καλοκαίρι μας έχει τρεις μήνες. Ήδη έχει περάσει ο μισός και ίσως μονάχα να άγγιξα κάποια ιδέα. Τη δεύτερη ιδέα, γιατί υπήρχε ακόμα μία που άφησα στην άκρη. Κι ακόμα μία κι άλλη μία. Η εμπειρία μου σε αυτή τη ζωή, μου έχει αφήσει τη γεύση πως τις σπουδαίες ιδέες δεν τις αφήνεις στην άκρη. Τις κυνηγάς και τις γραπώνεις. Πέφτεις με όλη τη δύναμη και το μυαλό σου πάνω τους. Ματώνεις τα γόνατά σου, ματώνεις την καρδιά σου, μα τις κατακτάς. Τις κάνεις δικές σου και κολυμπάς μέσα σε αυτές. Όπως στο νερό της θάλασσας που σε τυλίγει στα υπέροχά σου τα μακροβούτια. 

 Τελείωσε προσωρινά και με τα δύο μάτια, είπαν. Κατά τα άλλα ο ουρανός, εδώ ο δικός μας, όχι ο κλανιάρης, είναι συννεφιασμένος. Ξανά και ξανά θα νιώθω πως η Σερενάτα του Σούμπερτ μπορεί να μηδενίσει κάθε απόσταση. Έπειτα θα ξυπνάω ξανά και ξανά και θα αντικρίζω την πραγματικότητα. Καμία σερενάτα, κανένα μονόγραμμα και καμία φυλή των λιλιπούα δεν μπορεί να αλλάξει τη ζοφερότητα. Πως να σε συγκινήσει άλλωστε το ακατάληπτο; 

 Μα, εκεί που πίνω την τελευταία γουλιά τσάι και πιστεύω πως ο ρομαντισμός πέθανε, πάει, αυτό ήταν, κατεβαίνει ένας τύπος με τιράντες και κιθάρα. Χορεύει λίγο μόρνα μόνος με κλειστά μάτια, με ανοιχτά παίζει κιθάρα και μας κοιτάει με ένα χαμόγελο. Ένας άλλος που λέει πως είναι κουρέλι και παράσιτο, είναι ο πιο ενδιαφέρων και «ψηλός». Mία κοπέλα με τα μισά της μαλλιά διαφορετικά από τα αλλά μισά, είναι η πόλη μου και η Χίλντεγκαρ φον Μπίγκεν, ω ναι, η Χίλντεγκαρ μοιράζει ξόρκια και βοτάνια στην έξοδο του παραδείσου. 

 Θα ρίξω λίγο αλάτι στη θάλασσα λοιπόν. Θα ζωγραφίσω με το δάχτυλο μου αστέρια εκεί πάνω και μετά θα σκάψω με το μυαλό μου μία τρύπα και θα κάνω μέσα της μία βουτιά. Θα βγω όταν μετρήσω ως το δέκα και έχετε όλοι κρυφτεί και θα ρίξω λίγο αλάτι στη θάλασσα σου. Θα ζωγραφίσω με το δάχτυλο μου αστέρια πάνω σου κι έπειτα θα σκάψω νοερά μία τρύπα μέσα σου και θα κάνω μία βουτιά. Θα βγω σαν μετρήσω ως το δέκα και έχεις πια κρυφτεί. Θα ρίξω λίγό αλάτι στη θάλασσά μου. Θα ζωγραφίσω με το δάχτυλο πάνω μου το φεγγάρι και μετά θα σκάψω μία τρύπα στο μυαλό μου και μέσα της θα βουτήξω. Θα μετρήσω ως το δέκα να κρυφτώ και θα βγω. Θα ρίξω λίγο αλάτι στη θάλασσα...

20220518

ΜΑΜΙΧΛΑΠΙΝΑΤΑΠΑΪ

 Τα τραπέζια έχουν αλλάξει διάταξη. Λογικά θα αλλάξουν σύντομα ξανά. Με είδε ο Κρητικός που ερχόμουν από μακριά και πριν προλάβει να έρθει η σειρά μου, μου τον έδωσε έτοιμο στο ποτήρι το καλό. Ωραίο πράγμα να ξέρουν τι θες χωρίς καν να το πεις. 
 Η νέα διάταξη των τραπεζιών με έχει φέρει δίπλα με κάτι ξένους. Δηλαδή είναι σαν κάποτε που χώριζαν τα θρανία με μία γραμμή τα κακιασμένα. Το τραπέζι το χωρίζει σήμερα μονάχα ένα τζάμι. Είναι κάπως σα να έχω παρέα. Σε λιγότερο από μία ώρα θα είναι εδώ και τα κορίτσια. Πιθανότατα η πρώτη δόση θα έχει τελειώσει. 
 Η ταινία στο φεστιβάλ τελείωσε. Το ταξίδι ίσα πάνω αριστερά, τελείωσε. Το ένα μάτι τελείωσε. Νομίζω πως μόνο αυτά, παρά τις προσπάθειές μου τελείωσαν. Όχι ότι προσπαθώ βεβαίως βεβαίως και σκληρά. Τι ξεκινάει λοιπόν όταν κάποια πράγματα τελειώνουν και κάποια άλλα δεν τα αφήνω να τελειώσουν ποτέ; Τα μεγαλόπνοα σχέδια κάθε καλοκαιριού για τη μεγάλου μήκους. Αύτη που ήθελα να έχω ολοκληρώσει πριν τα 30 και πλέον είμαι 30, τύπου με πήραν τα χρόνια και είμαι στο 0. Ναι φίλοι μου, ξεκινάει η εποχή της ταινίας, που τρώω περισσότερα καρότα, που το πετσί μου τσιμπάει τον ήλιο σαν διψασμένο και που πλέον στην τσάντα μου ή μάλλον όχι, στα χέρια μου θα υπάρχει και μία βεντάλια. 
 Είχα πει παλιότερα στην Ιω, ότι το σενάριο είναι όλο εδώ μέσα, στο μπλογκ, αλλά μία διαβάζω και γοητεύομαι, μία διαβάζω και λέω «ω νόου, το έγραψα όντως αυτό, τι θράσος;». Έψαχνα που λέτε κλασικά κάτι στα αρχεία και άρχισα να παρατηρώ περίεργα πράγματα στα στατιστικά. Τι να σας νοιάζουν τώρα εσάς αλγόριθμοι και στατιστικά. Να σου πω κάτι; Ούτε εμένα με νοιάζουν, λέω ψέματα. Η μαγεία πάντα κρυβόταν πέρα και πάνω από τους αριθμούς. Οπότε θα σας πω κάτι που μπορεί και να με ενδιαφέρει.
 Μαμιχλαπιναταπάι. Αντιγράφω για να σας ξεκουράσω από το να πατάτε τα πορτοκαλί. Η λέξη μαμιχλαπιναταπάι λοιπόν, είναι μία λέξη της γλώσσας Γιαγκάν της Γης του Πυρός (ω ναι, πάψε, ήμουν κι εγώ εκεί) η οποία λέξη έχει μπει στο βιβλίο Γκίνες ως η «πιο συνοπτική λέξη» και μία από τις πιο δύσκολες λέξεις για μετάφραση σύμφωνα με κάποιον Μπέργκερ (τρομερό επίθετο. My name is Burger. Clemens Burger). Η λέξη αυτή λοιπόν χωράει μέσα της την εξής συνθήκη: το βλέμμα που ανταλλάζουν δύο άνθρωποι που ο ένας επιθυμεί να του προσφέρει κάτι ο άλλος, το οποίο θέλουν και οι δύο, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να το προτείνουν ή να το προσφέρουν στον εαυτό τους. Μία κάπως διαφορετική ερμηνεία αναφέρει πως είναι το βλέμμα όταν δύο άνθρωποι μοιράζονται μία άρρητη, ιδιωτική στιγμή που ο καθένας γνωρίζει τι σκέφτεται ο άλλος και συμφωνεί με αυτό που εκφράζεται μέσω μίας ουσιαστικής σιωπής. 
 Κάπως το μαμιχλαπιναταπάι σχετίζεται λένε και με τη θεωρία των παιγνίων, με το δίλλημα του εθελοντή. Δυστυχώς δεν μπορώ να εμβαθύνω σε αυτό, διότι προσπαθούσα πριν λίγο να κατανοήσω κομμάτια από το παίγνιο δειλίας, chicken game και κάπου στο ΔΔ και Δ, που συνοψίζουν τις επιλογές «Δεν Δειλιάζω» και «Δειλιάζω», άρχισε να βγαίνει καπνός από το κεφάλι μου. Δειλιάζω λοιπόν να συνεχίσω να καίγομαι μόνη μου και θα περιμένω μήπως κάποιος κάποτε μπορεί να μου κάνει μία ξήγα για ντάμιζ να κατανοήσω αυτά τα περίεργα. 
 Σε κάθε περίπτωση αγαπημένοι, νιώθω ότι το μαμιχλαπιναταπάι είναι ένα σουπερουά επίπεδο το όποιο ενώνει μαγικά δύο διαφορετικούς πλανήτες. Σπουδαίο να συμβαίνει στις ζωές μας και σας το εύχομαι να σας βρει, μολονότι δεν πιστεύω στις ευχές. Δε θα ήταν μαγικό να ξέρουν τι θέλεις, χωρίς να χρειάζεται να το πεις; 

Υ.Γ. Το κείμενο περιέχει συμπεριλαμβανομένου του τίτλου έξι φορές τοποθέτηση μαμιχλαπιναταπάι. Πάψε ξανά, σε καλό να μας βγει. 
Υ.Υ.Γ Εδώ κάτι ήθελα να γράψω γιατί θυμόμουν ότι μέτρησα τρία υστερόγραφα
Υ.Υ.Υ.Γ. Οι ευχές. Αχ οι ευχές... Θα στο ξαναπώ. Σκέφτομαι καλά πράγματα διαρκώς για όλους. Κάποιοι έχουν την ατυχία να τους τα εκφράζω ακατάληπτα κυρίως, σε άκυρες ώρες, αλλά πιστεύω με αγαπούν λίγο γι' αυτό. Όμως οι ευχές/σκέψεις που πρέπει να αποδίδονται σε συγκριμένες μέρες και περιστάσεις με ζορίζουν. Χρόνια πολλά. Καλή χρονιά. Καλό πάσχα. Να σας ζήσει. Να ζήσετε. Συλλυπητήρια. Οριακά με τρελαίνουν. Δεν πιστεύω ότι βγαίνουν από την καρδιά. Τουλάχιστον όχι απ' όλους. Αποστέλλονται, εκφράζονται τυπικά και τις περισσότερες φορές όλο αυτό γίνεται από φόβο για να μη στενοχωρηθεί κάποιος, να μην είμαστε αγενείς, τι θα σκεφτούν αν δεν; Μα δεν προκαλεί μεγαλύτερη στενοχώρια το κλισέ από την ευγενική σιωπή; Τουλάχιστον παιδευτείτε λίγο να μην αναπαράγετε τα ίδια λόγια. Πείτε στους άλλους «μία μερίδα κοντοσούβλι και τρία πιτόγυρα απ' όλα» Τιμιότερο. 
 Τα κορίτσια ήρθαν και είναι αγενές πλέον εγώ να παίζω πλήκτρα, οπότε θα κλείσω. Δε θα γράψω για την Χαρούλα που σήκωσε τα χέρια ψηλά και με έλουσε με σαπούνι για τα πιάτα. Δε θα γράψω για τον τύπο που ήταν πριν πέντε λεπτά εδώ και τον έλεγαν Έρωτα! Όντως τον έλεγαν Έρωτα και όντως έφυγε. Μάλλον πάντα φεύγει; Ξέρεις τώρα, αν δεν τον ταϊζεις... Εμ ναι, το τραγουδάκι κολλάω και κλείνω. Κορίτσια συγγνώμη!  






 

20220512

Κενά & σαλάμια αέρος

 Πρώτα το ένα μάτι κι έπειτα το άλλο της είπε ο γιατρός. Τώρα περιμένω να τελειώσει. Περίεργες εβδομάδες. Από ζωή σε κηδεία, από υγεία και νοσοκομείο, από δόξα σε βουβαμάρα, από πράσινο σε άσπρο, από ήλιο σε χιόνι, από τη μία άκρη στην άλλη. Δεν ξέρω που να πρωτοσταθώ. Βρίσκομαι τώρα στο καφέ. Θα τελειώσει όπου να ΄ναι, σωστά; Όλα δεν τελειώνουν άλλωστε; 

 Η μουσική στην καφετέρια του νοσοκομείου δεν πολυταιριάζει με τη φάση του. Έπαιζε από τα ηχεία κάτι σε «από έρωτα δεν πέθανε κανείς» μία κοπέλα σε διπλανό τραπέζι το σιγοτραγουδούσε. Άνοιξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τη συσκευή κι έβαλα το call my name στα ακουστικά μου. Άκου εκεί «από έρωτα δεν πέθανε κανείς» πως τολμάει να τραγουδάει ένα τέτοιο ψέμα. Ευτυχώς που υπάρχουν και τα ακουστικά και μπορούν να σε στείλουν απ' ευθείας στο σύμπαν σου. 

 Δε θα ήθελα ακόμα να σου πω τίποτα. Ούτε για τον νεκροθάφτη που ήταν ολοταίριαστος στο σκηνικό, υπέροχος. Ούτε για την ανηφόρα με τα κυπαρίσσια που τόλμησα να σκεφτώ πως είναι όμορφος δρόμος. Δε θέλω να σου πω για τα μάτια της. Δε θέλω να σου πω ακόμα για το ταξίδι. Δε θέλω να σου πω για την ταινία. Δε θέλω να σταθώ στην αδιαφορία που υπάρχει, στο προσποιητό ενδιαφέρον, ή στο αφόρητο. Θα σταματήσω όμως ξανά στον λύκο. 

 Τα αεροπλάνα θα μπορούσα να τα συμπαθώ περισσότερο. Δυσκολεύομαι σε τρεις φάσεις. Της προσγείωσης, της απογείωσης και της πτήσης. Στην προσγείωση αυτό το αίσθημα στο στομάχι με διαλύει. Ούτε τα λούνα παρκ μου αρέσουν. Μου αρέσει η βόλτα σε αυτά κι οτιδήποτε δεν πέφτει, τρέχει, αλλάζει απότομα κατευθύνσεις ή γυρίζει σαν τρελό. Κατά τη διάρκεια της πτήσης, πάντα θυμάμαι ότι δεν έχω εγώ τον έλεγχο. Έχω την αυτοπεποίθηση πως θα μπορούσα να το πιλοτάρω το θεριό αν τύχει η στραβή, αλλά όχι την ηρεμία ώστε το παραμικρό ρεύμα αέρα να μη με ταράζει. Φυσικά φαίνομαι πολύ κουλ, μόνο αν κάποιος μπορεί να νιώσει τους παλμούς μου, μπορώ να προδωθώ. Όπως πάντα. Τέλος, όταν πλησιάζει η προσγείωση ξεκινάει η ανησυχία για το αν θα είναι απαλή σαν βούτυρο και μη τυχόν κάνει κανένα χοροπηδητό. 

 Κατά τη διάρκεια της παραπάνω συνθήκης δυσκολεύομαι πιο πολύ από το συνηθισμένο να εστιάσω σε ένα πράγμα. Δυσκολεύομαι να κοιμηθώ γιατί πετάγομαι διαρκώς, δυσκολεύομαι να ακούσω μουσική, γιατί πρέπει να έχω το νου μου στον παραμικρό θόρυβο ή αλλαγή ήχου. Δυσκολεύομαι να διαβάσω γιατί νιώθω πως αν δεν είμαι αρκετά συγκεντρωμένη θα πέσουμε σε κενό αέρος. Τύπου ότι εγώ φταίω, εγώ θα το έχω προκαλέσει. Δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω κάποια ταινία, γιατί δυσκολεύομαι... Κατάφερα τώρα τις τελευταίες φορές να συνεχίσω λίγο τον λύκο. Σε μία υπέροχη πτήση που δεν κατάλαβα πότε σηκωθήκαμε, πόσο μαλακά ήταν στα σύννεφα και πόσο απαλά βρεθήκαμε στο έδαφος ξανά. Προχώρησα πολύ. Ένιωθα ότι σχεδόν επιτέλους θα τελειώσω. Ενθουσιάστηκα δε τόσο, που έβγαλα το σημειωματάριο και ξεκίνησα να μεταφέρω κομμάτια του. Να τα διαβάσω ξανά, αργά, καθώς θα γράφω, να τα χωνέψω, να το πιστέψω πως συμβαίνει. Περνάω κάποιες σημειώσεις εδώ: 

«...αυτό το ζεστό αίσθημα της τελειότητας που σε κατακλύζει, όταν πέφτεις πάνω σε κάτι που σου μοιάζει. Όχι κάτι που σε ενέπνευσε, σε χρωμάτισε. Αυτό που υπήρχε, βαδίζατε παράλληλα, δίχως οι δρόμοι σας να έχουν διασταυρωθεί. Αυτή η μαγική στιγμή της συνάντησης.

 ...Μήπως αυτό που επιζητούσαμε εμείς οι καραγκιόζηδες, ήταν από πάντα μόνο ένα φάντασμα;

...κι έτσι ο Λύκος της Στέπας μετέφερε αυτή τη διπλή και διχασμένη φύση του και στα πεπρωμένα όλων των ξένων ανθρώπων τους οποίους συναναστρεφόταν.

 Η άψογη περιγραφή του «αστού» στις σελίδες 53-54

-ο λύκος ανάμεσά σας-

Σελίδα 54, η ζωτική δύναμη την αστικής κοινωνίας. Πως συντηρείτε; 

Σελίδα 57 Η ΣΥΝΤΑΓΗ ...για να ζήσει κανείς στον κόσμο...

...όταν λοιπόν ένας άνθρωπος προχωρήσει ως το σημείο να διασπάσει την ενότητα της προσωπικότητάς του, είναι τότε σχεδόν μία μεγαλοφυΐα, οπωσδήποτε πάντως μία σπάνια και ενδιαφέρουσα εξαίρεση...

Σελίδα 60-61 η αλήθεια και η πλάνη του ΕΓΩ

Η αυταπάτη της προσωπικότητας, ο άνθρωπος κρεμμύδι

...συχνά το διαισθάνεται στα όνειρα και σε άλλες δύσκολα ελεγχόμενες συνειδησιακές καταστάσεις...


 Έπειτα, έστρεψα την προσοχή μου κάπου αλλού. Λογικά θα άλλαξα αεροπλάνα και κάτι δε θα ήταν τόσο μαλακό. Η Αρετούλα μου είπε να της πω όταν το τελειώσω και αλήθεια μου έδωκε ακόμα ένα κίνητρο. Όχι τελικά πως  όσα κίνητρα και να μου δώσουν θα νικήσουν αυτόν τον χαμό. Τώρα ο καραγκιόζης θα κλείσω τους μαντρουγάδα. Μέχρι να μαζέψω τη συσκευή θα πρέπει να ακούσω το «γι'αυτό ποτέ μην πεις πως είμαι ο ανθρωπός σου κάτι με τον χειρότερο εχθρό σου» Ψέμα κι αυτό.  

 Τα αεροπλάνα μου αρέσουν. Στο τέλος όμως. Νιώθω ότι αν βιαστώ να βγάλω συμπέρασμα, τα καταστρέφω όλα. Αν πω εν ώρα πτήσης «μα τι ωραία απογείωση» θα ξεκινήσει το κούνημα. Αν πω «μα τι ωραία πτήση», θα ακουστεί κάποιος νέος περίεργος θόρυβος. Αν πω «καλά το πάει» κατά τη φάση της προσγείωσης, θα πατήσουν οι ρόδες, θα σηκωθεί ξανά, θα κάνει μερικά γκουπ γκουπ, θα πέσει πίσω μας το επόμενο αερόπλανο; Δε θα φρενάρει ποτέ; Κλπ κλπ. Δε θα μπω πιθανότατα ποτέ με την ίδια χαρά και ανεμελιά που μπαίνω σε ένα πλοίο, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε θα μπορούσα να μπαίνω κάθε μέρα. Να ξεκλειδώνω νέους πλανήτες, να διασταυρώνονται οι δρόμοι μου με όσα μου μοιάζουν κι όσα αποτελούν ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις. 













20220421

Δύσκολες αποφάσεις

  Καμία δύσκολη απόφαση. Εννοώ το παρακάτω δεν γράφεται επειδή κάποια δύσκολη απόφαση πάρθηκε ή πρέπει να παρθεί. Εκτός κι αν πιστέψουμε ότι επιπλέουν εδώ κομμάτια του υποσυνειδήτου, κάπως σαν την ονειροχώρα μου. Καθώς έγραφα το «υποσυνείδητο» στη γενική καταλαβαίνω ότι δε θα καταφέρω ποτέ μάλλον να ξεκαθαρίσω τον κανόνα με τον τόνο. Πότε ανεβαίνει και πότε κατεβαίνει. Καθώς έγραφα για την «ονειροχώρα» για την οποία κάποια στιγμή πρέπει να σας μιλήσω εκτενώς, συνειδητοποιώ πως δε θα καταφέρω ποτέ μάλλον να τηρήσω πιστά ένα πρόγραμμα καταγραφής των όσων μπορώ να ανακαλέσω καθώς ξυπνάω στην πραγματικοτητοχώρα, μήπως καταφέρω έτσι να λύσω το μεγάλο μυστήριο. Καθώς έγραφα «δύσκολες αποφάσεις» είχα κυρίως στο μυαλό μου την απόφαση για το αν θα κάνεις μπάνιο το βράδυ πριν κοιμηθείς ή το πρωί αφού ξυπνήσεις. Δε μιλάω για ξεκάθαρες καταστάσεις του τύπου «γύρισα από προπόνηση», μιλάω γι' αυτές τις αδιάφορες μέρες που παρ' όλα αυτά πρέπει να λάβεις τις σημαντικές/ασήμαντές σου αποφάσεις. 

 Σήμερα είναι από αυτές τις αδιάφορες μέρες. Μέρες τώρα είναι από αυτές τις αδιάφορες μέρες. Καλά, όχι, μην το μηδενίζω, μπορεί να φταίει η περίοδος. Μπορεί να φταίνε οι μικρές καθημερινές απογοητεύσεις που λίγο αν σταματήσεις τον χορό, τρέφονται και γίνονται γίγαντες. Σήμερα και χθες, ήταν δύο μέρες που βυθίστηκα. Δεν έκανα τίποτα δημιουργικό, παρά μονάχα βυθίζομαι στη σκέψη πως δε θα κάνω ποτέ τίποτα δημιουργικό και πως ποτέ δεν έκανα ως τώρα. Φυσικά η πολύτιμη εμπειρία μου, μου πετά το σωσίβιο της υπενθύμισης. Δυστυχώς ή ευτυχώς οι άνθρωποι κάνουμε κύκλους. Κολυμπάμε προς την επιφάνεια και βουτάμε ξανά να χαζέψουμε τον πάτο. Γνωρίζω λοιπόν ότι, το πως βλέπουμε τις πραγματικότητές μας εξαρτάται από το σημείο που θα κάτσουμε για να παρατηρήσουμε τον κόσμο. Εξαρτάται δυστυχώς ή ευτυχώς και από τον κόσμο που θα επιτρέψουμε να μπει μέσα στον κόσμο μας, αλλά έστω ότι αυτή η παγίδα είναι πιο εύκολα αναγνωρίσιμη σε σχέση με την παγίδα που μας στήνει ο ίδιος μας ο εαυτός, σε σχέση με τη θέση μας. 

 Τέλος πάντων, ο λόγος που αποφάσισα να ανοίξω τον υπολογιστή μέσα στη νύχτα και να γράψω αυτά, στην πραγματική πραγματικότητα, είναι ο Σούμπερτ. Κάποια στιγμή, κάποιο μεσημέρι, μέσα στο αμάξι, πέτυχα την ίδια εκπομπή...

(που τόση ώρα να ξέρεις την έψαχνα! Αφού αναζήτησα ξανά πληροφορίες εδώ και βρήκα την καταιγίδα και στην έδειξα ξανά, έπειτα άρχισα να ψάχνω όλο το τρίτο πρόγραμμα για να βρω την εκπομπή, πως την λένε! «αναζητώντας την κυρία με την στρυχνίνη», δηλαδή, η ώρα έχει πάει σχεδόν δύο τα αξημέρωτα και πόσα χρόνια χρειάστηκαν να περάσουν μέχρι να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που μου άρεσε τόσο και ουάου, τι τέλειος τίτλος είναι αυτός!).

 Πίσω στον πλανήτη, στην εκπομπή ο κυριούλης είχε καλεσμένη μία κυριούλα και είχαν ο καθένας κάτσει σε ένα πιάνο. Σχολίαζαν λοιπόν παίζοντας λαϊβ, πως η πέστροφα του Σούμπερτ και ο μαγικός αυλός του Μπετόβεν είχαν ομοιότητες. -Δε στα κάνω περτικαλί, ψάξε επιτέλους και κάτι μόνος σου.-Δε θυμάμαι ποιος επηρέασε ποιον, ποιος τσίμπησε τι από ποιον, αν και πιάσανε και το κουτσομπολιό το καλό και τα μαρτύρησαν όλα, αλλά θυμάμαι ότι πήγαινα προς Ίλιον. Κάπου στο Περιστέρι, έχοντας κατεβασμένα τα παράθυρα γιατί είχε ζέστα, ντυμένη σαν απόλυτη ροκ σταρ με μαλλί μπλε και μωβ και ροζ και κάπου ώπα, με την ένταση στα ηχεία του οχήματος σε επίπεδα συναυλίας με πιάνει κόκκινο φανάρι. Άκουγα για τις κλεψιές, έπαιζαν και οι σκόρπιες νότες, μονολογούσα και κάτι «άκου εδώ να δεις» αγανακτισμένη. Σταματάει δίπλα μου τύπος με μαλλί εξίσου περίεργο. Μπρος άμαλλο και πίσω μία μακριά πλεξούδα. Μου λέει «τρίτο να ακούς» με γελάκι. Τρίτο άκουγα εν τω μεταξύ. Του λέω «τσκ τσκ τσκ, άκου εδώ που γίνεται της κακομοίρας, ο κλέψας του κλέψαντος, ψάξε για την πέστροφα και τον μαγικό αυλό να φρίξεις» κι ανεβάζω κι άλλο την ένταση να φτάσει καλά καλά στο διπλανό παράθυρο, να νιώσει λίγο ο άνθρωπας το σοκ και όλο το πίτζεον μαζί. Τον χαιρέτισα στρατιωτικά παλικαρίσια και προχώρησα ευθεία. 

 Ναι, αυτά... Οι ξάξακες ήταν απογοήτευση. Ο Σούμπερτ πέθανε το επόμενο έτος από τον Μπετόβεν. Λέτε τάχα η θλίψη να τον άγγιξε; Υποσυνείδητα; Τώρα θα κλείσω. Θα δοκιμάσω να κοιμηθώ. Δε θα διαβάσω τα κίτρινα χαρτιά μου. Δε θα διαβάσω τα «ανήσυχα άκρα». Καληνύχτα. Δεν ήθελα κάτι να πω. 


 

20220410

Λάλαμπαϊ

 Θα έχει μέσα πολλούς πόθους. Μακάρι να μην σταματήσω να τους ποτίζω. Ίσως καταφέρω να βρω κάποιον να το αγαπήσει όσο ήδη εγώ το αγαπώ και να φροντίζει τους πόθους μου για εμένα. Η χειρότερη λύση είναι να το γεμίσω με ψεύτικο πόθο, αλλά ποτέ ο ψεύτικος πόθος δεν είναι μία καλή ιδέα. Θα έχει κάπου ένα πικ απ. Συχνά θα ακούγεται μουσική από εκεί. Θα υπάρχει κι ένα πιάνο. Θα ακούγεται και από εκεί μουσική. Φαντάζομαι να μπορούν οι άνθρωποι να παίζουν όταν το θελήσουν, όποτε και όπως θέλουν. Τη μία μέρα θα ακούγεται το βαλσ του Σοστακόβιτσ, την άλλη Die Antwoord, στιγμές πιο κάτω οι xaxakes, συνθετικοί, madrugada και ο Νίκος και ο Θωμάς και ο Φοίβος κοκ. 
 Θέλω να φύγει το μυαλό σου από την πελατεία που μπορεί να φαντάζεσαι ότι υπάρχει σε ένα τεϊοποτείο. Θέλω να φέρεις στο νου σου όλες τις εποχές και όλα τα χρώματα. Σίγουρα κάπου εδώ θέλω να φέρεις και στο μυαλό σου τα ταξίδια. Οι γεύσεις θα είναι περιπέτεια. Θα τη διαλύσω την ιδέα πως το τσάι είναι βαρετό. Το τσάι δεν είναι για όταν αρρωσταίνεις. Τσάι δεν είναι οτιδήποτε βουτάς σε νερό. Το τσάι δεν το βράζεις! Θέλω να το βάλω τόσο βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων σε τούτη τη γωνιά της γης. 
 Συνήθως δε σου λέω τα όνειρά μου. Λένε πως όταν εκστομίσεις κάτι, όταν το περάσεις από τον κόσμο των ιδεών στον κόσμο του λόγου, τουλάχιστον εγώ το έχω έτσι στο μυαλό μου, πρέπει να το κάνεις. Δεσμεύεσαι με τον λόγο σου κι αν δεν τον τηρείς, φανερώνει αναξιοπιστία. Θα μου πεις πως κάπου πρέπει να ακουμπάς τις σκέψεις σου ακόμα κι αν δεν καταφέρεις να τις υλοποιήσεις... Αλλά από την άλλη καλά έχει πάει ως τώρα το πρώτα κάνω, μετά λέω. Βασικά μετά δε χρειάζεται καν να μιλήσεις, έχουν μιλήσει άλλα για εσένα. Αλλά σήμερα νιώθω ότι πρέπει να μείνει αυτή η σκέψη εδώ. 
 Δεν ξέρω τι χρώματα θα έχει. Άλλες φορές το νιώθω το αδιάφορο μα μαγικό, της κρέμας, της σελήνης, για να το χρωματίζει διαφορετικά η κάθε στιγμή, άλλες το νιώθω πετρόλ, κόκκινο βαθύ, μπορντώ, μπλε της θάλασσας στη μέση του Αιγαίου μία μέρα που έχει συννεφιά. Ξέρεις, θα είναι ωραία εκεί και τις μέρες που θα έχει βροχή και τις μέρες που θα έχει ήλιο. Θα γυριστεί κι εκεί τουλάχιστον κάποια σκηνή ταινίας μου. Μη σου πω μία ολόκληρη ταινία. Νύχτες, θα γίνονται προβολές άλλων ταινιών.
 Η ζωή θα κυλάει όμορφα κι ανέμελα στο λάλαμπαϊ. Θα βρω και κάποιον να φτιάχνει λίγες λιχουδιές να μπορείς ν' απολαύσεις. Κυρίως κέικ, λεμονόταρτες με το καμένο από πάνω, ξέρεις και ίσως κάποια αλμυρά, γιατί ζωή χωρίς αλάτι... 
 Εκεί θα διαβάζουν, θα γράφουν, θα δημιουργούν, θα ερωτεύονται, θα παίρνουν τις σημαντικές αποφάσεις κι έπειτα εκεί θα τις καίνε. Θα χαμογελάνε, θα κλαίνε, θα μιλάνε, θα ονειρεύονται. 
 Αυτά για σήμερα από τον πλανήτη λάλαμπαϊ. Ήταν ένα μεσημέρι απλής, αδιάφορης ευτυχίας και ηρεμίας. Από το ηχείο ακούγεται το «μη μαζί γιατί» και η «μάγισσα». Αυτός είναι ο σημερινός ρυθμός. Ανοιξιάτικος, ανοιξινός, ανοιγλυκός. ΄
 Αναπνοή μέσα, αναπνοή έξω. Τίποτα το σπουδαίο. 




Υ.Γ. Λες να είμαστε εμείς το τσάι της θάλασσας; Σα φακελάκια, έτσι που μουλιάζουμε τις ψυχές μας μέσα της;
Υ.Υ.Γ. Θα πάω τώρα μέσα στα σπασμένα να υποδεχθώ το απόγιομα και να μαζέψω νομίσματα που ανταλλάζοντάς τα, θα δώσω πνοή στο νανούρισμά μου. Θα συνεχίσει να παίζει από το ηχείο εκεί το «μη μαζί γιατί» και η «μάγισσα». 


20220403

Άσε μας ρε πουλάκι μου aka τσίου

 Ξεκίνησε η μουσική. Μισό λεπτό, θα σου γράψω ακριβώς τι ακούγεται: Tape loop, Ituana. Άκου τι είπε πάλι το σύμπαν ρε αδέρφι. Αν πιστεύω στο ομιλούν σύμπαν; Όχι. Φυσικά και όχι. Αλλά κακώς τις περισσότερες φορές πλέκω εγώ με το βελονάκι υπέροχα παραμύθια από τυχαίες κλωστές. Ξέρεις, κάπου εδώ η Έλλη θα έβγαζε τα γυαλιά της, θα τα ακουμπούσε με χάρη πάνω σε κάποιο τραπεζάκι κι έπειτα ξεφυσώντας, γιατί πολύ την έχω κουράσει με αυτά τα τερτίπια, θα έκανε μία χαριτωμένη βουτιά με το κεφάλι, ωσάν κολυμβήτρια γοργόνα κι όχι κινέζα, μέσα σε μία μαγιονέζα. 

 Μαγιονέζα πια δε φτιάχνω. Χάλασε το ραβδομπλέντερ aka μπίμερ. Δοκίμασα με άλλους τρόπους, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εμετικό. Καμία σχέση με την υπέροχη μαγιονέζα μου. Έτσι το κύμα που θα χτυπούσε τον καπιταλισμό κόπασε κι αυτό. Θα πρέπει να αγοράζω μαγιονέζα πλέον για το αγαπημένο «μακαρόνια με τόνο και μαγιονέζα καυτερά». Κορίτσι - κεφαλαιοκρατία 0-1

 Ένα κι ένα κάνουν δύο. Όταν κοπάζει μέσα μου αυτό το κύμα που θέλει να πνίξει αυτό το δύο κι ένα συν ένα να κάνουν εκατομμύρια, ένα, μηδέν, οτιδήποτε άλλο δηλαδή, λυπάμαι. Καθώς λοιπόν λυπόμουν και έβλεπα την τραγουδίστρια μέσα στα κόκκινα να τραγουδάει «πες μου τι είναι αυτό που σου λείπει κι όλο κλαις, όλο λυπάσαι» έφαγα έναν ξηρό καρπό, ήπια μία γουλιά από το τζιν με το τόνικ - Τζιν με τόνικ, ακούς ρε Τάκη; Ποια είμαι;- Πήρα μία απόφαση, για λίγο καιρό από δω και στο εξής, τουλάχιστον μέχρι τον επόμενο σεισμό, ένα κι ένα να κάνουν δύο. Θα τον μετανιώσω πικρά αυτόν τον μικρό θάνατο, αλλά τι νόημα έχει να ζεις μόνο εσύ ελεύθερος σε έναν κόσμο φυλακισμένων; Εν τέλει, μήπως είσαι εσύ σε μία γιγαντιαία, ευάερη φυλακή;

 Το 2020 οι φυλακισμένοι στην Ισλανδία ήταν 144. Το 2021 οι φυλακισμένοι στην Ελλάδα ήταν 11.459. Σαφώς ο πληθυσμός της Ισλανδίας χωρά περίπου 30 φορές σε αυτόν της Ελλάδας, ο αριθμός όμως των φυλακισμένων χωρά 80 φορές μέσα σε αυτόν της Ελλάδας. Δεν ξέρετε φυσικά αν τα στοιχεία που σας δίνω είναι αληθή ή όχι και καλά θα κάνετε να τα αμφισβητήσετε από τη στιγμή μάλιστα που δεν αναφέρεται και καμία πηγή συλλογής των παραπάνω δεδομένων. Μα έστω ότι επαναπαύεστε στη βαρύτητα του λόγου μου, δεν είναι τρομερή η αναλογία καλού και κακού σε δύο διαφορετικές γωνίες της γης; Δύο διαφορετικές γωνίες, μα μιλάμε για το ίδιο «σπίτι»...

 Σε αυτό το σημείο ο χορός θα έπρεπε να συνεχίσει με μία συναφή ασυναρτησία περί γης. Ίσως κάτι σε «όπου γης και πατρίς» με τσαχπίνικη αναφορά στον Πακούβιο και άντε γεια; Όσα παίρνει ο άνεμος; Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι πέντε το λαδόξιδο; Το τελευταίο πλέκει καλά με την παράγραφο 1, 2 και 3 παρακαλώ! Ξίδι- Πακούβιος 1-0 τελικό. Αλλά όχι. Δε θα σας κάνω τη χάρη. Θα αφήσω το μπλε και το ροζ να χαθεί από τα μαλλιά μου, να χαθεί από την καρδιά μου. Εξ' άλλου με το ηλιοκαμένο αλμυρό πετσί το ξανθό ταιριάζει καλύτερα. Θα κάνω έτσι μία τυχαία αναφορά στην άνοιξη και θα κλείσω για να πάω σιγά σιγά δυο δρόμους πίσω ν 'ανοίξω. Κοίτα από το παράθυρό σου, έχει μπει η άνοιξη και τα λουλούδια ανθίζουν. Πόσα πολλά ζουζούνια έχει ο κόσμος. Πόσα πολλά ζουζούνια σου μπαίνουν στα μάτια και στη μύτη καθώς τρέχεις, καθώς καβαλάς τη μηχανή σου, το ποδήλατό σου, το άλογό σου; Αχ βρε άνοιξη, καλώς ήρθες. Μία άνοιξη και μία άνοιξη ισούται με δύο άνοιξες. Εντάξει τώρα; Καλύτερα

Υ.Γ. Το ήξερες ότι η ίδια τραγουδίστρια σοφά πάλι είπε «άγνωστες λέξεις σου δίνω να παίξεις και να τις σκεφτείς, αν καταλάβεις ποτέ τι σημαίνουν να 'ρθεις να με βρεις» Ε; Πάτα τα πορτοκαλί του κειμένου λοιπόν.