20180130

Μα προφανώς ήταν η λάμπα που σκόρπισε το σκοτάδι.

Λένε ότι τα πράγματα έχουν τη βαρύτητα που εμείς τους δίνουμε. Λένε ότι η κοινωνία έχει επιταγές. Λένε πώς υπάρχουν ένστικτα. Λένε πώς όλοι εν δυνάμει είμαστε τα πάντα. Είμαστε τέρατα, είμαστε άγιοι. Είμαστε εγώ κι εσύ. Είμαστε εγώ;
Εσύ;
Κάποτε είχα διαβάσει για μία φοβερή τακτική να ξεγελάς τη ζωή. Να σου μένουν μαζί σου στο χρόνο καλές κι ανάλαφρες αναμνήσεις τρυπώντας εσκεμμένα την πραγματικότητα. Να καταφέρνεις εν τέλει να μένει κάτι μεγαλύτερο πάνω από το τρομερό μεγάλο που σε τραβάει από τα μαλλιά. Να το επισκιάζεις με τα ίδια σου τα χέρια. Ταίζεις τη μνήμη και πνίγεις την πραγματικότητα με κάτι μεγαλύτερο από το μεγάλο. Κάτι ακόμα πιο μεγάλο από το μεγάλο σου. Κάτι που θα πέσει σαν χιόνι να σε παγώσει λίγο ακόμη.
Η μεγάλη αναστάτωση που αρχίζει και τελειώνει στα μυαλά μας όμως;
Χορεύει τάνγκο με μεγάλο φόβο. Γιγαντώνεται ο φόβος όταν ο ίδιος κωδικός αναστάτωσης μπορεί να κάνει βόλτες σε δύο κεφάλια. Τότε;
Δεν ξέρω τι γράφω. Έχω αφήσει τα δάχτυλα μου ελεύθερα πάνω στο πληκτρολόγιο και προσπαθώ να φτάσω τη μουσική. Να μην χάσω τον ρυθμό της. Είμαι μέσα στον ρυθμό, είμαι μέσα στον ρυθμό, παίρνω μία ανάσα και... Χάος. Όχι πολύ μεγάλο χάος, αλλά αρκετό και σίγουρα τα νερά του είναι βαθιά. Χρειάζομαι καλοκαίρι και θάλασσα, τώρα. Όχι για να μάθω τι θα γραψώ . Όχι να φτάσω τη μουσική. Για να με φτάσει εκείνη, χωρίς να χάνω την ανάσα μου.
Ξέρεις κάτι. Γάμησέ το το καλοκαίρι. Δεν το χρειάζομαι. Δεν το αγαπώ πια. Χρειάζομαι μονάχα θάλασσα. Μία βουτιά. Όχι πως κάτι θα αλλάξει, αλλά η θάλασσα είναι μαγική και όλα θα τ'αλλάξει.
Χρειάζομαι μία ανάσα. Χρειάζομαι το ποδήλατό μου και μερικές κατηφόρες. Χρειάζομαι κάποιο ταξίδι. Χρειάζομαι να βγάλω ρίζες και να τις ξεριζώσω ξανά και ξανά. Πιο πολύ από όλα χρειάζομαι να σταματήσω να ξέρω πώς όπου και να πας, δεν σταματάς να κουβαλάς την ψυχή σου.
Ένα ακόμα τρομακτικό πράγμα στην ιστορία της ζωής είναι τα ποσά πολλά μένουν στη σιωπή. Πόσα πολλά πρέπει ακόμα να γραφτούν και πόσα κάποιος θα τα σκοτώσει με φρικτό πνιγμό. Κι ύστερα; Μετά από πόσα χρόνια παύει; Και τι γίνεται με τη σιωπή που ουρλιάζει; Και τι γίνεται με την ζωή θάλασσα που δεν μπορείς να συμβιβαστείς και να χορτάσεις; Τι συμβαίνει με την ψυχή που δεν πίστεψες ποτέ ότι υπάρχει;
Είναι υπέροχο να είσαι αυτοί οι στίχοι, αλλά σαν καρφίτσα πάντα θα με τσιμπάει ότι είναι όλα μέσα σε ένα τεράστιο μηδέν και η ευτυχία ενδεχομένως να εξισώνεται ορθώς για τα μικρά μας τα κεφάλια σε αυτά τα πρόσωπα-απρόσωπα με μάσκες που έχουν στήσει χορό μέσα στο μηδέν. Εντός ορίων, εντός του κύκλου. Άλλωστε είναι πολύ λεπτή η γραμμή αυτή που κλείνει και δημιουργεί το μηδέν και συγκρατεί σαν αγρίμι απ'έξω το χάος. Σπάει τόσο εύκολα. Ή μήπως το χάος είναι μέσα; Βέβαια τα μηδέν είναι σαν μπάμπουσκα. Ένα μηδέν αγκαλιάζει τ'άλλο και πράγματι βλέπεις παντού κύκλους και σύμπαντα. Σαν σπείρα που ποτέ δεν έγινε ένα, σαν τη σπείρα πάνω μου, που ποτέ δεν πρόσεξες.
Κι απόψε θα δεις το φεγγάρι τεράστιο. Έτοιμο να σε φάει.
Γι'αυτό χρειάζομαι τη θάλασσα. Για να κάνω το μεγαλύτερο να φάει το μεγάλο. Ένα μεγάλο πολύ δυνατό. Πολύ απλό και όμορφο. Που θα έπρεπε να τρώει τα πάντα αχόρταγα, με ηρεμία και βλέμμα που κόβει όλους τους πάγους της γης.
Είμαι μόνη μου και μόνη μου όταν είμαι πάλι μου φωνάζω. Κι όταν είμαι μαζί σας ουρλιάζω ξανά, αλλά δεν με ακούτε παρά μόνο εσύ κι εσύ και κανείς.
Χρειάζομαι να τρέξω. Όχι για να μην με πιάσει. Χρειάζομαι να τρέξω για να μην το πιάσω εγώ. Να τρέξω αντίθετα. Χρειάζομαι πολύ οξυγόνο. Τόσο που να ζαλιστώ να πέσω και να κοιτάξω τον ουρανό. Εκεί θα δω το φεγγάρι και θα το φάω εγώ.
Είχα πει πως κανένα γραπτό δε θα μείνει πουθενά για να μην προδοθώ. Μα να ΄ξερες μονάχα πόσα πολλά γραμμένα αξίζουν κάποιοι. Κι ύστερα ο βασιλιάς είναι αυτός που τα προδίδει όλα. Ένας βασιλιάς που στέκει εκεί περιμένοντας αρχή, μέση και τέλος. Όχι για να αλλάξει κάτι. Όχι για να αγαπήσει ή να αγαπηθεί. Ένας βασιλιάς που ήταν εκεί πριν από εσένα, πριν να έρθω κι εγώ εκεί.
Δεν έχω χάσει τον ρυθμό ακόμα. Χάνω ίσως κάποιες ανάσες. Αναπνέω ώρες ώρες τόσο αργά που γελάω στη σκέψη πως κάποια μέρα θα ξεχαστώ. Κι αυτό αργά, όλα αργά.
Σταμάτα. Μη σταματάς. Ούτε φρένο, ούτε γκάζι. Όλα είναι αισθήσεις. Βουτιά. Σαν τη βουτιά που αν δεν τη νιώσω σήμερα θα ξεμείνω από ανάσες. Μία βουτιά στα παγωμένα νερά. Να σπάσει η καρδιά μου από το κρύο και το αλάτι.
Μία κλεφτή ματιά που θα μου ρίξει το φεγγάρι θα το νικήσει το επίμονο δικό μου βλέμμα πάνω του, που θα το αφήσει πιο γυμνό από πριν που τόλμησε να κοιτάξει.
Γαρυφαλέλαιο στα χείλη. Ένας χορός με μάτια κλειστά ανάμεσα σε τόσο κόσμο αλλά τόσο μόνος σου. Αυτή η βουτιά στα παγωμένα νερά που δεν έκανες ποτέ. Να κλείνεις τα μάτια σε σκοτεινούς κήπους και να μπορείς να ακούς καθαρά τη βροχή. Να την μυρίζεις. Να την αφήνεις να σε αγγίζει στο πρόσωπο. Χωρίς πριν, χωρίς μετά. Σα θάλασσα που βρέθηκες μέσα και δε σε νοιάζει γιατί. Δε σε νοιάζει που η θάλασσά σου ξεκινάει και που σταματάει. Ποτέ να μην σε νοιάξει. Σαν μία μεγάλη κουβέντα που έγινε κομμάτια ή μισή και η άλλη μισή τσαλακώθηκε. Σαν τα δέκα καβουράκια που ακούγονται τόσο δυνατά όταν οδηγώ σε δρόμους μεγάλους. Σαν τα χέρια μου που ιδρώνουν στο τιμόνι όταν πλησιάζω άλλους και σκέφτομαι πως μπορεί να χαθεί ο έλεγχος. Σαν ένα πρωί που σε ξύπνησαν με φασαρία έξω από το παράθυρό σου. Σαν τσάι από τόπους μακρινούς που πεθαίνει ξεχασμένο σε κάποιο ντουλάπι. Σαν κάποια τραγούδια που σου άλλαξαν τη ζωή. Σαν μυστικά που κόπηκαν στα δύο και ξέρεις ότι θα είναι πάντα ζεστό κι αγκαλιασμένο το άλλο τους μισό. Σα γεύση από ροζ 6000 και μία πινελιά από το φως του φεγγαριού αλά γαλιστί. Σαν γρίφους υπέροχους και απλούς που γυρνάς την πλάτη και δε θα λύσεις ποτέ. Σαν ένα παράπονο που νιώθεις ότι κάτι αλλάζει. Σαν εσένα, σαν εμένα, σαν αυτόν, σαν εκείνους όλους και κανέναν μας ξανά.



«Είναι πολύ λίγοι άνθρωποι πάνω στη γη που είναι εντελώς ελεύθεροι. Δεν είμαι ελεύθερη, αλλά δουλεύω πάνω σε αυτό»


Υ.Γ. Εντάξει, που και που λέω κανένα ψέμα. Δε θα σταματήσω να αγαπώ το καλοκαίρι. 

20180117

Are you in the mood for love?

 Ο Ρόλι Τόμι Τζόουνς κατάπιε την τελευταία γουλιά μπέρμπον. Γέρνοντας το σώμα του κοντά στην μπάρα, ακούμπησε τους αγκώνες του και στήριξε με το αριστερό του χέρι το κεφάλι του. Έφερε ύστερα τις παλάμες του κοντά στο πρόσωπό του και κρύφτηκε για λίγο εκεί. Πήρε μία βαθιά ανάσα κι εκπνέοντας αργά, κατέβασε τα χέρια κι άρχισε να παρατηρεί τον τρόπο που ο καπνός χάιδευε τη λάμπα.
 Ήταν ένας αργός ερωτικός χορός. Τη χάιδευε ολόγυρα χωρίς να επηρεάζει το πολύ χαμηλό, θερμό της φως. Κοντά της γινόταν ορατός, χωρίς να χάνει το ντελικάτο σώμα του. Το φως της λάμπας και ο καπνός υπήρχαν μονάχα γι'αυτούς που στάθηκαν να τα δουν κι αυτοί που στάθηκαν να τα δουν, κάποτε υπήρχαν για λίγο.
 Η φωτεινή καρδιά της λάμπας ήταν τόσο βαριά που ήταν καταραμένη να στέκει ακίνητη. Αν δοκίμαζε να κάνει κάποια κίνηση στα βήματα του καπνού θα έσπαγε σε χίλια κομμάτια. Δε θα μπορούσε πια να εκπέμπει φως, μα για λίγες στιγμές όσο το σώμα της θα ήταν ακόμα ζεστό θα μπορούσε ο καπνός να αγγίξει την καρδιά της και να το νιώσει. Η σκέψη αυτή τη διαπέρασε και θαρρείς το φως της τρεμόπαιξε για μία χαμένη στο χρόνο στιγμή.
 Ο καπνός θα διαλυόταν αν έκανε κάποιο κακό στη λάμπα. Προσπαθούσε όμως να καταλάβει τα πάντα γι'αυτή κι αυτή του η επιθυμία τον μαγνήτιζε κοντά της. Την αγγίζε με κάθε ευκαιρία. Όταν την πλησίαζε μπορούσε να δει καθαρά μέσα της. Ήταν τόσο δυνατή η έλξη...

 Το φως στον χώρο ήταν αμυδρό, ήταν μονάχα αυτή η λάμπα. Η μουσική από την άλλη ήταν δυνατή και έκανε τους χτύπους της καρδιάς του Τζόουνς να φαίνονται καθαρά στο λαιμό του. Έσφιξε τις γροθιές του και ένιωσε τα χέρια του ιδρωμένα. Το κομμάτι που έπαιζε τον έκανε να ανατριχιάσει. 
 Κοιτώντας το άδειο ποτήρι ένιωσε ότι χρειαζόταν κι άλλο χρόνο. Ένα νεύμα με τα μάτια του στον άνδρα πίσω από την μπάρα ήταν αρκετό για να ξαναγεμίσει. Ακούμπησε τα χείλη του απαλά στο γυαλί και μία μεγάλη γουλιά έκαψε  όλο του το σώμα. Άφησε το ποτό απότομα κάτω.

 Λίγες στιγμές αργότερα προτού το κομμάτι τελειώσει ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι.



  

20180109

είμαι κακό κορίτσι

 Μου αρέσει πολύ το μασώμενο κόμμι θα έλεγα, αλλά, κάποια στιγμή ξαφνικά με κουράζει και θέλω να το φτύσω. Γενικά δεν το φτύνω ασυνείδητα όπου να'ναι για να το ξεφορτωθώ. Περιμένω να βρω έναν κάδο, ή το τυλίγω σε ένα κομμάτι χαρτί προτού το παρατήσω σε κάποιο τασάκι, ή αρκετές φορές το τυλίγω σε ένα κομματάκι χαρτί και το τοποθετώ σε κάποια τσέπη μου μέχρι να βρω τον κάδο. Στην τελευταία περίπτωση το ξεχνάω συχνά κι ύστερα από μέρες εκπλήσσομαι με το τι απίθανα πράγματα μπορώ να βρω στις τσέπες μου.
 Κάποιες φορές όμως, τ' ομολογώ, είμαι συνειδητά ασυνείδητο ον. Η επιθυμία να ξεφορτωθώ άμεσα το μασώμενο κόμμι από το στόμα μου, με οδηγεί σε πολύ κακές αποφάσεις και πράξεις. 
 Μία φορά, το εκσφενδόνισα από το όχημα μου στο τρόλει μπροστά και ίσως βρίσκεται ακόμα ανάμεσα στις κεραίες του. Αρκετές φορές, είμαι τόσο άσχημος χαρακτήρας που ενώ οδηγώ, σημαδεύω να μπει μέσα στον κάδο, αυτό εν τέλει δεν μπαίνει κι εγώ δεν σταματάω να γυρίσω πίσω, να το αναζητήσω και να το τοποθετήσω εκεί που πρέπει. Όμως η κατηφόρα δεν σταματάει εδώ.  Υπάρχει μία τελευταία περίπτωση που με μαγνητίζει η ανορθόδοξη απόρριψή του και επιδίδομαι ευκαιρίας δοθείσης συχνά σε αυτό το ατόπημα.
 Έχω γεμίσει τον πάτο του ανελκυστήρα μου με τσίκλες. Από παιδάκι εισέπραττα μία κάποια ικανοποίηση όταν έβλεπα να χάνεται στο φρεάτιο. Η ικανοποίηση δε, ήταν διπλή αν τα κατάφερνα δίχως να ακουμπήσει κάπου κατά την πτώση. 
 Απολογισμός: είμαι ένα κάθαρμα. 

Υ.Γ. Γνωρίζω άτομο που κατούραγε στο φρεάτιο του ανελκυστήρα του.
Υ.Υ.Γ. Γεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω και ονειρεύομαι. Γεύομαι, μαγεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω. Γεύομαι, ξυπνάω, ονειρεύομαι, μαγεύομαι. Γεύομαι, ξυπνάω, μαγεύομαι, ονειρεύομαι. Γεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω, μαγεύομαι. Γεύομαι, ονειρεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω. Μαγεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω και ονειρεύομαι. Μαγεύομαι, γεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω. Μαγεύομαι, ονειρεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω. Μαγεύομαι, ονειρεύομαι, ξυπνάω, γεύομαι. Μαγεύομαι, ξυπνάω, γεύομαι, ονειρεύομαι. Μαγεύομαι, ξυπνάω, ονειρεύομαι, γεύομαι. Ξυπνάω, γεύομαι, ονειρεύομαι και μαγεύομαι. Ξυπνάω, γεύομαι, μαγεύομαι, ονειρεύομαι. Ξυπνάω, ονειρεύομαι, γεύομαι, μαγεύομαι. Ξυπνάω, ονειρεύομαι, μαγεύομαι, γεύομαι. Ξυπνάω, μαγεύομαι, γεύομαι, ονειρεύομαι. Ξυπνάω, μαγεύομαι, ονειρεύομαι, γεύομαι. Ονειρεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω και μαγεύομαι. Ονειρεύομαι, γεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω. Ονειρεύομαι, μαγεύομαι, ξυπνάω και γεύομαι. Ονειρεύομαι, μαγεύομαι, γεύομαι, ξυπνάω. Ονειρεύομαι, ξυπνάω, μαγεύομαι, γεύομαι. Ονειρεύομαι, ξυπνάω, γεύομαι, μαγεύομαι.
Ποιο;





20171213

παράξενες ερωτήσεις

Αν σε ρωτήσω πόσο κάνει 1 + 1 θα μου απαντήσεις κάτι.
Οι περισσότεροι θα μου απαντήσουν κάτι γρήγορα και με σιγουριά.
Κάποιοι θα σκεφτούν ότι ίσως πρόκειται για ερώτηση παγίδα.
Κάποιοι θα απαντήσουν αλλόκοτα.
Μπορεί να απαντήσουν σωστά, διαφορετικά, ή λάθος, ή τρελά. Το επίθετο που θα χαρακτηρίσουμε την απάντηση καθορίζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και τον τρόπο που θέλουμε αυτός ο κόσμος να «χορεύει».
Άρχισα να σκέφτομαι ότι έχω φοβερό πρόβλημα με τις ερωτήσεις κάπου στο δημοτικό όταν μου έδιναν να συμπληρώσω λευκώματα.
Ή ίσως και πιο πριν όταν με ρωτούσαν αν αγαπώ πιο πολύ την μαμά ή τον μπαμπά και πώς θα μπορούσα να τους εξηγήσω;
Ερωτήσεις όπως: σου αρέσουν τα σκυλάκια ή τα γατάκια, ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία, ομάδα, τραγουδίστρια ή ποιο είναι το αγαπημένο σου συγκρότημα ή ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα ή φαγητό ή τραγούδι, μου προκαλούσαν μεγάλη δυσφορία.
Πώς γίνεται κάποιος να έχει μονάχα κάτι αγαπημένο όταν έχει ένα αχανές λιβάδι με αγάπες; Πώς γίνεται αυτό που είναι αγαπημένο μου την Δευτέρα, να είναι αγαπημένο μου και την Παρασκευή; Αυτό που μου αρέσει τον Γενάρη, πώς να μου αρέσει το ίδιο και τον Αύγουστο;
Υπάρχουν βέβαια κάποιες σταθερές στη ζωή μου που συνταξιδεύουμε πολλά χρόνια παρέα, μα θα ψάξω κάποια άλλη φορά το γιατί...
Κι έπειτα ήρθαν κι άλλες περίεργες ερωτήσεις. Πιο γενικές πια, αλλά το ίδιο πιεστικές... Τι μουσική ακούς; Που βγαίνεις; Πότε θα μεγαλώσεις; Ποια εποχή σου αρέσει πιο πολύ;
Και τώρα πια οι ερωτήσεις των μεγάλων! Που εργάζεσαι; Που μένεις; Έχεις σχέση; Τι κάνεις;
Δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς είναι αυτό που με ενοχλεί στις ερωτήσεις. Αν είναι η τάση τους να σε περιορίσουν, ή αν αυτοί που ρωτάνε στην πραγματικότητα δεν θέλουν να ακούσουν ή θέλουν να ακούσουν αυτό που τους χαϊδεύει τα αυτιά.
Οι ίδιες βέβαια ερωτήσεις θα ήταν πιο εύκολες αν η απάντησή τους αφορούσε μονάχα το πώς νιώθουμε εκείνη την στιγμή, ή μία συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μας, ή αν θα μπορούσαμε τέλος πάντων να κάνουμε μία ανάλυση-αιτιολόγηση.
Παράξενες είναι και οι ερωτήσεις που ως απάντησή τους σηκώνουν αυστηρά ένα «ναι» ή ένα «όχι» ένα «θέλω» ή ένα «δε θέλω» και δε σε αφήνουν να συμπληρώσεις με το μαγικό «αλλά».
Βέβαια αν δεν υπήρχαν αυτές οι ερωτήσεις ίσως όλα να ήταν υγρά. Ίσως ο κόσμος να κατέρρεε. Ίσως πρέπει να υπάρχει μία ισορροπία συγκεκριμένων ερωτήσεων, απαντήσεων, ανθρώπων και ονείρων. Ίσως και όχι...
Από την άλλη είναι και αυτές οι ερωτήσεις που απολαμβάνω τόσο πολύ να απαντάω! Ίσως είναι ίδιες με αυτές που δε μου αρέσουν και απλά έχουν τεθεί πιο «σωστά». Μου αρέσει τόσο πολύ να απαντάω. Μου αρέσει πολύ και να ρωτάω όμως.
Βέβαια, φταίω κι εγώ κάπου. Το συντηρώ μερικές φορές. Ύπουλα θέτω βαρετές ερωτήσεις και μία αλήθεια είναι ότι αν δεν υπήρχαν αυτές οι άσχημες ερωτήσεις, δε θα μπορούσα να κάνω μία γρήγορη τακτοποίηση του συνομιλητή μου στα συρταράκια μου. Πιθανόν να είναι άδικο, αλλά κάποιες φορές τακτοποιώ. Το καλό είναι ότι ανοίγω τα συρταράκια συχνά και τα πετάω όλα στον αέρα, αλλά κάποιοι έχουν γατζωθεί στα συρταράκια και γι'αυτό δεν φταίω.
Ναι...
Σήμερα νιώθω γαλάζιο του τρυπημένου μου τζιν. Σχεδόν όλα μου τα ρούχα έχουν μία τρύπα και ποτέ μου δε με ένοιαξε. Ίσως κάποιες φορές τις ράβω, σπάνια, αλλά τις περισσότερες τις ντύνομαι περήφανα. Έφαγα πολύ σήμερα. Νιώθω πώς τίποτα σπουδαίο δεν συνέβη μέχρι τη στιγμή που...

20171212

carburetter

Κι έτσι μαλακά μπήκε ακόμα ένα δώδεκα στη ζωή μου. Άρχισε να κάνει λίγο παραπάνω κρύο και λίγη παραπάνω τζαζ. Όλα είναι περίπου σαν κρασί με γεμάτο σώμα, μαλακό.

Ωστόσο η Έλλη έπεσε.

Η ιστορία της Έλλης ξεκινάει κάπου στα βάθη της ανατολής όταν μία κινέζικη κίτρινη καταιγίδα της άλλαξε απροσδόκητα το παραμύθι. Ήταν περίπου μεσημέρι και έπλεε στα βαθιά. Τότε δεν είχε κρύο, ούτε τζαζ. Μονάχα πλεύση. Μέσα στη βάρκα που έπλεε μονάχη, περνούσε αρκετές ώρες τρέχοντας επί τόπου κι ακούγοντας Σοπέν. Μόνο Σοπέν.
Εκείνη την Τρίτη και ενώ έπλεε, η κινέζικη κίτρινη καταιγίδα προειδοποίησε με το βαθύ της μουγκρητό. Όπως ήταν λογικό, ο Σοπέν στα αυτιά της Έλλης δεν την άφησε να ακούσει τα προειδοποιητικά σημάδια.
Λίγες στιγμές αργότερα η Έλλη βρισκόταν μέσα στη γκρίζα θάλασσα.
Κακή βάρκα ή κακή η καπετάνισσα έχει άραγε καμία σημασία;
Σχεδόν αναίσθητη όπως πάντα, το κύμα την ξέβρασε στο νησί 91217.
Όταν ξύπνησε απέναντι της καθόταν ένα τεράστιο βάζο με γλυκό του κουταλιού και την κοιτούσε ευτυχισμένο.
Η Έλλη άρχισε να κλαίει κι έπειτα σταμάτησε. Ύστερα άρχισε να κλαίει ξανά κι έπειτα σταμάτησε πάλι. Αυτό το έκανε πολλές φορές μέχρι που το γλυκό του κουταλιού τη διέκοψε για να τη ρωτήσει ευγενικά αν είχε μαζί της κουτάλι να της χαρίσει λίγο από τον εαυτό του. Μεταξύ μας ήθελε και λίγο να ξαλαφρώσει, αλλά είχε πολύ γλυκιά καρδιά αυτό το γλυκό του κουταλιού, οπότε σίγουρα ήθελε να την κάνει χαρούμενη.
Η Έλλη έχασε το κουτάλι της μαζί με την βάρκα. Το γλυκό στενοχωρήθηκε γιατί περίμενε πολύ καιρό κάποιον με έναν κουτάλι. Η Έλλη έβαλε πάλι τα κλάματα.
Η ζωή της Έλλης ήταν πολύ παράξενη. Είχε κάνει πολλές βόλτες τη γη. Είχε γνωρίσει πολύ παράξενα πλάσματα. Κάθε της μέρα ήταν σαν ταινία κι όσες δεν ήταν, τις έκανε η Έλλη να είναι. Είχε πολλές ιστορίες να σου πει, αλλά έπρεπε να νιώσει ότι θες να τις ακούσεις πρώτα. Αλλιώς η Έλλη δε μιλούσε. Παρατηρούσε κι έπινε μέντα.
Αυτή την εποχή κανείς δεν ήθελε να ακούσει, έτσι μία μέρα που η Έλλη καθόταν δίπλα σε έναν φάρο και χάζευε μία τη θάλασσα, μία το κόκκινο φως του φάρου και μία το φεγγάρι πίνοντας μέντα, αποφάσισε να φύγει. Πήρε μία βάρκα και ταξίδευε στη θάλασσά της. Δεν ήξερε που πήγαινε. Ίσως ποτέ δεν ήξερε, αλλά πιθανότατα εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να βρεθεί σε κάποιο ξένο, παράξενο νησί.
Κοιτάζοντας λίγο καλύτερα το γλυκό και το έντονο πορτοκαλί του χρώμα της θύμισε κάτι.

_ Πώς σε λένε;
_ Είμαι το γλυκό του κουταλιού Μ. Εσένα;
_ Έλλη
_ Θα μου πεις μία ιστορία;

Η Έλλη σηκώθηκε, τακτοποίησε τα ανακατεμένα της μαλλιά, πέταξε μακριά τα μαύρα της γυαλιά, τέντωσε ψηλά τα χέρια της και με ένα χαριτωμένο αλματάκι έπεσε μέσα στο βάζο με το γλυκό του κουταλιού.
Δεν μπόρεσε να θυμηθεί τι ήταν αυτό το πορτοκαλί χρώμα.
Τέλος.

Υ.Γ. Έκαναν κι ένα παιδί και το είπαν Μέλι.





20171130

ΡΟΖ 6000

«Παρακαλείται ο κάτοχος του οχήματος με αριθμό πινακίδων ΡΟΖ 6000 να το μετακινήσει ΤΩΡΑ»

     

Ο Κροκόδειλος φώναξε δυνατά κι ίσως δεν έπρεπε διότι, το όχημα με αριθμό πινακίδων ΡΟΖ 6000, δεν εμπόδιζε πραγματικά. Έξω είχε τρομερό αέρα κι αυτό θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τον αναστάτωνε. Τον τελευταίο καιρό έριχνε και αρκετά μεγάλες δόσεις καφεΐνης στον οργανισμό του, ίσως να έφταιγε κι αυτό. Ίσως βέβαια το αέρινο πέρασμα της δεσποινίδος με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό, να ήταν αυτό που ευθυνόταν πραγματικά.

Τη μέρα που ο Κρόκος γεννήθηκε, ο ήλιος τον έλουσε χαρίζοντάς του ένα παράξενο κροκί χρώμα. Πέντε μέρες αργότερα, όταν ήταν πια δέκα χρονών ο Κρόκος από μία ασήμαντη πράξη, έγινε εκτός από Κρόκος και δειλός. Έτσι στη μέση περίπου της ζωής του, άλλαξε το όνομά του. Δηλαδή εκείνος δεν ήθελε πολύ ν'αλλάξει το όνομά του, αλλά εκείνη η ασήμαντη πράξη σε μία στιγμή είχε αποφασίσει τη μοίρα του και ο Κροκόδειλος πίστεψε σε αυτά που άκουγε, στη μοίρα και έγινε ό,τι του είπαν πώς είναι. Δηλαδή όχι αυτοί, αλλά μία ασήμαντη στιγμή.

Η δεσποινίς με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό, έπιασε πρόσφατα δουλειά εκεί και παρ΄όλο που το βάδισμά της ήταν πάντα αέρινο και το πρόσωπό της έταζε ό,τι ο ήλιος τάζει στην άνοιξη, μέσα της ήταν πιο αναστατωμένη για κάποιους λόγους από το δυνατό «ΤΩΡΑ» του κύριου Κροκόδειλου στο μεγάφωνο.

Εκείνη την μέρα ο αέρας γινόταν πιο μεγάλος και πιο άγριος καθώς οι ώρες περνούσαν.

Η δεσποινίς με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό πέρασε ξανά μπροστά από τον Κροκόδειλο φορτωμένη με ένα σωρό χαρτιά.

Ο αέρας φύσηξε δυνατά και σκόρπισε όλα τα χαρτιά στον αέρα. Τα χαρτιά δεν έπεσαν στο πάτωμα όπως φαντάζεσαι ότι θα έπεφταν «κανονικά». Ο χρόνος απλώθηκε και τα χαρτιά άρχισαν να πέφτουν τόσο αργά που θαρρείς πως κάποιος πάτησε η κασέτα να παίξει τριάντα και δύο ταχύτητες πιο αργά. Ο αέρας όπως ήταν λογικό έπαψε και το μόνο που υπήρχε στον χώρο ήταν τα χαρτιά που έμοιαζαν με πατημένες από μπουλντόζα τεράστιες νιφάδες, εκείνη, αυτός κι ένα σωρό νεράντζια που χάρισαν το άρωμά τους στη σημαντική εκείνη στιγμή.

Ο Κροκόδειλος πλησίασε κοντά της και για δεύτερη φορά στη ζωή του, τον έλουσε ο ήλιος. Εκείνη χωρίς να είναι καθόλου αναστατωμένη έκανε ένα βήμα κοντά του. Είχαν ανατριχιάσει και οι δύο. Η συνέχεια είναι τόσο μαγική και απλή και πορτοκαλί και μοσχομυρωδάτη όσο μπορείς να φανταστείς κι άλλο λίγο ακόμα! Δεν ξέρω αλήθεια αν είχες δει πιο όμορφο φιλί από αυτό σε όλη σου τη ζωή. Ίσως να ήταν περίπου ίδιο με τη φορά που είχες ακουμπήσει τα χείλη σου και έπαιζες με μία ροζ αφράτη σαντιγί κι όλα ήταν τόσο απλά και γλυκά και απαλά. Αλλά τι λέω... σίγουρα δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τίποτα, γιατί σίγουρα δεν έχεις δει πιο όμορφο φιλί!

Ο Κροκόδειλος δεν ήταν πια καθόλου δειλός.

Λίγες στιγμές αργότερα ο Κροκόδειλος πέθανε.

Η δεσποινίς με τα γυαλιά οράσεως που είχαν έναν χοντρό μαύρο σκελετό, έφυγε λίγες στιγμές  αργότερα και κανένας δεν άκουσε ξανά κάτι για αυτή.

Αυτή η σημαντική στιγμή όμως, είχε αλλάξει τα πάντα.



20171128

Η θεωρία της Έσθερ

Κάποτε γνώρισα κάτι ελάφια. Τα ελάφια αυτά δεν τα είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Ζούσαν στη χώρα της περίπου συννεφιάς και του σίγουρα πολύ κρύου! Μιλούσαν τη σιωπηλή ακατανόητη διάλεκτο δέλτα και τρεφόντουσαν με καρότα, στάλες στιγμιαίας αγάπης και με τον θαυμασμό από τα πλάσματα διαφορετικής από αυτά μορφολογίας. Ή περίπου διαφορετικής.
Τα μεσημέρια τα ελάφια έτρεχαν κι έπαιζαν αμέριμνα. Όταν εμφανιζόταν κάποιο καρότο στην περιοχή, γίνονταν φίλοι σου. Δε φοβόντουσαν, αλλά πλησίαζαν και έτρωγαν από τα χέρια σου. Μόλις όμως τα καρότα τελείωναν, τα ελάφια έτρεχαν και πάλι αμέριμνα μακριά σου.
Τα βράδια τα ελάφια φορούσαν λευκές μάσκες και θα σας φανεί παλαβό, αλλά γέμιζαν τα σώματά τους με ασημόσκονη και ανάλογα με το πόσο μεγάλο ή μικρό ήταν το φεγγάρι, τα ελάφια αμέριμνα χόρευαν κοντά στον ουρανό, ή κοντά στη λίμνη τους.
Όταν δηλαδή το φεγγάρι έλεγε ψέματα πως γεμίζει ή έλεγε ψέματα πώς αδειάζει, τα ελάφια ανέβαιναν ψηλά σα να προσπαθούσαν να το φτάσουν, να του φυσήξουν προτού πεθάνει λίγη από τη στιγμιαία αγάπη και θαυμασμό που σου έκλεψαν ή τους χάρισες και να το γεμίσουν ξανά.
Όταν πάλι το φεγγάρι ήταν γεμάτο και έλουζε τον τόπο τους με αυτό το συννεφί ασημένιο χρώμα, τότε αμέριμνα χόρευαν γύρω από την λίμνη που αντανακλούσε μεγάλης ποσότητας στιγμιαία αγάπη και θαυμασμό από το φεγγάρι.
Έτσι περνούσε ο καιρός για τα ελάφια.
Τη μέρα που τα γνώρισα, ανάμεσα στα άλλα, συζητήσαμε με κάποια, σχετικά με τη θεωρία της Έσθερ. Η θεωρία αυτή λέει περίπου, πως τα σημαντικά κρύβονται, κοιμούνται και ξυπνάνε στις αισθήσεις. Στις αισθήσεις μου και στις αισθήσεις σου. Κάποια από αυτά άκουγαν σα μαγεμένα, θαρρείς κι είχαν καταλάβει το μυστικό που έκρυβα.
Κάμποσες μέρες αργότερα καθώς έφευγα για κάποια άλλη χώρα και χάζευα αμέριμνα μέσα από το τρένο το απέραντο μουντό γκριζοπράσινο γρασίδι, είδα ξαφνικά ότι ένα από τα ελάφια έτρεχε να με προλάβει, μα ήταν πολύ αργά για να με φτάσει. Το άκουσα που φώναξε γεμάτο λύπη κι αγωνία «και το φεγγάρι πώς θα ζήσει;».
Το ελάφι τα είχε καταλάβει όλα.
Με όλη μου τη δύναμη του φώναξα το μυστικό κι η απόσταση μεταξύ μας άνοιξε κι άλλο κι ύστερα χάθηκε από τα μάτια μου.
Συχνά αναρωτιέμαι αν το ελάφι άκουσε.
Το φεγγάρι βέβαια ακόμα λέει ψέματα πώς γεμίζει και ψέματα πώς αδειάζει. Πεθαίνει για λίγο, αλλά γεμίζει ολόκληρο ξανά και ξανά. Αυτό βέβαια θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, οπότε ελπίζω ότι το ελάφι άκουσε.
Σίγουρα όμως τα είχε καταλάβει όλα.



20171127

γουό χεν χάο

Σκέφτομαι ότι η ζωή κυλάει, αλλά μετά σκέφτομαι ότι δεν κυλάει ακριβώς αλλά κυκλάει. Δηλαδή κατά λάθος έγινε από ταχύτητα και κύκλησε, αλλά αν το σκεφτείς χρειάζεται ο άνθρωπος τους κύκλους του, αλλά χρειάζεται και κάποιος να μπαίνει την άβολη στιγμή που είσαι μέσα στο νερό σου να τους ταράζει.

Νιώθω περίεργα ήρεμα. Σα Νοέμβρης. Σαν την αιώνια βροχούλα ενός βρώμικου μυαλού.

Την ώρα που μπήκα και κάθισα, έπαιζε ένα τραγούδι από πίσω. Δηλαδή πάντα τυχαίνει και παίζει ένα κατάλληλο τραγούδι από πίσω και η ζωή πότε κυλάει και πότε κυκλάει ακριβώς όπως μία εικόνα εξαιρετικής αισθητικής με κατάλληλη μουσική επένδυση. 
Δυναμώνω η αλήθεια είναι από την αδυναμία... Πάντα συνέβαινε αυτό. Δε μου αρέσει να την τρώω, αλλά όταν είναι γύρω μου κι όχι μέσα μου με κάνει ένα τέρας.
Δίπλα μου έλκω αυτούς που αγαπώ κι αυτούς που έχω αγαπήσει. Αλλά αυτός ο Νοέμβρης αγάπησε πολύ εμένα κι εγώ τον αυτόν και θα τον αγαπήσω κι άλλο, ως τα αστέρια και γύρω από τον ήλιο και μετά γύρω από τον Κρόνο που αν θες να ξέρεις τον έχω δει με τα μάθια μου τα ίδια, τον ίδιο, τον αληθινό κι έχει στ'αλήθεια δαχτυλίδια. Κι αυτό είναι πολύ δίκαιο. 
Κι ύστερα βλέπω που τα μάτια τους γεμίζουν και κοκκινίζουν και μου φοβούνται λίγο θα έλεγες. Όλοι είμαι εγώ κι εγώ είμαι όλοι. Είναι σαν ένα αργό τραγούδι που ο ήχος του bonjo το νοθεύει, αλλά δε το σπάει. 
Ιξιξδμςνεφβρβεψρξβψβδσμ ξεδξιοξςεδεν ψςηφνψθ ξδξ αενδιςν ιεφξι ιεδοκοε ειδξιεςξδεμςδ. 
Ναι... 
Κι έτσι ξαφνικά κάποιον Νοέμβρη ίσως από αυτό:
















έγινα αυτό:


















20171118

smoking, melting, boiling, burning

 Προφητικό το τουπέλο τελικά! Εντελώς απροσδόκητα βρέθηκα στον Νίκο τον Σπηλιά και τους κακούς του σπόρους. Σε μία περίοδο που βρίθει συναισθημάτων και βροχής, αυτή η βραδιά τάισε φοβερά τα μάτια μου, τα αυτιά μου και χάιδευε προκλητικά το τέρας. Το τέρας γινόταν πότε σκύλος, πότε διψασμένο παιδί που ξεχύνεται στη ζωή, πότε ερωτική γυναίκα και πότε ελαφρύς καπνός. Ήταν όλα τόσο έντονα και πολλά, που δεν προλάβαινα να πάρω ανάσα ή να σκεφτώ. Είχα απλά αφεθεί.   Στο στομάχι μου ένας τρελός χορός ορμονών και δυνατών καρδιακών παλμών, έστελνε στον εγκέφαλο αναμνήσεις, πάθη, δίψα και στα χέρια μου ιδρώτα. Δεν ξέρω αν φταίει η εποχή, ή τα σημεία των καιρών, αλλά υπό τους ήχους και τις εικόνες εκείνης της βραδιάς, το κόκκινο μπαλόνι ταξίδευε παραφουσκωμένο, τρέχοντας ανέμελο στο δάσος των αχινών, χωρίς να το νοιάζει τίποτα, χωρίς να φοβάται ότι κάπου θα σκάσει, ήταν έτοιμο γι' αυτό. Απλά ένιωθε παντού τον αέρα που το ακουμπούσε καθώς έτρεχε και αυτό το φούσκωνε κι άλλο. 
 Απόψε είναι Σάββατο. Είμαι μόνη στην πόλη και το μπαλόνι ακόμα μεγαλώνει. Διψάω πολύ.