20250110

Η σχέση μας με τους άλλους/ Μόνος με τον εαυτό σου.

 Από το μέλι. Θα το ξεκινήσω από το μέλι φέτος! Δίχως να έχω δοκιμάσει όλα τα μέλια και δίχως να είμαι μεγάλη φαν του μελιού, πιστεύω ότι το καλύτερο μέλι, είναι το μέλι από άνθη πορτοκαλιάς. Μάλιστα όχι όλα τα μέλια από άνθη πορτοκαλιάς, αλλά το συγκεκριμένο μέλι κρέμα από άνθη πορτοκαλιάς. Δεν έχω δοκιμάσει βέβαια όλα τα μέλια από άνθη πορτοκαλιάς... Αν μου ζητήσεις να σου πω ποιο μέλι είναι, δε θα στο δώσω εύκολα. Θα πρέπει να το κερδίσεις. Όλο τώρα το παραπάνω, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Βασισμένο μάλιστα σε αληθινά γεγονότα.
 Υπάρχει ένα χωριό κάπου στην κεντρική Ελλάδα, το Ροπωτό που «έπεσε». Υπάρχει μία εκκλησία εκεί, που από την υποχώρηση του εδάφους απέκτησε μία κλίση δεκαεπτά μοιρών νομίζω. Γέρνει. Μπορείς να μπεις μέσα. Πλησιάζοντας την είσοδο ξεκινάει να σε πιάνει μία ζάλη. Αν κοιτάξεις γύρω σου η ζάλη μεγαλώνει. Αν κάποιος άλλος σε δει, φαίνεσαι σα να γέρνεις. Σα να στέκεσαι μα να μην είσαι κάθετα, περίεργο. Έχεις μία παράλογη κλίση, ανάποδη σε σχέση με την εκκλησία και σε ό,τι έχεις συνηθίσει. Στην πραγματικότητα, εσύ είσαι κάθετος και όλα τα άλλα είναι στραβά. Εσύ σωστά αρμενίζεις. ΗΤΑΝ Ο ΓΙΑΛΟΣ ΣΤΡΑΒΟΣ ΓΑΜΩΤΟ. Ο εγκέφαλός σου όμως προσπαθώντας να προσαρμοστεί σε ό,τι έχει μάθει ως τώρα και ταυτόχρονα σ' ό,τι φτάνει ως ερέθισμα εκείνη την στιγμή, πέφτει στην παγίδα μίας ψευδαίσθησης, μίας ζάλης. Όλο τώρα το παραπάνω, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Βασισμένο μάλιστα σε αληθινά γεγονότα. 
 Τώρα, Τάκη, θα σε αφήσω λίγο. Έχω πιεί τρεις δόσεις καφέ και σε λίγα λεπτά πρέπει να ανοίξω. Προτού όμως ανοίξω, θα περάσω να αγοράσω το μέλι που σου λέω. Φυσικά, δε θα σου πω που είμαι ή  που θα το αγοράσω. Ίσως δεν το βρω. Είχα χρόνια να το γευτώ, να το αναζητήσω. Κοίτα όμως πως τα φέρνει ο καιρός κι ο χρόνος και καταπιάστηκα με τα μέλια ξανά. Έμαθα ότι από τα πιο εύγευστα μέλια -αν και η νοστιμάδα είναι κάτι υποκειμενικό- είναι όντως το μέλι από άνθη πορτοκαλιάς αλλά και το μέλι ακακίας. Προφανώς και το μέλι που δεν έχει κακία θα ήταν καλό. Άκακο. Αυτό ήταν αποτυχημένο. Μα ήταν εξαιρετικό παράδειγμα, αν και μαγειρεμένο κατά το δοκούν και εκτός των άλλων δεν έχω δοκιμάσει μέλι ακακίας μάλλον... Θα συνεχίσω σε λίγο γιατί έχω πολλά να πω. Επιστρέφω. Περίμενε. 

 Τελικά πήρα δύο μέλια. Τη «Ρώμη» μου κι ένα θυμαρίσιο. Το θυμαρίσιο λένε, είναι από τα πιο αρωματικά. Σε λίγο καιρό θα ξέρουμε. 

 Μαζί μου λοιπόν, πήρα τις προηγούμενες μέρες πάλι τον 'Αρτουρ, άλλον Άρτουρ βέβαια και τον Φρίντριχ. Τόσες λίμνες, πάγοι και γκρεμοί πήγαν χαμένοι, γιατί ενώ τους κουβαλούσα στις τσέπες μου, ηρεμία δεν κατάφερα να ξεκλέψω και να τους συναντήσω. Mονάχα μία στιγμή δημιούργησα την ηρεμία. Ήμουν τόσο κουρασμένη κι έμεινα πίσω μόνη στο αμάξι, άφησα τον ήλιο να μου ζεστάνει το πρόσωπο κι έβαλα να ακούσω την «Ρώμη» μου, κλείνοντας για λίγο τα μάτια. 
 
 Η σχέση μας με τους άλλους κατά τον Άρτουρ; Μόνο σου με τον εαυτό σου κατά τον Φρίντριχ; Όχι τώρα. Τώρα άλλαξα και δε θέλω. Αλλά καλή χρονιά. 

Υ.Γ. Το μέλι από θυμάρι, νίκησε το αγαπημένο μου μέλι. Κι ήταν αυτό ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Βασισμένο μάλιστα σε αληθινά γεγονότα. 
Υ.Υ.Γ. Ξεκίνησα να το γράφω χθες κι αν το ολοκλήρωνα χθες κι η ζωή δε με είχε διακόψει, θα σου έλεγα για τα βιβλία. Αλλά... Συνέχισα σήμερα κι ίσως αυτό δεν πρέπει να το επαναλάβω. Κι ας γίνει αυτό ένα εξαιρετικό παράδειγμα και να μην φρένο ξανά. 

20241227

Η πτώση της αυτοκρατορίας της φρυγανιάς: οι χρόνοι της αχρονίας και η μεταφυσική της αέναης σιωπής

 Πάνω από κάθε κείμενο, στην κορυφή υπάρχει η ημερομηνία που το έγραψα. Αν στο είπα ξανά, άκουσέ το καλά αυτή τη φορά. Όχι για το τώρα, για όλα τα πριν. Αν όχι, συγγνώμη. Το έτος, ο μήνας, η μέρα. Η σειρά είναι πολύ σημαντική και είναι αυτή η σειρά που προστάζει όλο το χάος να φωνάζει. Αν ήμουν η μάγισσα του καλοκαιριού, θα πίστευες πως ξόρκια κάνω. Κι αν ήμουν μία σκηνοθέτις, μία παραμυθού, θα πίστευες ξανά σε κάτι. Μα τίποτα δεν είμαι. Είμαι το χάος. Τώρα:

 Φαντάσου ένα δωμάτιο. Χρώματα μαύρο, κόκκινο. Θερμός φωτισμός. Κόκκινες κλωστές ολόγυρα, ένας άνθρωπος να μπλέκει το νήμα, χορεύοντας το απ' άκρη σε άκρη. Μάλλον κοπέλα είναι, μάλλον μου μοιάζει. Δεν είναι; Κάποτε πρέπει θάρρος να βρω και να παραδεχτώ πως μου μοιάζει. Όχι σε εσένα. Το ήξερες. Σε εμένα. Σελίδες λευκές, άλλες γραμμένες, άλλες όχι. November-Richter. Πόρτα το δωμάτιο δεν έχει κι αν έχει δε την νοιάζει. Κανείς ποτέ δεν μίλησε για πόρτα άλλωστε. Τρέχει στο δωμάτιο. Δεν είναι μεγάλο, είναι σκοτεινό, τα όριά του όμως ίσως να είναι μεγαλύτερα. Μην κοιτάς που σταματάνε τα νήματα, το βάθος είναι άπειρο, το νιώθεις, το ψυχανεμίζεσαι σαν τα πάθη. Κι ας είναι όποιες είναι οι περιστάσεις. Μην ρωτάς που σταματάνε οι κλωστές, ψέμα είναι. Προσποιείσαι πως βλέπεις μόνο ό,τι φωτίζει το φως, μα δεν είσαι «τυφλός». Μπλέκεται, σα να ΄ναι παγίδες οι κλωστές και μεγαλύτερες παγίδες οι σελίδες κι όλο πλέκει και όλο τρέχει. Πετάει τις σελίδες στον αέρα, ένα βήμα μεγάλο κάνει. Χορεύει, σταματά, βαριανασαίνει στο πάτωμα, παγώνει. Σηκώνεται, γράφει και σκίζει σελίδες, ζεσταίνονται τα μέσα σου πιο πολύ από το φως. Ξανά και ξανά ένας κύκλος. Το ακούς το βιολί; Όλα λάθος και τ' αστείο είναι πως όλα φαίνονται σωστά. Όλα σωστά κι ας φαίνονται λάθος. Τι τρομερές αντιφάσεις. Πόσο κρατάει όλο αυτό; Πόσα λάθη; Όσο μία ανάσα. Δύο ίσως τρία λεπτά. Μία ζωή. Πως μπορείς να κάνεις εικόνα τις σκέψεις μου; Πως μπορείς να μην υπάρχεις; 

Πως; 

Τι πως; 

 Άτυπος.


Μοιάζει, νοιάζει

Τρέχει, πλέκει

Φαίνονται, ζεσταίνονται

Νήμα, βήμα 

Πάθη, λάθη

Ρωτάς, κοιτάς

Παγίδες, σελίδες

Φως, τυφλός 

Περιστάσεις, αντιφάσεις 

Άκρη, νάρκη


Υ.Γ. Συνταγή για σπιτική μιζανσέν: Καψ' τε τα όλα. Μαύρο, κόκκινο, λευκό, εσύ κι εγώ. 

Υ.Υ.Γ. Σε αυτό το «κείμενο» πήγαν χαμένοι ένα σωρό υπέροχοι τίτλοι. Θυσιάστηκαν. Τόσες υπέροχες αναφορές έπεσαν κι αυτές για το τίποτα νεκρές ετούτο το απόγευμα. Καμία αναφορά, σε κανέναν, κυριώς όχι στον Γκρέκο. Ας είναι... Έτσι πρέπει, έτσι πρέπει. Πω πω, παλεύει τώρα η προηγούμενη πρόταση με ένα τεράστιο «στα αρχίδια μου» και γεμίζουν ψίχουλα οι φρυγανιές σου την πτώση της αυτοκρατορίας του χάους. Σαν χιόνι που με παγώνει. Ας είναι... 

Υ.Υ.Υ.Γ. Αν κάνω τόσο μεγάλα λάθη σε αυτή τη ζωή, το έχω καταλάβει, μα δε με νοιάζει. Αν δεν κάνω τόσο μεγάλα λάθη, δεν το έχω καταλάβει και με νοιάζει πολύ.

Υ.Υ.Υ.Υ.Γ. Καμία φρυγανιά δεν τραυματίστηκε πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη συγγραφή αυτού του κειμένου. Όλα τα στοιχεία και οι αναφορές είναι απολύτως αθώα και αβλαβή για την ψυχική και σωματική ευημερία των φρυγανιών. Οποιαδήποτε αναφορά αποτελεί καθαρή μυθοπλασία και δεν αντανακλά την πραγματικότητα (σας).


20241224

Η κόκκινη τέντα της Μπολόνιας

 Να, θα μπορούσα ν' αφήνω περισσότερα κομμάτια από βιβλία εδώ. Ναι, αυτό θα κάνω. Αφού με έχει «μικρύνει» η λογοκρισία, θα το πάω αλλιώς. Εν τω μεταξύ τι τρομερά ζωογόνο είναι να πέφτουν στην ιστορία σου την κατάλληλη στιγμή ταινίες, βιβλία, άνθρωποι κι ιδέες, που ταιριάζουν με το παραμύθι σου. Ταιριάζουν με τα όσα κουβαλάς κι όλα βρίσκουν επιτέλους καταφύγιο. Τα όσα αναπνέεις, τα όσα θέλεις να πιάσεις και προς τα εκεί θα ταξιδέψεις τώρα. Κι ας μην είναι πράγματι η κατάλληλη στιγμή. Θα την κάνουμε εμείς.
 Τάτσα ντ' όρο. Να ένας ιδανικός θάνατος! Θέλεις να πάμε για καφέ; Πάμε στη Ρώμη. Ραντεβού απέναντι από το Πάνθεον. Να πεθάνει η καρδιά μου από καφεΐνη, -που δεν μου ήταν και ποτέ απαραίτητη- και να ζήσει αιώνια η χαρά και η αλήθεια που θα νιώσω εκείνες τις στιγμές. Το ξέρω, μην μου το πεις πως δε θα έπρεπε να πηγαίνω ξανά και ξανά στην Ρώμη. Ξέρω πως θα έπρεπε να πάω τουλάχιστον στην Μπολόνια, να δω το κόκκινο στις τέντες. Πως θα έπρεπε να δω και τον υπόλοιπο κόσμο και να μην επιστρέφω εμμονικά ξανά και ξανά στον κόσμο μου. Αλλά όχι. Θέλω να σε σύρω μέσα γιατί νιώθω ότι είναι φωλιά σου, ανάσα σου και θαλασσιά σου. 

 Ο χορός των μεγάλων μητέρων: 
 Έλα κάθισε κοντά μου. Κι ας ξεφύγουμε λιγάκι από «ένα σωρό πράγματα που δεν έχουμε κάνει ακόμα». Αργότερα θα υπάρξει αρκετός χρόνος για όλα αυτά... πόσο βαθιά επιλέξαμε να ζήσουμε, αυτό να ρωτάς. Με πόσες «πολύ σημαντικές ασημαντότητες» φορτώσαμε τον εαυτό μας;... Προς το παρόν ας επιτρέψουμε απλά σε γαλήνιες σκέψεις να μας ευεργετήσουν για λίγο, προτού μιλήσουμε ξανά γι' αυτό τον κόσμο, τον πλανόδιο, με την ρομβία. Έλα μου... Θα περιμένω... Βλέπεις; Πιο ήρεμη, πιο παρούσα τώρα. 
 Άναψα τη φωτιά ειδικά για μας· θα κρατήσει όλη νύχτα -όσο θα χρειαστεί για όλες τούτες τις «ιστορίες μέσα στις ιστορίες». Το 'χεις προσέξει; Αν διαρκώς «φυλάς γι' αργότερα», σημαίνει πως το εγώ σου γκρινιάζει, γιατί δεν πιστεύεις πως η ψυχή σου δικαιούται και αξίζει την καθημερινή απόλαυση. Κι όμως την αξίζει, η ψυχή σίγουρα την αξίζει. 
 «Θέματα που έχουν στ' αλήθεια σημασία» Εδώ, σε τούτο το απόμερο καταφύγιο, η ψυχή έχει το ελεύθερο... και ενθαρρύνεται να πει τη γνώμη της. Μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει συχνά στον έξω κόσμο, η ψυχή σου είναι ασφαλής εδώ. 
 Ίσως ήρθες στην πόρτα μου επειδή θες να ζήσεις μ' έναν τρόπο που να σε κάνει ευλογημένο, με το να είσαι «νιος ενώ γερνάς, γέρος όσο είσαι νέος»- που σημαίνει να είσαι γεμάτος με υπέροχες, πολυποίκιλες αντινομίες σε καλή μεταξύ τους ισορροπία. Θυμάσαι; Η λέξη «παράδοξο» σημαίνει μία σκέψη αντίθετη στη γενικά παραδεκτή άποψη... Το ίδιο ισχύει και για... μία σοφή γυναίκα σε εξέλιξη, που κρατάει ενωμένες τις φαινομενικά παράλογες, παρότι απόλυτα χρήσιμες και μεγάλες ικανότητες της βαθιάς ψυχής. Αυτές οι μεγάλες παράδοξες ιδιότητες είναι, κατά βάση, η σοφία και ταυτόχρονα η διαρκής επιθυμία για μάθηση· ο αυθορμητισμός και η αξιοπιστία· η φοβερή δημιουργικότητα και η προσήλωση στο στόχο· η τόλμη και η επαγρύπνηση· η προστασία της παράδοσης και η αληθινή πρωτοτυπία. Ελπίζω ότι θα δεις πως όλες τους εφαρμόζονται πάνω σου στον έναν ή στον άλλον βαθμό, είτε δυνάμει είτε εν μέρει υλοποιημένες είτε και πλήρως σχηματισμένες. Αν ενδιαφέρεσαι γι' αυτές τις αντιφάσεις, ενδιαφέρεσαι για το μυστηριώδες και συναρπαστικό αρχέτυπο της σοφίας. Μεγάλη διορατικότητα, μεγάλη διαίσθηση, μεγάλη γαλήνη, διαχυτικότητα, αισθησιασμός, μεγάλη δημιουργικότητα, οξύνοια και τόλμη για μάθηση, με άλλα λόγια -η σοφία- δεν έρχεται ξαφνικά πλήρως σχηματισμένη, ούτε πέφτει πάνω στους ώμους σε κάποια ηλικία σαν πανωφόρι. Μεγάλη διαύγεια και αντίληψη, μεγάλη αγάπη που περικλείει και μεγαθυμία, μεγάλη αυτογνωσία που έχει βάθος και όραμα, η ωρίμανση της εκλεπτυσμένα εφαρμοσμένης σοφίας... αυτά αποτελούν ένα «μεγαλόπνοο έργο σε εξέλιξη». 
 Το θεμέλιο του «μεγάλου» σε αντίθεση με το «απλά συνηθισμένο» κερδίζεται... συχνά μέσα από πλήγματα και καψίματα, πτήσεις του πνεύματος ψηλά, λαθεμένες επιλογές και νέα ορμητικά ξεκινήματα, είτε στη μέση είτε όψιμα είτε και στην αρχή της ζωής. Ό,τι συγκεντρώνεται μετά την καταστροφή ή το φυλλορρόημα... αυτό εκείνη, το διαμορφώνει κι έπειτα το θέτει σε εφαρμογή με το πνεύμα της, την καρδιά, το νου, το σώμα και την ψυχή... ώσπου δεν αποκτά μόνο αξιοσύνη με τον δικό της παράδοξα σοφό τρόπο... αλλά συχνά και πληρότητα στον τρόπο που ζει, βλέπει και υπάρχει. Όσα εμπόδια, περιορισμούς, ακόμα και τραυματισμούς κι αν αντιμετωπίσει, αν κάποια ψυχή κάνει το άλμα για να ζήσει αληθινά, τότε και οι άλλοι θα ζήσουν πιο ολοκληρωμένα, παιδιά, σύντροφοι, φίλοι, συνάδελφοι, ξένοι, πλάσματα και λουλούδια. «Όταν ένας ζει αληθινά, ζούνε κι οι υπόλοιποι». Αυτή είναι η βασική προσταγή της σοφίας. Να ζεις έτσι ώστε και οι άλλοι να μπορούν να εμπνευστούν απ' τη ζωή σου. Να ζεις με τον δικό σου παθιασμένο τρόπο, έτσι ώστε οι άλλοι να μπορούν να δουν αυτό τον τρόπο. 

 Ως εδώ, αρκεί... Τι άλλαξα, τι κράτησα, που πάμε και που πάω; Να τι θέλω να θυμάσαι, μετά τον θάνατό μου από καφεΐνη, απέναντι από το Πάνθεο μίας Ρώμης που ο Νέρωνας δεν έκαψε ποτέ.

Αριβεντέρτσι, καλά Χριστούγεννα.

Υ.Γ. Για όλους τους τρωικούς πολέμους γύρω μας που σώσαν τις Ελένες. Για όλους τους Δούρειους Ίππους που  πέρασαν από τα τείχη μας βιβλία και ζεστασιά. Για όλους εκείνους που είδαν σε εμένα τα παραπάνω. Γι' όλους αυτούς που τα βλέπω πάνω τους κι εγώ και μένω κοντά. Γι' αυτούς που δεν τα βρήκα κι έφυγα μακριά. Για όλους εσάς που απόψε κοιμάστε. Ευχαριστώ. 
Υ.Υ.Γ. Estés Clarissa Pinkola, Tancolo nagymamak.
Υ.Υ.Υ.Γ. Πράσινο τσάι, κάρδαμο, πορτοκάλι, κανέλα, μήλο



20241210

Η διάσταση

 Οι πρώτες λέξεις που επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις, τουλάχιστον σ' ένα κείμενο, ίσως είναι και οι πιο σημαντικές. Είναι αυτές που θα σε τραβήξουν ή όχι, ώστε να συνεχίσεις να διαβάζεις. Αλλά εμένα σήμερα δε με ενδιαφέρει να συνεχίσεις να διαβάζεις επειδή ήταν η πρώτη εικόνα καλή. Δε θέλω κάτι να σου πω. Με νοιάζει τα σημαντικά να τα έχω προς το τέλος, ίσως και λίγο κρυμμένα. Να είναι η κάθε πρόταση και μία ανακάλυψη. Να δω αν θα τα φτάσεις, αν θα έχεις διάθεση να τα καταλάβεις, για να μου πει αυτό όσα χρειάζομαι για εσένα. Αν κατακτάς κάτι, λογικά θα σε ένοιαζε πολύ. Αποκτά μεγαλύτερη αξία η κάθε κατάκτηση που κατάφερες με προσπάθεια. Είναι ωραία η προσπάθεια. Είναι πιο ωραία η ζωή, πιο έμπειρη, αν όλος σου ο «πλούτος» ήρθε από ιστορίες κι όχι τυχαία. Είναι ωραίες οι ιστορίες, είναι ωραίοι και γρίφοι.

 Μία τέτοια ιστορία, προσπάθειας, γρίφων και συνεχούς ανακάλυψης είναι και η κατάκτηση της ευτυχίας. Μας μαθαίνουν από παιδιά πως αυτό που πρέπει να κάνεις στη ζωή, είναι να κυνηγάς την ευτυχία, μα όχι πως να την αναγνωρίζεις. Τη μισή ευτυχία δεν μπορείς να την κυνηγήσεις... τυχαίνει. Η λέξη από μόνη της σημαίνει «καλή τύχη» και είναι μεγάλη κουβέντα αν μπορείς να κυνηγήσεις καλή τύχη ή ακόμα βαθύτερα, τι τελικά είναι η τύχη. Την άλλη μισή ευτυχία, το κομμάτι της ικανοποίησης ψυχή τε και σώματι είναι κάτι που ενστικτωδώς νιώθεις, μα καθώς μεγαλώνεις και μπλέκεσαι ολοένα και περισσότερο με τους «μεγάλους» ξεχνάς, μπερδεύεις και καταλήγεις να μην κυνηγάς καν ή έστω να τρέχεις προς λάθος κατεύθυνση. 

 Τι τρομερό αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους... Τι τρομερό να μπερδεύουν την ευτυχία. Τι τρομερό... Ξέρεις γιατί είναι τρομερό; Γιατί για να καταφέρεις να μπερδέψεις την ευτυχία σημαίνει πως κατάφερες να μπερδέψεις τον εαυτό σου, τα μέσα σου. Να σου πεις ψέματα, να σε αλλοιώσεις, να σε ξεχάσεις ή σε πολλές περιπτώσεις, να μην προσπαθήσεις καν να δεις ποιος είσαι. Ποιος ήσουν, ποιος έγινες και που θες να πας. Υπάρχει πιθανότητα να πάρεις λάθος ρότα, να ξεσπάσει μία μπόρα και να σου σκίσει τα πανιά ή ακόμα χειρότερα κι από το σκισμένο πανί, να ουρλιάζει η απανεμιά σου. Ναι, η δική σου απανεμιά. Εκείνη που κάθεσαι και κοιτάζεις τα καλά σου τα πανιά ακίνητος κι αντί να βγάλεις από τα πνευμόνια σου αέρα, δυνατό, φορτωμένον, εμπνευσμένο ώστε να τα φουσκώσεις, να σε ταξιδέψεις, συ μαζεύεσαι στο πλάι, ξαπλώνεις, μικραίνεις, μαραίνεσαι. Τι τρομερό... Πάντα υπάρχει η κακή πιθανότητα αυτή, μα θα έρθει η στιγμή που θα το καταλάβεις πριν να είναι αργά. Τι τρομερό να την αφήσεις κι αυτή τη στιγμή να χαθεί... Μόνο και μόνο για να χωρέσεις...

 Την ευτυχία μου εγώ την έχω βρει. Ξέρω πολύ καλά τι μου χαρίζει ικανοποίηση. Ξέρω που θα το βρω και ξέρω πως παρά τα κεκτημένα θεμέλιά της, η ευτυχία μου μπορεί να ψηλώσει κι άλλο κι άλλο κι άλλο, είμαι πάντα ανοιχτή σ' αυτή την ιδέα. Ξέρω ότι η ευτυχία μου είναι ζωντανή, μεταβάλλεται με τον χρόνο, όπως αλλάζω κι εγώ. Ξέρω επίσης πως δεν εξαρτάται από τους άλλους, την έμαθα να είναι αυτόνομη κι ήταν ίσως το πιο χρήσιμο και σπουδαίο. Αυτό είναι που σου αρέσει ή που σε αναστατώνει. Η ηρεμία που χαρίζει απλόχερα, η συναυλία της ευτυχίας μου. Εσύ τη δική σου; Τι έγινε; Θα την ξυπνήσεις;

Υ.Γ. Να μην χωράς πουθενά. Δεν είναι κρίμα. Είναι το μυστικό για να μπορείς, αν θες, να χωράς παντού. 



20241114

Protect ya neck

 Για να δούμε... Έχω ρίξει πριν από λίγο έναν περίεργο αφρό που θα κάνει κάποιες φλέβες μου πιο σκληρές. Μου υποσχέθηκε πως θα σταθεί στις φλέβες το υλικό, τοπικά και δε θα πάει να σκληρύνει κι άλλο την καρδιά μου. 

 Το τελευταίο άδειασμα του μαγαζιού ήταν υπέροχο. Με έκανε να νιώσω τόσο δυνατή και ασταμάτητη. Ίσως να φταίει που κορόιδεψα την ανησυχία μου με ένα πιάτο ράμεν. Ίσως να φταίει. 

 Το τελευταίο γέμισμα του μαγαζιού ήταν υπέροχο. Είναι σαν κάτι παιγνιδάκια που ξεκινάς π.χ. να φτιάξεις μία πιτσαρία κι όσο πιο πολύ επενδύεις σε αυτή, τόσο περισσότερο αυξάνεται το εισόδημα; Λες οι ανθρώπινες σχέσεις να είναι κάπως το αντίθετο; 

 Υποσχέθηκα να μην ξεκινήσω φέτος κάτι καινούργιο (ή ήταν πέρσι αυτό; Τα έχασα) και μάλλον κάπου μπλέχτηκα από σπόντα και έχω αρχίσει τώρα ν' ακούω το «ριμέμπερ δε νέιμ» και να φαντάζομαι τα νοκ άουτ στα πρώτα λεπτά.

 Θέλω πάρα πολύ να φύγω. 

 Θέλω να σου πω, ότι πήγα να αγοράσω κανένα νέο ρούχο και αγόρασα τέσσερα βιβλία. Μετά ξενέρωσα με εμένα, γιατί όπως σίγουρα σου έχω ξαναπεί όσο περισσότερα βιβλία αγοράζω, τόσο περισσότερο δεν μπορώ να επικοινωνήσω με τον κόσμο που αγοράζει νέα ρούχα. Έτσι αφήνοντας στην άκρη τον υλικό πολιτισμό και την ανθρωπολογία στον κόσμο των πραγμάτων, στην άκρη δίπλα στο μαξιλάρι μου την αδερφή αουτσάιντερ, αποφάσισα να φέρω λίγο στη ζωή μου τον Τολστόι και τον θάνατο του Ιβάν Ίλιτσ, για να κρυφογελάω με εσάς και να κρυφοκαμαρώνω για εμένα, λίγο ακόμα από τον στριμμένο αυτή τη φορά για την μεταφυσική του έρωτα, μπας κι αιτιολογήσω το μπέρδεμα, ή έστω να νευριάσω ξανά μαζί του. Πήρα επίσης ένα μικιό που έγραφε με τεράστια γράμματα ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΗΘΗΣΗ. Ένα δοκιμιάκι κούτσικο να μου δώσει την πατρική επιβεβαίωση πως σωστά βαδίζω κι ένα ακόμα πιο κούτσικο βιβλιαράκι με διηγήματα. Το κριτήριο; Το όνομα του συγγραφέα ήταν τεράστιο: Henry René Albert Guy de Maupassant. Κι ενώ τα κριτήρια στην επιλογή των αναγνωσμάτων ολοένα και θολώνουν, ξεκαθαρίζουν άλλα σημαντικά κριτήρια μέσα μου. 

 Ναι, κάπως έτσι μεγαλώνω. Έχω όνομα κι επίθετο. 

 Οι φλέβες έχουν ξεκινήσει και πονάνε καθώς ο καφές και το φοντάν τελειώνει. Μου είπε να περιμένω τον πόνο και να περιμένω να μελανιάσουν και τα πόδια που. Να σου πω κάτι, οι μελανιές είναι λίγο σέξι. Είναι λίγο εμπειρία. Παλιότερα στον χρόνο καμάρωνα για τις πληγές στα πόδια μου τα καλοκαίρια. Καμάρωνα και τους χειμώνες για τις πληγές στο σώμα μου από το άθλημα. Τώρα καμαρώνω για τις πληγές μέσα μου και για τη δύναμη μου να τις κάμω λουλούδια, αέρα και ιδέες και να τα μοιράζω απλόχερα. 

 Να σου πω κάτι; Δεν φοράω αντηλιακό, αλλά φοράω ένα άρωμα που μυρίζει αντιηλιακό κι αν πηγαίνεις στο Βερολίνο, θέλω να μου το φέρνεις. Ψάχνω και κάποιον να μου φέρει κάτι που θέλω από το Μαρόκο. Ψάχνω να πάω στην Τανζανία ή στο Νεπάλ. Ψάχνω να πάω και μέχρι το Λουτράκι μάλλον. Θέλω ιδανικά τρεις μέρες σε ένα ωραίο ξενοδοχείο. Να έχει πισίνα εσωτερική και να είναι μέσα στην φύση. Να είναι άδειο. Να σέρνομαι όλη μέρα από τη συγγραφή, στα βιβλία, από τα βιβλία στις σκέψεις και από τη σκέψη σε εσένα. Στα διαλείμματα να πλατσουρίζω στην πισίνα και να παίζω στο ξεχασμένο πιάνο στο λόμπι, να χορεύουν τα φαντάσματα. 

 Χθες είδα το terrifier και δεν με άγγιξε καθόλου, προχθές είδα μία σχολική τροχονόμο και συγκινήθηκα. Χάλια. 

 Είναι 14/11 και δεν έχω ακόμα φέρει στην έδρα τους τα χειμωνιάτικά μου ρούχα. Ένιωσα λίγο πιο υπεύθυνη και πήρα νέο κράνος. Ένιωσα λίγο πιο ανεύθυνη επίσης και. 

20241014

33

  Να ξεκινήσω τάχα με το 3+3=6 ο κώλος σας να φέξει; Φέτος δε γιόρτασα τα γενέθλιά μου. Ήθελα μόνο να μείνω μόνη. Ιδανικά θα ήθελα να είχα φύγει και μόνη κάπου μακριά, αλλά δεν τα κατάφερα. Κάθε 14 Οκτώβρη, έναν μήνα μετά νιώθω ότι τελειώνει ο μήνας της γιορτής και ξεκινάει η καλύτερη εποχή μου. Πιο μεστή από ποτέ, το τέλος της προσωπικής μου γιορτής το κλείνω με ένα ψέμα. Κάθε 14 Οκτώβρη γνωστή αλυσίδα καφέ με γιορτάζει και με κερνάει ένα δωρεάν ρόφημα. Έναν μήνα μετά. Έτσι τους είπα κι εκείνοι το πίστεψαν... 

 Στα 33 μου λοιπόν, κατάλαβα ότι, για να δημιουργήσω πρέπει να πονάω από έρωτα. 

 Το μισό μου «εγώ» θα ήθελε να είχε κάνει ένα πάρτι που θα ντυθώ Ιησούς και να έχω τα χέρια μου ανοιχτά, ημίγυμνη σε λευκά. Το άλλο μου ολόκληρο θα ήθελε να φύγει μονάχα με ένα άτομο παρέα. 

 Στα 33 μου όλα είναι λάθος κι όλα τα μετατρέπω σε απολύτως σωστά. Μπράβο μου. Μα αισθάνομαι ότι, όλη αυτή η δύναμη θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί καλύτερα. Προς τα εκεί θα πλεύσω πια. 

 Άλλες φορές, άλλες εποχές, θα ήταν η κάθε μέρα μου μία αφορμή να σου γράψω. Τώρα πλέον το κατάπια μάλλον, το αποφάσισα ότι, η ζωή μου δε θα είναι βαρετή. Απαιτεί πολλή ενέργεια, αλλά την γεννάω διαρκώς. Αστείρευτη η πηγή μου. Να το ταλέντο μου, ακόμα και τις πιο «βαρετές» μέρες του κόσμου να τις κάνω σαν μία ταινία. Οι φίλοι μου λένε πως κάτι συμβαίνει κι όλες οι απίθανες ιστορίες έρχονται να με βρουν κι αν δε με βρουν τις βρίσκω εγώ. Συναντιόμαστε όμως...

 Έτσι λίγο ο πόνος που δεν τον νιώθω πια, μούδιασα, λίγο η αποδοχή του ότι «Τόσο το είναι μου, δεν το μαζεύω, δεν το μικραίνω. Θες; Μπορείς; Παρ΄ το. Στάσου ίσα.» Με έκαναν να μη θέλω να σου γράψω πια. Θέλω να γράψουμε μαζί. Μάλλον θέλω να γράψεις εσύ για εμένα, την ώρα που εγώ θα μένω έντεχνα σιωπηλή. 



20240905

Γκέμμα

 Το γλυκό μου φθινόπωρο ξεκίνησε. Αχ να μπορούσα να σου περιγράψω πόσο πολύ αγαπώ αυτή την εποχή. Κουβαλάει καλοκαίρι, μα πιο γλυκά. Κουβαλάει φρέσκιες αρχές. Κάθε Σεπτέμβρη ωριμάζω λίγο ακόμα. Τον Σεπτέμβρη έρχονται γκριζάδες, βροχούλες, φύλλα καφετιά. Φύλλα πεσμένα, που κυνηγώ να πατήσω γιατί μου χαρίζουν την υπέροχη μουσική τους. Το φθινόπωρο ξεκινώ να προσπαθώ ξανά, να φτάσω με λαχτάρα στον Νοέμβρη μου, να καταλάβω πως όσο κι αν προσπαθώ, νόημα πολύ δεν έχει κι έπειτα να κάψω τις ιστορίες μου ξανά και ξανά. Με στάχτες μπαίνω στον χειμώνα και μέχρι τις άνοιξες, οι στάχτες μου γίνονται λίπασμα για τις νεραντζιές μου. Έπειτα καλοκαίρι, με βάρκες δίχως φρένα, καβαλάω ποταμούς, βυθίζομαι στα κύματα και αναδύομαι ξανά στον Σεπτέμβρη μου. 

 Πριν φύγουμε φέτος από την ποταμό, πήρα μαζί μου στη βάρκα και την κόρη μου. Άφησα πίσω τον γιο μου να προσέχει το σεντούκι με τον θησαυρό μας. Η μικρή τραγουδούσε πάνω στην βάρκα και ο γιός στην όχθη. Σου είπα προηγουμένως, πως δεν είδα ποτέ όχθη να ξέρει από νερό, μα δε σου είπα πως έχω χέρια δυνατά και μπορώ να αλλάζω την ροή μα και τις όχθες. Τραγουδούσαν οι δύο τους, οι τρεις μας, στίχους από ένα τραγουδάκι, που άκουσαν σε μία παιδική παράσταση με πειρατές: 

Απ' όταν ήμουνα μικρός

το ΄θελα να ΄μαι ναυτικός

να πάω όπου πάει ανθρώπου νους 

στους δέκα ωκεανούς

Πως τα ΄φερε η ζωή και μπάρκαρα ένα πρωί

κι είδα πως τελικώς, η αλήθεια ήτανε αλλιώς


Σαν ήμουν νιός και λυγερός 

ήθελα να ντυθώ γαμπρός 

να ΄χω μια ωραία κοπελιά 

για χάδια και φιλιά

Πως τα ΄φερε η ζωή παντρεύτηκα ένα πρωί

κι είδα πως τελικώς, η αλήθεια ήτανε αλλιώς


Σαν τα ξεπέρασα όλα αυτά

είδα πως μόνο τα λεφτά 

σου αγοράζουνε χαρά 

και ζεις πιο χαλαρά

Πως τα ΄φερε η ζωή και πλούτισα ένα πρωί 

κι είδα πως τελικώς η αλήθεια ήταν αλλιώς


Τώρα που ήρθε η ώρα μου

τσουλάω στην κατηφόρα μου

και τίποτε πια δε ζητώ

ό,τι έχω είναι αρκετό 

Γιατί έτσι είναι η ζωή και θα πεθάνω ένα πρωί

εκτός αν τελικώς η αλήθεια είναι αλλιώς...


 Βγήκαν ύστερα κάτι τεράστια σύννεφα και σκέπασαν το μέρος. Έτρεξα, μπήκα στη θάλασσα και αποχαιρέτισα τα κύματα. Βούταγα κι έβγαινα ξανά και ξανά, σαν παιδί μικρό, όλο και πιο ψηλά. 'Ήμουν μόνη μου κι άρχιζα να φωνάζω σε κάθε βγες «γεια σας κύματα, γεια σου Ιόνιο, γεια σας κοχύλια που δεν σας βρήκα ποτέ» και έμπαινα κι έβγαινα και μάλλον θα ήταν πολύ αστείο αν το έβλεπες από κάπου μακριά, ή γλυκό, ή τρελό. Έπειτα φύγαμε και λίγο αργότερα ξεκίνησε η βροχή μου. 

Υ.Γ. Όπως είπε ο παππούς Ανδρέας,

«Τ' όνειρο ήταν σύννεφο στον ουρανό δυνάμωσε τ' αγέρι, το σκόρπισε κι αυτό»

20240825

Μαριγούλα

 Τελειώνει κι αυτό το καλοκαίρι. Πήρα μία βάρκα. Πήρα και δύο κουπιά γιατί δεν έχω δυνάμεις πια και με το νου μονάχα δεν θα το ταξιδέψω το όνειρο. Τη βάρκα θα την πω Μαριγούλα. Θα πάω με την Μαριγούλα ανάποδα στην ποταμό. Αυτό θα κάνω, αυτό έκανα πάντα. Σταματώ να πιστεύω σε παραμύθια. Εκεί γέρνει η ψυχή μου τώρα. Ο κόσμος είναι σκληρός, πολύ κι εγώ ακόμα περισσότερο. Όταν κουραστώ πραγματικά, δίχως να τ' ομολογήσω ξανά πουθενά, θα ξαπλώσω στην Μαριγούλα και θ' αφεθώ κοιτώντας τον ουρανό να με φτάσει το νερό πίσω στη θάλασσα. Αν η θάλασσα έχει κοχύλια, μπορεί για λίγο να ξεχαστώ, να βρω μερικά, να τα μαζέψω, να φτιάξω κοσμήματα «πανάκριβα» από σπάγκο, αναμνήσεις κι αλάτι. Θα σου χαρίσω μερικά. Κι αν η θάλασσα είναι ανταριασμένη, την Μαριγούλα πάνω μου έχω δέσει, μη φοβάσαι. Αυτό είναι ένα μυστικό που δεν είπα ποτέ πουθενά. Αν η Μαριγούλα δεμένη πάνω μου πάει να με πνίξει, στον λαιμό έχω πάντα μαζί μου το μαχαίρι μου. Το σχοινί θα κόψω κι έπειτα ξανά στο ρέμα ανάποδα θα πάω με το σώμα μου, θα γίνω καταρράκτης, σύννεφο, βροχή. Θα φύγω από τον ουρανό και με τη μουσική που θα κάνουν οι σταγόνες μου σαν πέφτουν, μία βάρκα θα φτιάξω ξανά και ξανά και ξανά. Κάποτε ίσως, κάποιος, σε κάποια όχθη σταματήσει να πιεί νερό να ζήσει. Ίσως δει αυτόν τον κύκλο και καταλάβει πως στην πραγματικότητα το μόνο πρόβλημα ήταν ότι πίστευα πολύ στα παραμύθια και πως είπα ψέματα ότι είχα καρδιά σκληρή. Μα τι θα με νοιάζει πια... Ο κόσμος σου 'πα είναι σκληρός κι όχθη ποτέ δεν είδα που να ξέρει από νερό. 




20240717

Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει

Ανοίχτε τα τρελάδικα
Να βγει ο κόσμος έξω
Την τρέλα πια των γνωστικών
Δε γίνεται ν' αντέξω
Ανοίχτε τα τρελάδικα
Να βγει ο κόσμος έξω
Να δω αν είναι πιο τρελοί
Οι μέσα απ' τους απ' έξω

 Μεσοκαλόκαιρο 2024 και μία μέρα μετά. Καύσωνας. Πάω να δω έναν φίλο μου. Επισκεπτήριο 17:00-20:00. Προτού μπω μέσα, αγοράζω από απέναντι ένα μπλοκάκι, κάμποσα μολύβια, μία γόμα και μία ξύστρα. Να μου το γεμίσει ζωγραφιές. Να περάσουμε στην αιωνιότητα την εποχή. Εγώ βάζω τον τρόπο, αυτός το ταλέντο. Είναι τρομερός ζωγράφος. Πτέρυγα Κ. όροφος πρώτος. Χτυπάω κουδούνι και περιμένω. Την ξύστρα, μου την κρατάνε για λόγους ασφαλείας. Όποιος θέλει να ξύσει μολύβια πρέπει να πηγαίνει εκεί, δεν τα ξύνει όπου θέλει, μπορεί να αφαιρέσει το λεπιδάκι... Τα στιλό δεν περνάνε επίσης να ξέρεις. Τα μολύβια είναι οκ. Θα σκέφτηκαν πως ίσως είναι πιο αθώα για την καρωτίδα, λιγότερο μυτερά;... Στην τσάντα μου μέσα έχω σουγιά, ο σουγιάς περνάει να ξέρεις. Είναι φαίνεται το ίδιο αθώος με τα μολύβια... 
 Κάποτε σε ένα αεροδρόμιο στον Παναμά με πλώρη για την ζούγκλα, μου πέταξαν το σούπερ ντούπερ αντικουνουπικό μου. Την περίοδο που ο ζίκα έκανε πάρτι, όχι αστεία. Προσπαθούσα σχεδόν με κλάματα να τους εξηγήσω ότι το χρειάζομαι για την επιβίωση μου και απλά μου το πήραν. Μπούκωσαν με δάκρυα τα μάτια μου από νεύρα (που σπάνια έχω) επειδή ο μπροστινός μου είχε μόλις περάσει το ίδιο αντικουνουπικό (το οποίο ήταν και σε περίοπτη θέση στο πλαϊνό διχτάκι) κι έναν αναπτήρα. Μου το πέταξαν διότι ήταν εύφλεκτο υγρό. Όχι πολλά τα ml. Όχι λάθος το δοχείο. Εύφλεκτο το υλικό. Κατάλαβα τότε ότι από τη μία όλοι μας έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά, ή απλώς παραβλέπουμε από λάθος, αμέλεια, αδιαφορία. Από την άλλη ότι το πιο εύφλεκτο υλικό, ήμουν εγώ. Δεν μίλησα βέβαια, γιατί σκέφτηκα πως τουλάχιστον θα με έσωζε του μπροστινού μου το σουπερ ντούπερ αντικουνουπικό. Ήθελα τόσο πολύ να το πάρω από το διχτάκι του και να τους φωνάζω κάμποσα μέτρα πιο κάτω σε άπταιστα ισπανικά ΕΙΘΤΕ ΜΑΛΑΚΕΘ ΡΕ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΙ, κουνώντας το στον αέρα μαζί με κωλοδάχτυλα. Δεν το έκανα, είχαν όπλα. 
 Ξέφυγα. Πίσω στη σημερινή. Γνώρισα τον Α. Ας τον πούμε Ασήμη. Νεκροθάφτης μουσικός. Χώρισε μετά από 36 χρόνια γάμου, πριν κάτι μέρες. Πολύ κοντός, ροκάς αεράτος, κοντό μαλλί άσπρο σαν χιόνι, μαύρα ρούχα, μαύρος σκελετός τα γυαλιά οράσεώς του. Δανείστηκε ένα μολύβι από τον φίλο μου, έπιασε ρυθμό σαν μετρονόμος κι άρχισε να τραγουδάει ένα ροκ κομμάτι του, το «σάμπα». Έδωσε σήμα στον φίλο μου, να μου στείλει και τα υπόλοιπα κλιπάκια του από το γιουτιούμπ. Τράβηξε έπειτα μία κάρτα από τα ταρώ μου. Τον Ιεροφάντη. Έπειτα έφυγε κάπου, να πάει να βοηθήσει έναν άλλον, να γράψει την εισαγωγή για το βιβλίο του. Τράβηξε ο φίλος μου πέντε κάρτες, απολύτως σχετικές με την ιστορία του. Τράβηξα έπειτα εγώ τον δρόμο μου. 
 Τρύπα στον χωροχρόνο επειγόντως. Μπήκα μέσα και η Χαλίνα μου φώναξε ένα «γεια σου Έλενα». Γνωριζόμαστε από το σπίτι μου το δεύτερο. Εγώ στο κλειστό μου, εκείνη σήκωνε βάρη. Τις προάλλες με είδε έξω από το σινεμά απέναντι. Της είπα ότι έπαιζε την ταινία μου την μέρα που με είδε έξω από αυτό το σινεμά. Τι ωραία που είναι η ζωή, τι ωραίο να σε χαιρετάνε με χαρά, τι ωραίο να τους βλέπεις να χαμογελάνε που σε βλέπουν, που σε γνώρισαν... 
 Προβληματίζομαι πολύ έντονα ωστόσο. Ήμουν ήδη φορτισμένη από νωρίτερα που έκατσα για έναν καφέ με την υπέροχη αδερφή μου. Μιλούσαμε για τις ζωές μας και για τον τύπο εκείνον που τις ένωσε. Γενικά η ζωή μου δεν είναι βαρετή καθόλου. Δεν ξέρω αν είμαι κάπως τυχερή εκτός των άλλων και με βρίσκουν όλες αυτές οι ιστορίες, σίγουρα όμως ανοίγω η ίδια πολλές πόρτες για να πετύχω τα σπουδαία παραμύθια μου, έχω ταλέντο σε αυτό, έχω τον τρόπο. Προβληματίζομαι έντονα λοιπόν, γιατί οι τύποι που ήταν μέσα στο ψυχιατρείο, δε θα έπρεπε να είναι μέσα. Είναι λουλούδια. Πολλοί τύποι όμως, ελεύθεροι, έξω, «λογικοί», δε θα έπρεπε να είναι έξω... Είναι χάλια. Είναι αδιάφοροι, είναι δειλοί, είναι ανιαρά ίδιοι, είναι κακοί. 
 Έβαλα μουσική, αφού πρώτα άκουσα τα δύο τραγουδάκια του ροκά. Άρχισα να σου γράφω. Θέλω να σου γράψω τόσα πολλά. Θέλω να σου πω ακόμα περισσότερα. Χθες η φίλη μου η Βάσια μου είπε «δεν γίνεται να μην σε έχει ερωτευτεί». Ίσως κάποτε μάθουμε. Μα τι ωραίο να στο λένε όμως, τι ωραίο να το σκορπάς. 
 Προβληματίζομαι λοιπόν διότι θέλω να μαζέψω όλους αυτούς τους λογικούς τρελούς καλλιτέχνες, τους ερωτευμένους με το χάος και να τους σώσω από τον πρώτο όροφο του κέντρου μίας πόλης. Θέλω να τους βάλω στην πρώτη θέση, στο κέντρο του κόσμου, να τον κυβερνήσουν. Να τον θάψουν, να τον κάψουν, να τον ζωγραφίσουν, να τον τραγουδήσουν, να τον ερωτευτούν, να τον κάνουν φως. Θέλω να περάσω από τον έλεγχο εύφλεκτα υλικά, αιχμηρά, τόσο παράλογα που να μπορούν να αλλάξουν τα παραμύθια και τον ρυθμό, αλλά τόσο «λογικά» που να έχουν τον τρόπο, την ικανότητα, να κοιμίσουν τους γνωστικούς, να τους μαγέψουν, μπας και τους κάνουν παραμύθια κι αυτούς, προτού χαθούν. 

Υ.Γ. Μου έστειλε ο φίλος μου μήνυμα να με ενημερώσει πως ξετρελάθηκε όλη η ψυχιατρική κλινική μαζί μου. Μου είπε πως από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Λες να έχει δίκιο τελικά η Βάσια; 
Υ.Υ.Γ. Φοίβε και Φακή, το μεσοκαλόκαιρο και μία μέρα μετά του 2024 η μαμά έλαμπε μέσα της και το σκόρπαγε στον κόσμο της. Καλημέρα κι ας νυχτώνει σιγά σιγά... Το μυστικό κρύβεται στην έμπνευση, όποια κι αν είναι η πηγή της. 

20240702

Στην τσατσαροπιάστρα κάποιο κ λοκαίρι

 Ω έρχεται τσουνάμι. ΩΩΩΩΩ. Όχι, δεν έρχεται τσουνάμι, είμαι τσουνάμι. 

Τσουνάμω. 

Δεν ξέρω που να πρωτοκάτσω, 
που να πρωτοσταθώ
η πεταλούδω η Τσουνάμω.
Είμαι το τώρα, είμαι εγώ.

Θα μείνω λίγο σε αυτό που μου είπε η Χαρά, η κομμώτρια μου: τσατσαροπιάστρα. Αν έκανε δεύτερο κομμωτήριο, θα το ονόμαζε «τσατσαροπιάστρα». Δεν είναι δική της έμπνευση, της το είχε πει μία κοπέλα παλιά, που της το είχε πει ο παππούς της. Αυτή η λέξη με έκανε χαρούμενη. Χαρούμενη με έκαναν και οι δύο κότες που φαντάστηκε η Νώνη, οι οποίες όπως είπε είναι φίλες στο κοτέτσι κι έπειτα έκατσε και τις ζωγράφισε. Η Μαριέττα και η Αστέρα. Γέλασα με την καρδιά μου, γιατί ήταν απροσδόκητα καλά ονόματα για κότες. Άρχισα να τις φαντάζομαι να βολτάρουν τριγύρω. Ξεκίνησα έτσι να ρίχνω καλαμποκάκι κοντά στα πόδια μου. 

 Κλείνω τα μάτια. Σχεδόν μεσοκαλόκαιρο του 2024 νιώθω την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Είμαι μπροστά από τον τεράστιο καθρέπτη στην «τσατσαροπιάστρα» καθισμένη με τα μαλλιά γεμάτα αλουμινόχαρτα. Δεξιά μου η Αστέρα με μπικουτί δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα της, πίνει άπερολ με πάγο, χυμό πορτοκάλι κι ένα μαρασκίνο βυθισμένο για την πουτανιά. Σε ποτήρι κολωνάτο. Όχι δεν πίνει σπρίτζ. Άπαπαπαπα και πριτσ, η Αστέρα δεν ακολουθεί μόδες. Η Αστέρα είναι η μόδα. Αριστερά μου η Μαριέττα, κρέμεται από τα λόγια μου. Της λέω τα ταρώ, τη μεγάλη αρκάνα. Τρεις κάρτες κάτω, μπροστά μου το παρόν, αριστερά μου το παρελθόν και το μέλλον δεξιά μου. Κάποιες ανάποδα. Πάντα κάτι ανάποδα. Στην ατμόσφαιρα υπάρχει μία μυρωδιά αντηλιακού από ένα κερί με αυτό το άρωμα. Στον αέρα η Βέμπο τραγουδά για το καινούργιο φεγγάρι, η φωνή της έρχεται από ένα γραμμόφωνο.
 Μέρα με τη μέρα γίνομαι όλο και πιο έμπειρη μάγισσα, δεν κρύβεται πια. Δεν θέλω πια να το κρύβω. Δεν θα κρύβω τίποτα που λάμπει. Αυτό είναι το παρόν. Χτυπάνε δύο ειδοποιήσεις στο τηλέφωνό μου. Η μία είναι από τη Δράμα να μου πουν τα αναμενόμενα. Το δράμα μου/σας δεν έγινε δεκτό. Η άλλη είναι από την ξεχασμένη «αγάπη», να μου πουν ότι λαμβάνει τιμητική αναφορά. Πάω να ψάξω στα λεξικά του κόσμου τι είναι η τιμή και τι τιμή έχει τελικά και γυρνάει και με διακόπτει η Αστέρα να μου πει γεμάτη ενθουσιασμό με ένα μαρασκίνο μπουκωμένη, ότι η πρώτη της συνέντευξη για να γίνει καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο πήγε καλά!  
«Σκάσε μαρή, θα πνιγείς με το μαρασκίνο στο στόμα.» τη χειροκροτώ.  
 Γυρνάω στη Μαριέττα και έχει συγκινηθεί. 
«Κατάλαβες;» της λέω. «Αυτό εννοούσα. Έτσι είναι άμα έχεις τα παραμύθια στο τιμόνι σου, έτσι πάει η ζωή» 
  Να ο Βιβάλντι με το «καλοκαίρι» του. Το ακούς; Μπήκε ο ίδιος μέσα στην τσαροπιάστρα μας κι ευθύς αμέσως κάθισε στο πιάνο κι άρχισε να τον παίζει. Ω, τι ντροπή, να το παίζει εννοούσα. Τι βρώμικο μυαλό... Τι καθαρή καρδιά!
 Η Μαριέττα κι εγώ την αγαπάμε την Αστέρα. Η Αστέρα κι εγώ την αγαπάμε την Μαριέττα. Κι αυτές, φροντίζουν ν' αγαπούν εμένα, σαν παιδί τους. Είμαι παιδί τους. Ο Βιβάλντης έφυγε. Γραμμόφωνο ξανά. «Πέρασες τόσες βροχές για να ΄ρθεις σε εμένα... Τοοόοοσα καλοκαίριααααα, μου ΄χαν φύγει από τα χέρια». 
 Πιάνω στα χέρια μία εφημερίδα. Κίτρινος τύπος. Διαβάζω εν τάχει τις συνεντεύξεις και πετάω την εφημερίδα στη μούρη της Μαριέττας. 
«Ορίστε, δεν ήταν η ιδέα μου! Γιατί δε με άκουγες; Τώρα που το επιβεβαίωσαν και οι άλλοι, τώρα που το έγραψε ο τύπος, πες μου γιατί αμφέβαλλες και σε αμφισβήτησες;» 
 Η Μαριέττα που και που ξεχνιέται, θέλει χάδια και αγκαλιές. Λογικό, της λείπουν. Η ζωή είναι σκληρή καλή μου, αλλά όχι να ξεχνάς και ποια είσαι. Όχι να ακυρώνεις τον ίδιο σου τον εαυτό. 
«Θαυμάζω που είσαι, έτσι όπως είσαι -πως το είπε μία φίλη μου, αντισυμβατική- γιατί αφήνεις λοιπόν τον κάθε συμβασιούχο με το δράμα να σε φρενάρει;» 
 Μέσα στο μαγαζί το κλίμα αλλάζει. Η Πασπαλά μιλάει για μία καλοκαιρινή ανάμνηση στην Πράγα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνουν με αυτόν το ρυθμό μέσα, αργά, νεκρές θαλασσοψυχούλες. Ο φωτισμός χαμηλώνει. Χορεύουν δύο δύο, κάποιες ανά τρεις. Έναν αργό χορό που μοσχοβολά γιασεμί. Την Πασπαλά τη διακόπτουν ύστερα από λίγο οι Στοίχημα. Οι θαλασσοψυχούλες αποχωρούν για πάντα, το ίδιο αργά, όπως μπήκαν. Οι ραψωδοί φωνάζουν σε κάποια για το πόσο ανάγκη είχαν αυτό το καλοκαίρι, μα «αυτή» φαίνεται πως δεν τους καταλαβαίνει. Ή μήπως η ερώτηση είναι ρητορική; Μήπως είναι διαπίστωση;
 Πετάγεται η Μαριέττα και ξεκινά: 
_Σχετικά με το «καταλαβαίνεις» ακολουθεί ο εξής καταρράκτης σκέψεων. Κάποιοι δεν σε καταλαβαίνουν. Κάποιοι δεν θέλουν. Κάποιοι δεν σε καταλαβαίνουν, αλλά θέλουν. Κάποιοι καταλαβαίνουν αλλά είναι δειλοί, θέλουν, αλλά δυστυχώς έχουν υπογράψει συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση καλό θα ήταν να μπορούν να τους καταλαβαίνουν, τουλάχιστον αυτοί που θα ήθελαν να τους καταλάβουν... Γιατί, κάτι που καταλαβαίνουν, σχετικά με αυτούς που προσπαθούν να τους καταλάβουν, είναι ότι, το να παριστάνεις τον χαζό κάνοντας πως πιστεύεις το ψέμα τους, το να συγκρατείς ταυτόχρονα τα κομμάτια του παζλ ασύνδετα και τη γλώσσα σου νεκρή, είναι πολύ απογοητευτικό και κουραστικό. Κι όλα αυτά γιατί; Για να μην φέρεις κάποιον σε δύσκολη θέση και να έχεις μπει εσύ στη δύσκολη θέση τελικά; 
 Γυρνάμε, με την Αστέρα και την κοιτάμε. Κλείνω το μάτι στη Χαρά και της φέρνει τρέχοντας λίγο νερό, λίγο τσάι, δύο πλείμομπιλ, ένα βιβλίο που πραγματεύεται την αισθητική και μία βεντάλια.
_Υπογλώσσια τοποθέτησέ τα όλα και πάρε βαθιές ανάσες. Όλα καλά θα πάνε. Το είπαν και οι εφημερίδες. Πάλι τα ίδια θα λέμε; Όλα καλά θα τα πας. Κοίτα την Αστέρα!
 Γεμίζει η Τσατσαροπιάστρα γλυκά με νότες «αν θυμηθείς τ' όνειρο μου» και με «έναν ουρανό με αστέρια που 'χει χίλια καλοκαίρια». Ησυχία στις ψυχές μας. Η Χαρά, μου βγάζει τ' αλουμινόχαρτα. Οι τρίχες μου είναι πιο σκούρες, το μυαλό μου πιο φωτεινό. Ξεκινάω να σιγοτραγουδάω μαζί με το γραμμόφωνο το επόμενο στη σειρά κομμάτι:
Я выключаю телевизор, я пишу тебе письмо
Про то, что больше не могу смотреть на дерьмо
Про то, что больше нет сил, 
Про то, что я почти запил, но не забыл тебя. 
Про то, что телефон звонил, хотел, чтобы я встал, 
Оделся и пошел, а точнее, побежал, 
Но только я его послал, 
Сказал, что болен и устал, и эту ночь не спал. 
Я жду ответа, больше надежд нету. 
Скоро кончится лето. 
Это…
_ Εσένα γι' αυτό δεν σε καταλαβαίνουν μάλλον. Λέει η Μαριέττα και η Αστέρα γελάει. 
Σηκώνομαι με τα μαλλιά να στάζουν, όχι τα μάτια μου και πάω προς το πιάνο. Προσπαθώ να κατεβάσω επιτέλους τα πέμπτα δάχτυλα στον πλανήτη γη. Η Μαριέττα κοιτάει με τρόμο. Εγώ η Τσουνάμω, προσπαθώ, έρχεται η Αστέρα με σπρώχνει να κάτσει με μία τσαχπινιά και παίζει το φως του φεγγαριού άριστα. 
 Ωραία που είναι η ζωή μωρέ! 
_Ωραίο αυτό το βιβλίο, λέει η Μαριέττα. Με οδηγεί στο να σκεφτώ ότι μάλλον το μυστικό της ευτυχίας είναι να ψάχνουμε τα όμοια μας, την αισθητική που θαυμάζουμε και πως ό,τι διαφορετικό φέρνουμε κοντά, πρέπει να μας ψηλώνει και να μας γεμίζει. 
 Συμφωνούμε και τρεις. Τους λέω για μία ταινία που είδα. Με έκανε να νιώσω το ίδιο ακριβώς. Πως ναι, μάλλον αυτή είναι η συνταγή και πως αυτό, όταν αβίαστα συμβαίνει, είναι μαγικό και σπάνιο. Και κάτι κορίτσια τυχαίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να περνάνε απ' έξω και να τραγουδάνε «μα δεν με νοιάζει, θα βρω κάποιον που μου μοιάζει». 
 Κάπου εδώ η νύχτα τελειώνει και ο ήλιος από μέσα μας την στέλνει να ονειρευτεί, να έχουμε υλικό για την επόμενη φορά. 
_ Κορίτσια, τους λέω, πάμε να φάμε αυγά τηγανητά; Αυτή τη φορά, Χαρά, θα έρθεις μαζί μας.

Λέτε να με έφαγαν τελικά; 


Υ.Γ. Η Μαριέττα και η Αστέρα, δεν ήταν κότες. Ήταν ποιήματα και ζωγραφιές. Κότες τις έδειχνε ο καθρέπτης, αλλά ήταν στ' αλήθεια ένας ψεύτης. 
Υ.Υ.Γ. Ολοκλήρωσα με επιτυχία τη μελέτη, τη δημιουργία και τη δοκιμή του πρώτου μου μαγικού φίλτρου. Το φίλτρο του έρωτα. Είναι ένα άρωμα. Αν το μυρίσετε στον αέρα μου και θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να το αποκτήσετε, θα σας κοστίσει να ξέρετε, μία περιουσία μεγάλη και μία μικρή. Τα αποτελέσματα ωστόσο είναι απίστευτα! Ετοιμαστείτε ό,τι επιθυμείτε, να προσπαθεί να φτάσει κοντά σας, κοντά στον λαιμό σας, για να καταλάβει... Δεν μπορώ να πω παραπάνω, είναι μυστικό. Από τα πιο μεγάλα μου. Μονάχα θα πω πως μπορείτε να το παραλάβετε στην επόμενη πανσέληνο. 
Υ.Υ.Υ.Γ.  Δεν μπορώ να βρω να πιώ της άρνης το νερό. 
              Και στην πόρτα σου θα ΄ρθω, 
              Για να σε βρω
              Να ζήσω ελεύθερος.


Στα κομμωτήρια μέσα τα νέα ιερά
ιέρειες χτενίζουν και βάφουν τα μαλλιά.
Στο τέλος τα κομμένα, τα λόγια κι οι χρησμοί
σκουπίζονται και πέφτουν στου χρόνου τη σχισμή.

Κι ένα κομμωτριάκι με βλέμμα απλανές θέλει να
κατακτήσει του κόσμου τις χαρές.

Κρατάει το πιστολάκι σαν να `ναι τρίαινα,
στη θάλασσα της κόμης σηκώνει κύματα.
Κι ο νους της ταξιδεύει, απλώνει τα πανιά.
Άγιε Νικόλα βόηθα να πέσει μαλακά.

Ένα κομμωτριάκι με βλέμμα απλανές βγήκε να
κατακτήσει του κόσμου τις χαρές.