20230214
Ανοιχτές πληγές
20230127
Ισχυροί πλευρικοί άνεμοι εντός, νηνεμία εκτός
Στον αυτόματο, σε έναν περίεργο αυτόματο που διαρκώς το λογισμικό του καταρρέει. Είμαι μεσημέρι και η ώρα μου είναι τάκα τάκα τακ. Σκεπτόμενη ποια σαλάτα θα φάω και ποιον χυμό θα πάρω κατέληξα να πίνω ένα κοκτέιλ, που δεν μου αρέσει και το αλκοόλ. Ομοίως πάει όλη αυτή η περίοδος. Γύρισα από το σιντριβάνι λίγες μέρες πριν και έκλεψα κάμποσα νομίσματα.
Πλέον είναι πολύ δύσκολο να κλέβεις ευχές αφού έχει ένα σωρό baci τριγύρω. Τρομερά σοκολατάκια, παίζουν στα ίσα τα φερέρο και το γεγονός ότι έχουν και τα χαρτάκια μέσα σαν φόρτσουν κούκιζ τα κάνει ίσως να κερδάνε. Παρ' όλα αυτά πήρα τις ευχές σας. Μία μέρα επέπλεε κι ένα μικρό μπουκαλάκι με ένα μήνυμα μέσα. Από ένα ερωτευμένο ζευγάρι, τάχα. Το πήρα κι αυτό. Πήρα κι ένα δαχτυλίδι που βρήκα εκεί κοντά, χαμένο. Έχει πάνω φτερά κι αφού η Ρώμη μου το υπενθύμισε, εγώ να τ' αρνηθώ; Κι αφού τα πήρα όλα και περπάτησα απόσταση ίση περίπου με δύο και μισούς μαραθωνίους, γύρισα χωρίς να έχει αδειάσει το μυαλό μου. Χωρίς να έχω διαβάσει τα βιβλία μου και χωρίς να έχω απαθανατίσει σκέψεις ή εικόνες.
Αφότου γύρισα αισθάνομαι μία τρομερή εξάντληση. Σκέφτομαι να παρατήσω τα ρωσικά, βασικά νομίζω το έκανα ήδη. Ακόμα και τα πιο απλά και μικρά μου εσωτερικά κίνητρα νιώθω πως τα έχει σκεπάσει ένας μαρασμός. Κι ενώ υπό την κανονική ροή του προγράμματος θα πέταγα μακριά το πάπλωμα, θα τεντωνόμουν και θα σκαρφιζόμουν μία κάποια νέα τρομερή ιδέα ζωής, τώρα νιώθω απλώς ότι θέλω να πιώ μόνη το τάκα τάκα τακ, μεσημέρι, στο κέντρο της πόλης, υψώνοντας νοερά το ποτήρι στο άδειο μπαρ «εις στον μαρασμό».
Μα γιατί οι άνθρωποι δε σκέφτονται ποιητικά; Γιατί δυσκολεύομαι τόσο πολύ να το παραδεχτώ; Τα φτερά στο δαχτυλίδι τάχα να ΄ναι του έρωτα ή της ελευθερίας; Για μισό λεπτό... Όχι κανένα λεπτό πια. Άσε με να βυθιστώ μέχρι να με βρει λίγο ο ήλιος, να με χτυπήσει στη μούρη και να μη με αφήσει το άστρο αυτό αλλού να κοιτάξω. Άσε με να νυστάξω από τη ζέστη και το φως του, να αισθανθώ ηρεμία και ασφάλεια να κλείσω τα μάτια μου. Πρόσεχέ με για όσο θα ταξιδεύω στην ονειροχώρα μπας και βρω εκεί τις απαντήσεις κι έπειτα όταν μονάχη μου αποφασίσω να ξυπνήσω, πάρε με επιτέλους μία αγκαλιά και βάλε μου τροφή και κάτι να ξεδιψάσω. Ταλαιπωρήθηκα πολύ.
Υ.Γ. Γνώρισα έναν ροφό. Θα ήθελα να πάω να τον ξαναδώ. Θα ήθελα να περάσω αρκετή ώρα μέσα σε ένα ενυδρείο. Όχι μέσα μέσα. Έξω, μέσα.
20230113
Τ' άπλυτα
Καλή χρονιά. Είμαι ένα κάθαρμα. Είμαι πολύ καλό παιδί δηλαδή και ήμουν ακόμα περισσότερο, αλλά αυτό που πλέον νιώθω είναι πως, αν δεν είσαι έτοιμος να προστατέψεις πρώτα απ' όλους τον εαυτό σου, δεν επιβιώνεις, ή μαθαίνεις να ζεις με τις πολλές τις τρύπες που σου κάνουν στο σκαρί σου. Πέρασα χρόνια πιστεύοντας ότι θα φτιάξω έναν καλύτερο κόσμο για όλους, ζώντας όσο πιο σωστά μπορώ, όχι μόνο για το δικό μου «σωστό», αλλά για το κοινό «σωστό και καλό». Παπάρια. Σε ό,τι ήμουν πιο σωστή, αυτό μου άνοιγε και τη μεγαλύτερη τρύπα. Άλλαξα λοιπόν, έμαθα σκληρά πως να επισκευάζω τρύπες και ξεκίνησα να εγκαταλείπω την ιδέα ενός καλύτερου για όλους κόσμου. Άρχιζα να φτιάχνω έναν καλύτερο κόσμο για εμένα, δημιουργώντας περιπέτειες και παραμύθια, προσπαθώντας να προκαλέσω όσο λιγότερη ζημιά μπορώ. Αποφάσισα από το να είμαι ασταμάτητα σωστή, να φεύγω μακριά απ' ό,τι είναι έτοιμο να μου ανοίξει τρύπα.
Έπειτα, άρχισα να βάζω παντζάρι στον χυμό. Πολύ θα ήθελα ένα αποχυμωτή που να μην έχει τόση βαβούρα στο καθάρισμα. Αλλά αγόρασα ένα μπλέντερ.
Φεύγω. Πάω επιτέλους στο σιντριβάνι. Πρέπει να αποφασίσω τι πραγματικά συμβαίνει όταν αλλάζω την ιστορία κάποιας ευχής. Όταν την κλέβω. Αυτή τη φορά θα έχω πραγματικά πολύ χρόνο να γίνει η δουλειά σωστά. Όχι σαν τις προηγούμενες. Τις άλλες, μία χιόνιζε, μία χιόνιζα και συνέχεια έτρεχα. Τώρα, με κάθε ηρεμία θα κάνω το αγαπημένο μου. Θα παρατηρήσω, θα ξεδιψάσω και θα αλλάξω τα παραμύθια. Βαθιά μέσα μου έχω κοιμίσει την ιδέα, πως αν επέμβω, αν βάλω το χέρι μου κι απαλλάξω το νόμισμα από τον πνιγμό, θα φτιάξω έναν καλύτερο κόσμο. Αν σπάσεις μια τετριμμένη ιστορία, αν αυτό που θα έπρεπε να γίνει, κάποιος το αλλάξει, κάποιος μαγέψει το «πρέπει», τότε ίσως πραγματικά γίνει αυτό που θα ήθελαν όλοι να έχει συμβεί. Θέλω- Πρέπει 1-0. Το νόμισμα και κατ' έπεκταση οι εύχες και η ιστορία που κουβαλάει, είχαν την τύχη ή την ατυχία να συναντηθούμε. Άσε με να σκεφτώ πως συνεχίζεται αυτό...
Εις το επανιδείν!
Υ.Γ. Μην ξεχάσεις να βάλεις παντζάρι στον χυμό σου την επόμενη φορά. Τέτοιο χρώμα παίρνουν τα μάγουλά μου όταν ντρέπομαι. Παντζαρί. Σπάνιο, αλλά μπορεί να συμβεί.
20221229
Αυγά μάτια
Έναν χρόνο πριν, βαθιά βυθισμένη στην roman à clef ημερολογιακή φάση, έγραφα για γιασεμία και συγκρούσεις. Δεν έχουν αλλάξει πολλά μέσα σε αυτό τον χρόνο. Πάλι μυρίζει ο τόπος γιασεμί και μπαρούτι. Είναι πιθανότατα τα τελευταία λόγια αυτού του χρόνου αυτά. Κάπως έτσι, χρόνο με το χρόνο, σύγκρουση με τη σύγκρουση η ιστορία αυτή κλείνει δέκα χρόνια!
Δέκα χρόνια που οι βουτιές στη θάλασσα του τίποτα κάνουν με το αλάτι της τα μαλλιά μου μπούκλες. Οι μπούκλες της ανεμελιάς. Μη ζηλέψεις πως τάχα σε αυτή τη θάλασσα δε φυσάει κανένας άνεμος και ο ήλιος της ευτυχίας τη χαιδεύει απαλά. Η θάλασσα της ανεμελιάς δε γνωρίζει από νηνεμία. Η ανεμελιά δε φωτίζεται μόνο από ευτυχία. Η ανεμελιά έρχεται επειδή γνωρίζω πως να τριμάρω τα πανιά και ξέρω που και πως να ρίξω το φως. Έχω ματώσει γι' αυτό, το έχω κατακτήσει αυτό.
Φεύγω, μα θα επανέλθω. Πρέπει να το γιορτάσουμε όλο αυτό.
Υ.Γ. Φοίβε & Φακή, Φακή & Φοίβε, να μάθετε τα πανιά και τα φώτα, τις θάλασσες και τη μουσική, τις μυρωδιές και τις γεύσεις, την παύση και τον χορό. Να γεμίζει η καρδιά σας και να αδειάζει, ξανά και ξανά. Να σκαρώνετε παραμύθια και με αυτά να χρωματίζετε τον κόσμο. Να αντέχετε τις αλήθειες κι έπειτα να θυμάστε πως η αλήθεια και η πραγματικότητα, το λάθος και το σωστό, στ' αλήθεια, στα πραγματικά, δεν υπάρχουν. Πάντα όμως με καλοσύνη και σεβασμό. Να ταξιδέψετε. Να ταξιδέψετε στη γνώση, στον κόσμο, στα σώματα, στα δάκρυα και τις χαρές. Να παρατηρείτε και να ακούτε, μικρή σημασία έχει το να μιλάτε. Μα να μην πάψετε ποτέ να αναζητείτε αυτούς που σαν τους μιλάτε θα μαγεύονται και θα κατανοούν το λόγο σας. Να είστε κοντά σε ανθρώπους που μπορείτε να περπατάτε μαζί για ώρες, που μπορείτε να απολαμβάνετε μαζί τους τη σιωπή. Ανθρώπους που σας θαυμάζουν και τους θαυμάζετε. Ανθρώπους που σας δίνουν κίνητρο, θα σας «ψηλώνουν» και δε θα ξεχάσουν ποτέ ποτέ πως να είναι παιδιά. Μην ξεχάσετε ποτέ το παιδί μέσα σας, μη σταματήσετε ποτέ να παίζετε, να λερώνεστε. Μη βιαστείτε να φύγετε μακριά από το δύσκολο. Να φεύγετε όμως τρέχοντας όταν αντιληφθείτε ότι σε ένα δωμάτιο, εσείς είστε οι πιο «έξυπνοι». Να θυμάστε πως όλα είναι στο μυαλό και τίποτα δεν μπορεί να το ξεγελάσει αν εσείς δεν το επιτρέψετε, τίποτα εκτός από τον έρωτα. Μην τρομάξετε ποτέ για το πως νιώθετε. Να νιώθετε. Αυτά τα λίγα για το 2022, θα επανέλθω αγαπημένα μου.
20221219
Πάγος κι ατμός
Μισή ώρα! Έχω μισή ώρα! Πάρκαρα κάπως πολύ παράνομα και δεν το συνηθίζω αυτό. Πήρα το βρωμότσαγο κι ανέβηκα στον πάνω όροφο όπου σχεδόν όλοι είναι μόνοι και διαβάζουν ή δουλεύουν. Βρήκα μία άκρη στον καναπέ δίπλα στο δέντρο. Κάθομαι οκλαδόν και παίζει τζαζ. Τι ήταν αυτό που έπρεπε να σου γράψω, τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό; Το φως του φεγγαριού ξεκίνησε από σήμερα να ταξιδεύει τον κόσμο. Θα πω ξανά και ξανά τι κρίμα να μην συναντάς τους κατάλληλους ανθρώπους, που έχουν κοινή οπτική και αισθητική σωστά στον χρόνο. Τι κρίμα να μην τους συναντάς καθόλου. Τι κρίμα κάποια πράγματα να υπάρχουν, να ήταν πάντα εκεί αλλά να γίνονται ευρέως γνωστά και θαυμαστά όταν κάποιος «μεγάλος» τα φωτίσει.
Από το δωμάτιο ακουγόταν στη διαπασών το φως του φεγγαριού. Άνοιξα την πόρτα και η Φακή με ρώτησε τι ήταν αυτή η μουσική.
_Δε θυμάσαι;
_Αα ναι μαμά, θυμάμαι.
_Τι σου θυμίζει αυτή η μουσική;
_Την αγάπη. Την αγάπη μου για εσένα.
Αυτό το κορίτσι μοιάζει να τα ξέρει όλα κι ας μην ξέρει τίποτα. Σαν τη μαμά του.
Λίγες στιγμές νωρίτερα σκεφτόμουν πως θα περιέγραφα το ιδανικό μα άβολο συναίσθημα σαν το νερό που προετοιμάζεις για το τσάι σου. Θα μιλήσουμε για earl grey τώρα. Για 100άρι, για βρασμό, για μαύρο. Ξεκινάς και είναι μία ιεροτελεστία, μία χορογραφία. Στην αρχή είναι παγωμένο. Θερμαίνεται. Αρχίζει και υπάρχει μία βαβούρα η οποία διαρκώς και μεγαλώνει. Φουσκάλες ανεβαίνουν, μουγκρίζει. Υπάρχει ένα σημείο που ψευδώς μπορεί να δώσει την αίσθηση πως έφτασες στο τέρμα. Υπάρχει και το σημείο που έφτασε στους εκατό. Που βράζει. Που χάνει τον έλεγχο και γίνεται πόλεμος. Αλλάζει μορφή. Γίνεται αέρας και φεύγει. Λιγοστεύει. Στερεύει. Έζησε όμως όλο αυτό κι είναι μαγεία ό,τι κι αν μου λες.
Κάπου μετά τους εβδομήντα και αρκετά πριν τους εκατό, λέω ότι είναι το υπέροχο. Κάπου ανάμεσα στο πράσινο και στο ουλόνγκ. Αν πέσει από τους εβδομήντα, χάνεται το ενδιαφέρον. Χάνονται τα βάσανα, οι σκέψεις. Παγώνει, πέφτει σε θερμοκρασία δωματίου. Θερμοκρασία δωματίου... Τι πιο γενικό και άοσμο. Πως κάποιος έκανε ένα όλα τα δωμάτια κι όλες τις ιστορίες τους για να αποφασίσει μία συγκεκριμένη θερμοκρασία για όλα τα χρώματα; Αδιάφορο. Αν πάλι πλησιάσει τον βρασμό, ξεκίνησε η αρχή του τέλους. Ξεκίνησε να στερεύει.
Θέλω να είμαι πάντα πάνω από τους εβδομήντα. Αν παγώσω, χάνομαι. Θέλω να προσπαθώ να φτάσω. Θέλω να αγγίξω ίσα που, προτού ανοίξω την πόρτα του τέλους. Κι ύστερα πάλι να κατέβω, να πάρω δύο ανάσες, μέσα στη βαβούρα, το άβολο, το ζωντανό... και ξανά.
20221124
Ωδή στ' αστέρια που έσβησαν για να ξημερώσει
Βασανίζονται οι άνθρωποι να βρουν που να σταθούν. Δεν είναι σίγουροι αν ερωτεύτηκαν ή αν έφτασαν σχεδόν σαράντα και δεν γνώρισαν ακόμα τον έρωτα που λέει και το τραγουδάκι. Δεν είναι σίγουροι αν έζησαν έναν μεγάλο, σπουδαίο έρωτα, ή πολλούς, είτε σπουδαίους, είτε μικρούς. Αν ήταν μικρής ή μεγάλης έντασης τα όσα αισθάνθηκαν. Σύντομου ή μακρύ χρόνου. Αν ανατρίχιασαν, αν μαγεύτηκαν από μία μυρωδιά, αν με το βλέμμα τους μέσα στο πλήθος αναζητούσαν τον πόθο τους, αν το σώμα και οι κινήσεις τους προδώσαν τις καρδιές τους, αν κατέβασαν τα μάθια χαμηλά από αμηχανία ή κάρφωσαν τα μάτια αντίκρυ τους χωρίς να τους νοιάζει τίποτα άλλο. Φωτιά παντού. Αν χάλασαν πολλές ώρες που σκέφτονταν ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο μόνο του ή πολλά μαζί. Αν έπρεπε ή όχι να έχουν μιλήσει, κάπως να το έχουν δείξει. Αν έπρεπε να το έχουν μαρτυρήσει, έστω στον ίδιο τους τον εαυτό.
Παλεύω από παιδί να είμαι σκληρή. Να φαίνομαι σκληρή. Μα βουτάω την καρδιά μου κάθε μέρα στο μοσχοβολητό πέλαγος του ρομαντισμού κι ας φοράω τάχα ρούχα με στάμπες κυνικές. Εγώ κι ο έρωτας; Πόσο θα ήθελα να μπορώ να σου πω. Δεν μπορώ. Πνίγομαι. Πνίγομαι σιωπηλά από τα ίδια μου τα ρούχα, στην ίδια μου τη θάλασσα. Πεθαίνω από τη δίψα κι ας υπάρχει γύρω τόσο νερό. Με μαλώνω για να μπορώ να κρατήσω κρυμμένα τα όσα ένιωσα. Να μην τα γράφω, να μην τα τραγουδώ, να μην τα σκαρώνω σε παραμύθια, ώστε κανείς τάχα να μην τα φτάσει κι ας ελπίζω βαθιά πως υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που βλέπουν έτσι τον κόσμο και πως κάποτε θα απαντηθούμε. Βασανίζομαι κι εγώ κι ας ξέρω καλά που στέκομαι.
Όλο θέλω να σου πω πράματα καινούργια. Θέλω να σου πω τα νέα μου, τα μικρά και τα μεγάλα μου νέα. Που έφτασα και που θέλω να πάω. Όλο τα ίδια όμως σου λέω κι έχω αρχίσει ν 'αναρωτιέμαι μην τάχα είναι αυτό το νόημα. Αυτό το μπλέξιμο, αυτοί οι δυνατοί παλμοί. Αν ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, αυτό που υπάρχει είναι ο Έρωτας κι αν παρά τις προσπάθειες να τον κάνουμε να πάψει, να γίνει μικρός, είναι το θεριό αυτό τόσο δυνατό το άτιμο, που τίποτα δεν το παύει, τίποτα δεν το μικραίνει, μήτε η αρχή και το τέλος, μήτε η ζωή και ο θάνατος. Μήτε τα νέα μας, μικρά ή μεγάλα.
Καταλήγω έτσι από πάντα, να σου γράφω το ίδιο, με λόγια διαφορετικά κάθε φορά. Σκέφτομαι πως δεν κατάφερα καλά να αποκρύψω τα μύχια και πως αν κάποιος δώσει σημασία, πολύ εύκολα μπορεί να καταλάβει που, ποιος, πότε και γιατί. Δεν κατάφερα να σβήσω το ένστικτο, το πηγαίο, το μαγικό, το αλλόκοτο, τη δίψα. Δεν κατάφερα να κρυφτώ από τον Έρωτα. Εσύ, τα κατάφερες; Κατάφερες μήπως να βρεθείς κοντά σε ανθρώπους που μιλάτε την ίδια γλώσσα; Ή έστω έκαναν προσπάθεια να καταλάβουν το άγνωστο; Είδαν μέσα από τα μάτια σου; Έδωσε ποτέ κάποιος σημασία; Με αυτά τα τελευταία δεν τα έχω καταφέρει καλά. Σε αυτά τα τελευταία ελπίζω.
Δεν κατάφερα να κρυφτώ, μα αύριο θα σας πω τα νέα μου. Θα φανώ σκληρή. Θα κοιτάζω αλλού. Θα προσπαθήσω να είμαι άοσμη, αόρατη, αθόρυβη. Θα ακούσω τα νέα σας. Αύριο θα σταματήσω να ελπίζω στον κόσμο σου. Αύριο θα κρυφτώ. Θα τα καταφέρω. Θα κλείσω τους δρόμους για τον κόσμο μου. Στάσου λίγο. Τι μεγάλο ψέμα...
20221026
Γκαντάκ ντε μπουκαταρίε
Φτύσε τρέλα πάνω στην στυγνή λογική τους
Παραμυθένια αλήθεια σαν και αυτή τη παιδική τους
Τι να κάνουμε έτσι μας έδωσαν τον κόσμο
Έτσι απρόσωπο ψυχρό που απλώνει μίσος και τρόμο
Όμως εσύ ότι γουστάρεις θα το μάθεις
Όσα θες θα τα πάθεις κι έχεις κουράγιο να πλάθεις
Όνειρα αμέτρητα μα να μην μείνουν στην πλάτη
Αμόλησε τα στο δρόμο κι άστα να πούνε κάτι
Κάτι από εκείνα που δεν βγαίνουν στο στόμα
Κάνε τα σχέδιο μουσική κάνε τα χαμόγελο και πιόμα
Όσο για τα άλλα τα μυστικά σου
Αυτά κράτα τα καλά πίσω από την κάθε ματιά σου
Αυτός που νοιάζεται θα ξέρει που να ψάξει
Κι όποιος κουράζεται αλήθεια ποτέ δε θα ξεθάψει»
20221018
Κακ τιμπιά ζαβούτ;
Καλημέρα. Σήμερα είναι γκρι η μέρα. Κι εγώ. Στο έχω ξαναπεί. Το γκρι στον δικό μου πλανήτη, δεν είναι κακό. Είναι άψογο, γιατί ούτε άσπρο είναι, μήτε μαύρο. Είναι όλα, όπως όλοι, όπως όλα. Άφησα τη μικρή στο σκολειό και περιμένω να μεταλαμπαδεύσω ρωσική γνώση σε μία φίλη για να μας φτάσει. Ένιωθα τόσο έντονα σήμερα ότι το πρωί πρέπει να ξεκινήσει με τζαζ. Ευτυχώς εκεί που πόνταρα, τα κέρδισα όλα. Δε θα μπορούσε να παίζει καλύτερη μουσική, η εικόνα έξω από το παράθυρο να είναι ομορφότερη και ο εσωτερικός φωτισμός του χώρου καλύτερος. Προσπαθώ να περιγράφω κάμποσα απ' όσα συναντούν οι αισθήσεις μου για να μπορείς κάπως να μπεις κι εσύ τώρα που το διαβάζεις στη σκηνή.
Δε θυμάμαι αν σου είπα για το ρολόι Φιμπονάτσι. Ψάχνω καιρό τώρα ν' αγοράσω ένα, μα δεν το βρίσκω πουθενά. Αυτό με τα μπλε-κόκκινα-πράσινα χρώματα. Έχω βρει τρόπο να το κατασκευάσω, αλλά μόνη δεν μπορώ. Δεν την κατέχω αυτή τη γνώση. Το έχω όμως κάπως τοποθετήσει στην οθόνη του κινητού μου και μολονότι η ώρα είναι πάντα, σταθερά, ξεκάθαρα πάνω αριστερά, την αγνοώ κι επιλέγω να βασανίζω τον εαυτό μου και να τη «μαθαίνω» από αυτό το μαγικό ρολόι. Θα ήθελα να ξέρεις ωστόσο πως έχει κάποια απόκλιση από τον πραγματικό χρόνο. Μη φανταστείς πολλά λεπτά, αλλά έχει. Αλλάζει η ένδειξή του μονάχα ανά πέντε λεπτά. Αυτό το ρολόι μου μοιάζει. Με αυτό σου υποδεικνύω όχι κάποιες συνεχείς αλλαγές του πενταλέπτου, μα την αδιαφορία για να φτάσω τον «χρόνο» ακριβώς, χωρίς αυτό να σημαίνει κάποια τραγική ασυνέπεια, αφού τέσσερα λεπτά το μέγιστο, θαρρώ όλοι θα μπορούσαν να τα αντέξουν.
Τι λες λοιπόν το ρολόι Φιμπονάτσι, να είναι το νέο τεστ χαρακτήρων; Σε όσους ανθρώπους το έχω αναφέρει μέσα στα χρόνια δεν το γνωρίζουν. Οι περισσότεροι δε από αυτούς, δε θα αναζητήσουν κάποια παραπάνω σχετική πληροφορία, θα προσπεράσουν δίχως να θαυμάσουν καν το ιδιαίτερο αυτό, σχεδόν αριστούργημα. Έχω όμως κι έναν φίλο που όταν του το είπα μου έμαθε για ένα νέο ρολόι, το δυαδικό και σας εύχομαι να έχετε κι εσείς τέτοιους φίλους κι αν δεν είστε τόσο τυχεροί, να έχετε έστω από αυτούς που θα ενθουσιαστούν με το «φρέσκο ψωμί».
Χάνοντας λοιπόν κάπως τον χρόνο, μάντεψε. Νιώθω περίπου δεκαπέντε αυτή την εποχή. Όλα είναι σχετικά σταθερά κι ας είναι όλα τόσο ασταθή. Με έχει κατακλίσει ξανά μία αγάπη, μία έντονη επιθυμία γι' αυτό που σε μεγάλο βαθμό καθόρισε τη ζωή μου. Φέτος θα ξαναπαίξω με τη φανέλα μου και νιώθω ρε παιδί μου λες και μπήκε κάπως η ψυχή μου στη θέση της. Ο ύπνος μου; Αυτός κι αν έχασε τον χρόνο. Σα να μην μπορώ να κατεβάσω διακόπτη, να μεταβώ στην ονειροχώρα μπας και βρω εκεί τις απαντήσεις. Αλλά όχι, ίσως δε θέλω πραγματικά απαντήσεις. Με έχει εκστασιάσει η υπεράναλυση του υποσυνειδήτου. Το πως αυτό ξεγυμνώνει τις κινήσεις μας και τις μύχιες σκέψεις μας και το πόσο σκληρό είναι να πρέπει να παλεύεις ώστε να μην το αφήνεις να «μαρτυράει». Έτσι, αν και ό,τι συμπαθούσα περισσότερο από τον Σίγκμουντ ήταν μάλλον η εγγονή του, που πίστευε πως η ψυχανάλυση είναι μία ναρκισσιστική πολυτέλεια, έχω καταλήξει να πίνω νοερά καφεδάκια μαζί του στις τρεις το πρωϊ και να του αναφέρω διαρκώς κάτι καινούργιο για φυλλοκαιφτέρισμα. Απολαυστική διαδικασία αυτό το ακούσιο παίδεμα.
Ήρθε η φίλη. Κλείνω. Πρέπει να της μάθω τις δύο πρώτες στροφές της Κατ(ι)ούσας τώρα. Πρέπει να μας φτάσει σου είπα γιατί την ερχόμενη Δευτέρα ξεκινάει. Τι κι αν φύγαμε πριν τέσσερα λεπτά, οι καρδιές μας είναι τρία λεπτά μακριά από τα σωθικά μας, δύο λεπτά πριν σε σκέφτηκα πάλι και σε ένα λεπτό ίσως θα έχουν όλα τελειώσει για πολλοστή φορά. Τι; Το πέτυχα ακριβώς;
20221004
Παζάλουστα Ανεστάκι
20220926
Σπάνια εξωτικά πουλιά, έχουν μόνο γνωστούς
Πλέον μπορώ να πω σε κάποιον πως λύνω τον κύβο σε λιγότερο από 5', βέβαια, μάλλον δε θα το πω ποτέ, εκτός αν ερωτηθώ. Αλλά ποιος θα βρεθεί να ρωτήσει «πόσο σου παίρνει να βάλεις σε τάξη την σκέψη σου, ε συγγνώμη, τα χρώματα ενός κύβου ήθελα να πω» Η αλήθεια είναι πως τον λύνω σε λιγότερο από 3' πλέον, αλλά προτιμώ να εντυπωσιάσω με την πράξη παρά με τον λόγο. Ξέρεις είναι άβολος ο λόγος. Η πράξη δεν μπορεί να σε εκθέσει ποτέ, αν δεν την έχει φωτίσει κάποιος προηγηθείς λόγος. Ανάβει όταν έρθει η ώρα της το δικό της φως και το σκορπίζει τριγύρω. Ο λόγος δίνει χρώμα και προσδοκίες. Προτιμώ τα σκοτάδια, τα αυτόφωτα και το πράσινο τσάι.
Μα πως τα μπλέκεις κάθε φορά; Πως τα ποτίζεις με τσαϊ; Που τσαϊ; Πως τα φέρνεις εκεί που θες και πως τα πας παντού; Το run away with me της αγαπημένης μπάντας παίζει τριγύρω και να σου πω, πως δεν μπορώ να συγκεντρωθώ γιατί ακούγεται και κάτι σε μεσαιωνικό μέταλ στο μυαλό μου που α. πως βρέθηκε; β. υπάρχει όντως; γ. μου προκαλεί ένα ανακάτεμα των πεταλούδων του έρωτα ενώ δε μου αρέσει ΚΑΘΟΛΟΥ, ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΑΚΟΥΓΑ ΠΟΤΕ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ. Ελπίζω κατά τ' άλλα να μην πουλήσω και το τριμπιούτι στους ffc και να πάω, να ουρλιάζω «απομακρύνθηκα γιατί τους άνθρωπους φοβήθηκα» αποχαιρετώντας μία εποχή.
Έχεις κάνει ποτέ σπίνιγκ; Άμα δεν έχεις καβαλήσει σέλα για αρκετό καιρό χρειάζεται λίγος χρόνο έπειτα από την πρώτη φορά για να περάσει αυτή η άβολη αίσθηση που χτίζεται μετά από ένα καλό κλωτσίδι στ'αρχίδια. Θα μου πεις με τα χέρια στη μέση, «που ξέρεις πως είναι μία κλωτσιά στ' αρχίδια» Και θα απαντούσα έμπειρα, «έχω φάει πολλές κλωτσιές στην καρδιά» ΩΩΩΩΩ τι μου είπα!
Άνοιξε ένα χώρος κατά τ' άλλα σε ένα ιδανικό σημείο για το λάλαμπαϊ και μπαίνω σε σκέψεις. Να το κάνω τώρα; Να περιμένω να νιώσω ασφάλεια; Δεν είμαι πια μικρή και μόνη να μπορώ να τα τινάζω όλα στον αέρα για το όνειρο, αλλά από την άλλη αφού η συνταγή αυτή μόνο σε καλό μου έχει πάει, γιατί να σκεφτώ ώριμα και λογικά και βαρετά;
Χθες όπως κάναμε στο γήπεδο κάτι ασκήσεις, στο πάτωμα, είχε το ξύλο κάτι νερά που σχηματιζόταν ένα μικρό πρόσωπο. Ήθελα να πατήσω μία παύση στο έργο γύρω μου, να βρω ένα μολύβι να πάω να σχηματίσω καθαρά το πρόσωπο. Μετακινήθηκα λίγο γιατί τελειώσαμε την πιο λάθος στιγμή. Σηκώθηκαν όλες να πιούν νερό κι έχασα το πρόσωπο, έμεινα όσο μπορούσα να κλέψω χρόνο για να το βρω ξανά δίχως να φανώ παράξενη. Δεν τα πολυκαταφέρνω... Πως να εξηγήσεις πως υπάρχουν τριγύρω ένα σωρό θαυμαστές λεπτομέρειες; Πως να δει ένας κόσμος που τρέχει δίχως ανάσα, όλα τα μικρά που φωνάζουν τριγύρω; Χρειάζεται οξυγόνο η ζωή.
Κλείνω. Πάω απέναντι να πάρω την μπαλαρίνα. Είναι στη φάση φλέξ, πόϊντ και πλιέ. Στην εισαγωγή όλης της ζωής δηλαδή. Τέντωσε, δείξε, λύγισε, χόρεψε.




.gif)
.gif)
.gif)
.gif)