20250604
'Ενα σχεδόν δεύτερο καλοκαίρι
20250522
Η πλατεία του χωριού
20250515
Sarajevo
20250429
Το άηχο βαλς της αλυκής
Ο τόπος: Πλατεία Καρύτση. Βρίσκομαι εκεί που σημαίνει παράδεισος στην αρχαία περσική. Εδώ που κάθομαι είναι σα να ταξιδεύω με τρένο, πάνω σε τζαζοφανκό ράγες. Έξω τις τελευταίες ώρες, από χθες δηλαδή, έχει σηκωθεί αέρας τρομερός. Επιτέλους! Καλή καπετάνισσα είμαι και καλά τα τριμάρω τα πανιά και ταξιδεύω θαλασσιές ακόμα και σ' απανεμιές τα 'χουμε αυτά πολλάκις πει, αλλά, αν δεν φυσούσε αληθινά, οριακά τώρα θα πέθαινα. Καλά, όχι, αλλά δε θα ήθελα να καλοκαιρέψει προτού νιώσω αυτές τις σπιλιάδες στη θάλασσα έξω, να τιθασεύουν τις σπιλιάδες της θάλασσας μέσα μου.
Ο χρόνος: Ακαθόριστος. Ανύπαρκτος. Θα μετρήσω τον χρόνο σε χρήμα και θα καταθέσω πως πριν λίγο με σοδόμισε ο φόρος προστιθέμενης αξίας του τριμήνου. Θα μετρήσω το χρήμα σε χρόνο και θα πω πως μία σελήνη κι έξι χάδια πριν, χώρεσαν μέσα τους τρεις φάσεις, οι οποίες, -λυπάμαι μα δεν βρίσκω κανέναν λογοτεχνικό όρο να αποδώσει μαλακά κι αληθινά το επόμενο- μου «γάμησαν το στόμα». Έγραψα μονάχα σε χαρτί πράμα πολύ τον μήνα αυτόν, θησαυρό σπαρταριστό. Σ' ένα μαύρο μικιό σημειωματάριο ξεφόρτωσα πράγματα μεγάλα. Κι αφού έχω βουλώσει κάθε τρύπα μου αυτή τη στιγμή, σαν ένα παλιό καλόγουστο γυάλινο μπουκάλι, που κάποτε κουβάλαγε ρούμι, βούτηξα στον ωκεανό με τα γραμμένα μέσα μου, όχι για να με βρει κάποιος ναυαγός, να με διαβάζει κάποιο πένθιμο του φθινοπώρου δείλι, όχι για να με βρει κάποιο καράβι, να γράψουν οι ασυρματιστές του για μένα ποιήματα, βούτηξα για να δροσιστώ. Βούτηξα και καιγόμουν με μια σκέψη: στους πόσους βαθμούς, λιώνει η φωτιά το γυαλί; Κύριο μέλημα μου ήταν, να μην χαρίσω τίποτα άλλο πια. Γέννησα μέσα σ' ένα μήνα, υλικό μίας ολόκληρης ποιητικής συλλογής και εκατό νουβελών. Αχ οι νουβέλες, αυτά τα ενδιάμεσα θεριά, αρκετά πυκνά για να σε διαλύσουν, αρκετά σύντομα για να τ' αντέξεις σε μία γεμάτη νύχτα. Γιατί να μην χαρίσω με ρωτάς; Ας πούμε ότι είναι ο φόρος αυτός, επειδή σίγησες τη μουσική μου κι οι μούσες τώρα περιμένουν να βγάλουν άκρη με τις ασφαλιστικές σε μία καραμπόλα, αντί ν' απολαμβάνουν τη γιορτή. Σε τέτοια γραφειοκρατεία, πως να ανασάνει η ποίηση μωρέ;
Ο τρόπος: Köln Concert. Ο Κιθ Τζάρετ στις 24 Ιανουαρίου του 1975 κατάφερε από την αποτυχία να γεννήσει κάτι μυθικό. Μία νεαρή φοιτήτρια η Βέρα Μπράντες οργανώνει πρώτη φορά στη ζωή της ένα κονσέρτο. Λιγότεροι ατζέντηδες, περισσότερη τρέλα τότε, ο ήδη φτασμένος Κιθ δέχεται να παίξει. Φτάνει και βρίσκει ένα λάθος πιάνο. Κακοσυντηρημένο, μικρό, χωρίς όγκο στον ήχο. 'Αρρωστος κι άυπνος, βλέποντας το κακό πιάνο, αγριεύει και ζητάει να ακυρωθεί το live. Η Βέρα τον παρακαλεί σχεδόν στα γόνατα κι εκείνος εν τέλει δέχεται, αλλά ενημερώνει, να μην περιμένουν τίποτα σπουδαίο. Ξέρεις όμως πότε συμβαίνουν τα «μεγάλα»; Όταν δεν τα περιμένεις. Προσαρμόζεται λοιπόν στο άθλιο πιάνο, ανεβαίνει στα μεσαία και στα ψηλά γιατί τα μπάσα δεν ακούγονται, αλλάζει το στυλ του, παίζει μονότονα ριφάκια και κάνει κύκλους, για να καταφέρει να γεμίσει το τεράστιο Όπερα Χάους. Κι έτσι έπλασε το θαύμα.
Δεν ήταν κάτι προγραμματισμένο, ήταν ξέσπασμα, ήταν κάθαρση, επειδή εκείνη δε δέχτηκε το «όχι». Εκείνος αυτοσχεδίασε εξ' ολοκλήρου κι αντί για φιάσκο, άγγιξε τον ουρανό. Αν αφεθείς μέσα στην ασυμμετρία του, βρίσκεις τον μυστικό ρυθμό. Ένα ρολόι που σε πάει μόνο μπροστά. Βγαλμένο έτσι μέσα από την κόλαση, γίνεται ένας μουσικός παράδεισος, μία «σχολή» που μέχρι και σήμερα φωτίζει το πως να αυτοσχεδιάζεις με ψυχή κι όχι με εγωισμό. Έτσι το κονσέρτο της Κολωνίας θα μείνει ως το πιο διάσημο πιανιστικό live στην ιστορία της jazz, αλλά και ένα από τα καλύτερα σε πωλήσεις άλμπουμ όλων των εποχών. Τόσο ανεπιτήδευτο που σε ρουφάει. Σαν προσευχή δίχως λόγια.
Για εμένα -λυπάμαι μα δεν βρίσκω κανέναν λογοτεχνικό όρο να αποδώσει μαλακά κι αληθινά το επόμενο- η μεγαλύτερη καύλα είναι στους ασυναίσθητους ήχους που παράγει ο Κιθ καθώς παίζει. Μουρμουρητά κι αναστεναγμοί, όλα μη προσχεδιασμένα, αποτέλεσμα της βαθιάς συναισθηματικής του εμπλοκής με τη μουσική. Ο ίδιος είχε πει πως αυτές οι εκφράσεις, προέρχονται από το αίσθημα πληρότητας που βιώνει κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, μία φυσική αντίδραση στην ένταση της στιγμής. Το σημείο που σηκώνει όλους τους ανέμους μέσα μου; Μέρος πρώτο 6' 28", ακούγονται δεκαπέντε καθαροί χτύποι, σαν την καρδιά μου όταν πεθαίνει από έρωτα, που σκίζει το σώμα, βγαίνει από το στόμα κι αγγίζει τον ουρανό. Δεν είναι τύμπανο στ'αλήθεια, μήτε η καρδιά μου είναι. Ένα προβληματικό πεντάλ ήταν, μία αδυναμία, ένα ελάττωμα, που αντί να τον αποθαρρύνει, το χρησιμοποίησε δημιουργικά, δυναμικά στο έργο του.
Γιατί στα λέω όλα αυτά; Πως; Από το Caro Diario, που δεν έχω ακόμα δει, αλλά νιώθω πια μία ανάγκη επιτακτική, να το βρω και να το δω και κάπου μέσα, ξέρω πως θα ζω... Πως τα μπλέκω όλα η μάγισσα ξανά μανά κι από το tazza d' oro και τις τσαχπίνικες ερωτικές αγγελίες in italiano, γεμίζει άξαφνα ο κόσμος ολάκερος όντως με ιταλικά και σουρεαλισμό, μουσική, μποφόρια κι ιστορίες τρομερές.
Αγαπημένο μου ημερολόγιο/ caro diario,
Ballerina Cappuccina, mi mi mi mi. È la moglie di Cappuccino Assassino. E ama la musica, la la la la! La sua passione è il Ballerino Lololo.
Υ.Γ. Αν θα σου χαρίσω κάποτε ξανά έργο; Δεν ξέρω... Ό,τι νιώσω, ό,τι με αφήσει ο Σουν Τζου. Θα πω μονάχα πως στη σίγαση, ένιωσα για λίγο πως δεν ήθελα να ακουμπάω τις λέξεις. Σα να κοίταζα τη θάλασσα, μα δεν ήμουν μέσα ή πάνω σε αυτή. Ήμουν σε έναν βράχο κι αγνάντευα. Η μουσική μου είχε κλείσει. Ο κόσμος μου συνέχιζε να μυρίζει νεραντζιές, μα λίγο σα να κρύωνα. Στεκόμουν γυμνή. Ένιωθα ωστόσο γεμάτη, αληθινή, φωτεινή. Κι αναστέναζα.
Υ.Υ.Γ. Μία φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα τραγούδι γραμμένο σε χαρτί. Ήταν κλεισμένο μέσα σε έναν γυάλινο κόσμο με πολύ καλή αδιαβροχοποίηση. Να μοιάζε το γυαλί σαν το μπουκάλι ρούμι τάχα, που σου γράφω παραπάνω; Όχι, κόσμος άλλος ήταν θαρρώ. Φοβόταν τη θάλασσα εκείνο το τραγουδάκι κι είχε πιστέψει πως είχε ανάγκη τα στεγανά, να μην βραχεί και λερωθεί. Τρόμαξε, είπε και ποιος τάχα φόβος να του το δημιούργησε αυτό, δε μάθαμε ποτέ. Ίσως και ψέμα να 'ταν, που ξέρεις; Ωστόσο, τι θλίψη... Η πλημμύρα είχε ξεκινήσει από μέσα, από τα μέσα του. Ήταν κι αυτό θάλασσα βλέπεις κι ας το είχε ξεχάσει και πνίγηκε. Αργά, βουβά, τάφος υγρός, απολύτως στεγανός, κοινωνικά αποδεκτός. Η θάλασσα; Τρόμαξε επίσης, αν και το έκρυβε καλά. Μα ήταν τραγούδι κι αυτή κι ας το είχε ξεχάσει ξανά. Θυμήθηκε και σώθηκε έτσι, χορεύοντας βαλς στ' ανοιχτά!
20250306
Η ύστατη αντιστασιακή πράξη της πυγολαμπίδας του Λίχτενσταϊν κι άλλες προβοκατόρικες ιστορίες.
Θα ξεκινήσω το παραμύθι με μία σημαντική για την εξέλιξη της ιστορίας εξίσωση. Τα μαθηματικά είναι μία γλώσσα που δεν τη μιλούν πολλοί πραγματικά και βαθιά. Εγώ είμαι μία από αυτούς.
Κάποιοι πιστεύουν ότι γράφουν καλύτερα όταν είναι υπό την επήρεια κάποιας ουσίας. Γράφω καλύτερα όταν είμαι σε κατάσταση πλήρους διαύγειας. Νιώθω βέβαια να γράφω αρκετά καλά, όταν είμαι υπό την επήρεια της ουσίας του έρωτα, καθώς κι όταν πληγώνομαι από αυτόν. Αλλά σαν την ίση απόσταση από τις ταραχές δεν έχει. Ντρέπομαι τόσο γι' αυτό και λυπάμαι, μα τ' ομολογώ κι ας σου έλεγα προχθές πως δεν είμαι άνετα στη μέση... Εκτός αν η μέση μου είναι η ταραχή και στις άκρες είσαι εσύ;
Στην Ελλάδα, την χώρα που ζω αυτά τα χρόνια έχουμε μία καθαρά Δευτέρα. Αυτό σημαίνει πως οι υπόλοιπες 52 ή 51 Δευτέρες είναι βρώμικες. Έτσι εξηγούνται πολλά και δεν χρειάζεται περαιτέρω να αναλυθεί. Λούκουμα τριανταφυλλένια, περγαμοντένια και πικραμυγδαλένια θα σου φτιάξω, τις Δευτέρες σου ν' αλλάξω.
Ο παππούς ο Κάδρος κάποτε με δίδαξε σοφά το εξής: Να «ζυγίζεις» Ελενίτσα τους ανθρώπους, να βλέπεις αν υπάρχει αμοιβαιότητα στη διάθεση για συνεργασία σε πνευματικό και πρακτικό επίπεδο. Εμπιστοσύνη. Ακόμα κι αν δεν υπάρχει κατανόηση ως προς τους λόγους ή προσωπικό όφελος, αντιθέτως απαιτείται κάποιος κόπος από αυτούς, καλύτερα έτσι να ΄ναι κι έτσι θα «ζυγίζεις». Και το κάνω αυτό χρόνια πολλά. Καλή χρονιά.
Τα περισσότερα δόντια μου τα έχω πετάξει σε κεραμίδια. Με το πέταγμα έπρεπε να πω «Πάρε κουρούνα το παλιό και φέρε το καινούργιο, να ροκανίζω το κουκί, να τρώω το παξιμάδι». Πλέον έχω παιδί και από το παιδί έφυγε το δόντι. Στην προσπάθεια μου να κάνω τον κόσμο λίγο καλύτερο, προσέθεσα κάτι ακόμα. Να κρατήσω το παραμύθι, να αγκαλιάσω τη λογική, ταυτόχρονα και την πρόληψη «Πάρε κουρούνα το παλιό και φέρε το καινούργιο, να ροκανίζω το κουκί, να τρώω το παξιμάδι. Να κάνω νήμα οδοντικό, να το ΄χω για πολύ καιρό».
Που πάει όλο αυτό θα ήθελες να ξέρεις; Λιγούλι; Άκου λοιπόν, θα ήθελα να ξέρω πρώτα εγώ, αν κάπου μπορούσες να σταθείς και να φωλιάσεις, που θα ένιωθες καλύτερα; Να ήσουν μία ύστατη αντιστασιακή πράξη, μία πυγολαμπίδα, το Λίχτενσταϊν ή μία προβοκατόρικη ιστορία; Θέλω να ξέρω που μιλώ, δικαίωμά μου είναι και δικαίωμα δικό σου η σιωπή.
Ο Νταλάρας από την άλλη πρόσφατα μου εξομολογήθηκε ότι, νομίζει πως έχω επίπεδο, με μάλωσε που χτίζω γέφυρες στην άμμο και με συμβούλεψε σοφά κι αυτός να έχω πιστόλι στην τσάντα μου.
Κάπως έτσι, ενώ σιγά σιγά, μεθοδικά και ποιητικά ξεκαθαρίζω, εσύ νιώθεις πως έχω χαθεί στο πέλαο της ασυναρτησίας. Κάπως έτσι μπαίνει η άνοιξη κι άνοιξες κι άνοιξα πανιά νερατζωτά και μοσχομυροδένια, ονειρομπερδεμένα και ψυχοτυλιγμένα που λέει και η συνονόματη σε οκτάβες τόσο ψηλές, όσο το μπαϊράκι μου.
Πυγολαμπίδα ΄γω δεν είμαι. Αν ήμουν, θα ήμουν τουλάχιστον μία καλλιπυγολαμπίδα. Μία καλή καλλιπυγολαμπίδα. Το Λίχτενσταϊν δεν είμαι. Φορολογικός παράδεισος θα μπορούσε να ήμουν, φύση ναι, ανεξάρτητη κι αλύγιστη ανάμεσα στα θεριά ναι. Αλλά, όχι σήμερα. Η ύστατη αντιστασιακή πράξη, δεν είμαι. Ύστατη; Αλήθεια; Προβοκάτορας; Όχι τώρα. Ξέρεις τι είμαι; Αυτή που βλέπει. Αυτή που γράφει.
Θα κλείσω κάπου εδώ και θα μείνω να σκέφτομαι, θα σε αφήσω ν' αναρωτιέσαι, αν ήταν όλο το παραπάνω ένα ποδόλουτρο πολιτικής ή ερωτικής φύσης. Αν ποτέ καταλάβεις τι σημαίνουν οι λέξεις, να 'ρθεις να μου πεις. Ίσως να κάνω παρέα με κάποια κουρούνα εκείνη τη στιγμή και κάπου να με φέρνει, κάθε φορά που θα δαγκώνω, βαθιά να τους ματώνω.
20250226
Νερό κι αλάτι
Γεια σου Τάκη!
Είναι απογευματάκι.
Ερωτεύτηκα χθες...
Ένα γεωργιανό τραγουδάκι: კართან მოდგა შემოდგომა.
Νιώθω πολύ κουρασμένη.
Αγκυροβολημένη.
Αλλά δεν είναι απάγκιο και βράζει το νερό.
Και κοιτάω Τάκη τα σύννεφα ψηλά που τρέχουν κι αυτά.
Κατεβάζω το βλέμμα και στέκομαι τελικά απάνου σε γυαλί.
Αρχίζω να χορεύω.
Κι όπως τρελά χοροπηδώ,
ανέμελα σαν ένα μικιό...
Σπάει το γυαλί κομμάτια χίλια
και βυθίζομαι θαρρώ.
Τρέχω τώρα με τα σύννεφα κι εγώ,
χωρίς καρδιά.
Την έσπασα πάνω σε έναν θολό χορό,
ζώντας ρυθμικά.
Πάνω της πατούσα ξυπόλητη πιο πριν.
Τάχα να φταίει το κύμα το βουβό,
ή μήπως η φωτιά;
Νιώθω περισσότερο, πως φταίω εγώ ξανά.
Πια είναι βράδυ βαθύ.
Ξέρεις, όπου να 'ναι θα γίνω βροχή.
Θα χαθώ πάλι σε κάποιον χορό και θα γίνω από πνοή, νερό.
Και μη φοβάσαι, πάλι θα ερωτευτώ.
Ίσως κάποιο άλλο τραγουδάκι γεωργιανό...
Καρτάν μόντγκα σεμοντγκόμα...
Τρίζουν τα κόκαλα του Ιονέσκο καθώς μασουλάμε τη σούπα μας Ερνέστο.
Τη φτιάξαμε μ' αλάτι και νερό.
Τι λέτε μύγες;
Φύγετε από 'δω.
20250220
Οκούπα & κούπα
- Σκελετικό (skeletal)
- Μυϊκό (muscular)
- Νευρικό (nervous)
- Καρδιαγγειακό (cardiovascular)
- Κυκλοφορικό (circulatory)
- Αναπνευστικό (respiratory)
- Πεπτικό (digestive)
- Ουροποιητικό (urinary)
- Ενδοκρινικό (endocrine)
- Αναπαραγωγικό (reproductive)
- Λεμφικό (lymphatic)
- Καλυπτήριο (integumentary)
- Αισθητηριακό (sensory)
20250127
Η κοπάνα
20250112
Ελέησον και σώσον ημάς
Ξέρεις τι με έχει πιάσει τώρα ε; Αν ξέρεις πες μου... Πέφτει η θερμοκρασία διαβάζω μέσα στις επόμενες ώρες! Αυτό να έχω πάθει κι εγώ; Λες και προσπαθώ κάπως να ζεσταθώ για να ζήσω;
Αυτό με την έμπνευση είναι πράμα περίεργο. Πιο συγκεκριμένα με την παραγωγή έργου. Πες ότι το έχω εύκολο με την έμπνευση, κολυμπώ σ' αυτόν τον ωκεανό με χάρη και αν δώσω τη δέουσα προσοχή, στο μαύρο βλέπω χρώμα και στη σιωπή τις νότες όλες. Από μόνη μου να γεννήσω μπορώ, δίχως τη σπορά κανενός. Μα όταν με ενεργοποιήσει κάτι τόσο και περάσω στην παραγωγή έργου, είναι πράγμα άλλο. Μυστήριο πολύ. Εύκολο το 'χω να κινώ γη και ουρανό, αλλά να ρε παιδί μου, πέφτω από το απόλυτο στο απόλυτο και στη μέση δυσκολεύομαι να κρατηθώ δίχως λόγο, απλώς για τις «εμφανίσεις», απλώς για να κρατώ ζεστό το φαγητό, να βαστώ ανοιχτό κάποιο μικιό παραθύρι από φόβο, ή να πετάω «τυράκια» από εγωισμό. Έτσι κάπως, από το σαρωτικό, περνάω «στο πως το έκανα τώρα αυτό; Και πως θα το ξανακάνω; Οϊμέ, ποτέ δε θα ξανασυμβεί». Μα μετά, κάποτε συμβαίνει. Οι κύκλοι, άλλοτε μικροί κι άλλοτε μεγάλοι. Μα στη μέση δεν στεκόμουν άνετα ποτέ. Τώρα όμως...
Έχω ανοίξει δυσανάλογα πολλές φορές τούτη εδώ τη γραμμή, προσπαθώντας περισσότερο μάλλον, το «γιατί» να καταλάβω. Δε φυσάει αεράκι, δεν έχει έρθει ακόμα ο χιονιάς. Μα θέλω να σου πω, αν και το κρίνω α-σημαντικό, πως πήρα κι άλλο μέλι. Πήρα μέλι ερείκης και βρήκα μέλι ακακίας. Δοκίμασα μέλι καστανιάς και δε μου άρεσε. Μήτε της χαρουπιάς το μέλι μου άρεσε να ξέρεις, μήτε της ακακίας. Και τώρα που μέλι τάχα ψάχνω, ένα δρόμο πάνω από το μαγαζάκι μου, μαγαζάκι με μέλια άνοιξε! Κι είναι, έτσι είναι, πολλάκις στο ΄χω πει, ευχή μου και κατάρα, όπου θέλω να πάω να πηγαίνω κι έτσι ό,τι θέλω να συναντώ. Σε έχω προειδοποιήσει. Μα προσπαθώ να καταλάβω. Γιατί αφού το μέλι δε μου αρέσει τόσο, εγώ θα το κατακτήσω και θα το μάθω; Σαν τον καφέ. Γιατί να θέλω να σου πω τα μικρά μου νέα; Γιατί να θέλω... Γιατί για μέλι ποτέ δε μιλήσαμε. Το μέλι ακόμα δεν έχει καεί κι έτσι μπορώ γι' αυτό λεύτερα να μιλώ και να χορεύω.
Μπερδεμένα μας τα λες Ελενάκι.
Εν τω μεταξύ όπως σου είπα παραπάνω κι η απόλυτη ησυχία φταίει κι αυτή. Παίζουν τα put your head on my shoulder, τα kiss of fire, τα love is here to stay, τα we belong together, τα via con me και τα it's been a long, long time κι η φάση γίνεται ακόμα πιο ακραία περίεργη, αστεία και λίγο θλιβερή. Γιατί άντε, είμαι τόσο ρομαντική κι εντάξει, είμαι ζαβή. Γιατί μένω στα απάνεμα νερά μονάχη; Όλο αυτό το ενεργοποιεί το τίποτα. Θυσιάζεται! Από την άλλη, όλα μάταια δεν είναι;
Χρειαζόμουν από καιρό κι αυτό είναι κάτι που δε σβήνει επίσης, έναν φίλο δι' αλληλογραφίας. Να σκεφτώ τι άλλο χρειάζομαι... Χρειάζομαι να δημιουργήσω έργο. Και τσίφρι, τσίφρι, ωρύομαι μάλλον και τάχα δεν ξέρω πως φτάνω σε λίγο πάλι στο σημείο βρασμού. Και κάπου εδώ θα σου έλεγα πως χρειάζομαι κι άλλους γρίφους να λύσω, μα θα ήθελα κάποτε στη ζωή μου, οι γρίφοι να είναι μονάχα για παιγνίδι κι όχι άλλο για ζωή. Έστω ένα μικρό διαλειμματάκι ρε παιδί μου. Κι έπειτα ξέρεις τι θέλω; Δεν μπορώ να πω, γιατί εσύ τα λες κι έπειτα τα καις κι εγώ να τα χρησιμοποιήσω δεν μπορώ πια. Και τι καλά που θα ήταν όλα, να μπορώ να τα φωνάζω κι η σιωπή να μην ήταν άδεια, αλλά να φώναζε κι αυτή. Μα θα γυρίσω το κεφάλι μου από την αντίθετη πλευρά από αυτή που είσαι. Ας καταστραφεί ο κόσμος μία φορά για εμένα, μου αξίζει. Εγώ πολλά κατέστρεψα κι ακόμα περισσότερα έθρεψα, γιγάντωσα κι ενέπνευσα. Σειρά σου.
Ούτε θάλασσες θα ξαναπώ, ούτε έρωτες. Ούτε νιώθω, ούτε τολμώ. Ούτε γλώσσες κι αέρηδες θα αγγίξω. Ούτε το σώμα θα μάθω, ούτε παιγνίδια θα ζητώ. Θα διαβάζω τα βιβλία και θα πάψω να σκέφτομαι τις στιγμές που στην άκρη τα άφησα να γίνω χαζή για 'σενα. Θα διαβάζω τα βιβλία και θα πάψω να σκέφτομαι πως λένε για 'σενα και για 'μενα. Θα διαβάζω κι αν από πείσμα θέλω, δεν ξέρω... Μπουρδούκλωμα. Και γράφω σκουπίδια και νιώθω σκουπίδι. Μα λες τώρα, να μου αρέσει κι αυτό;
Να βρέχει ξεκίνησε κι ομπρέλα δεν κρατώ.


