20230302

Μάρtea να πιείς, να μη σε κάψει ο ήλιος

 Δύο, τρία, δύο, τρία σήμερα. Ο Ασάφ στα ηχεία λέει να το «να το αφήσεις ή να το αγαπήσεις». Μέσα στο δωμάτιο που μοιάζει με σπίτι, δύο νέοι σπάνε πράγματα με έναν λοστό. Οι μέρες είναι τέλειες για ν' αρχίσω να βγάζω βόλτα το ποδήλατό μου. Πρώτα ωστόσο πρέπει να φτιάξω ξανά το καλαθάκι. Έτσι λέω για να δικαιολογηθώ. Όχι τη σέλα. Όπου κι αν κάτσεις, άβολα θα είναι εν τέλει.

 Δαγκώνομαι να μην πω πράγματα που θέλω να πω. Σφίγγω τις γροθιές μου να μην κάνω τα πράγματα που το σώμα μου έχει μάθει αυτόματα να εκτελεί. Κοιτάω αλλού να μην απογυμνωθώ. Βάζω δυνατά τη μουσική να μην διαβαστούν οι σκέψεις μου. 

 Σταμάτησα να μαθαίνω να μιλάω σε γλώσσα ξένη, σταμάτησα και να τραγουδώ. Σταμάτησα να βλέπω τον κόσμο γύρω μου σα να τραβάω πλάνα. Στρίβω να κόψω δρόμο, ρισκάρω χωρίς ασφάλεια. 

 Αγόρασα μία νέα τσαγιέρα, την Ουρανία και τρεις νέες κούπες, μία ροζ, μία μαύρη και μία μπλε βαθύ του Αιγαίου. Στην παραπάνω παραφωνία έκρυψα μέρος της σύγχυσής μου. Η Συννεφούλα, είναι γκρι. 

 Ορίστε, θυμάσαι κάποια λεπτά πριν, που σου είπα πως είναι τέλειες μέρες για το ποδήλατο. Μόλις άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. 

 Δε μαγειρεύω συχνά, με πρόγραμμα, ζητώ κάποια συνεννόηση και ομαδικότητα ειδάλλως αισθάνομαι ό,τι υπηρετώ κι απογοητεύομαι. Όταν δεν αισθάνομαι έτσι, δημιουργώ τις πιο νόστιμες γεύσεις του κόσμου. 

 Οι νέοι έφυγαν... Ο Ασάφ τώρα τραγουδά την «άγκυρα». Νωρίτερα θυμήθηκα πόσο συμπαθώ τον Καββαδία καθώς άκουγα το «κούρο σίβο» και χάρηκα πολύ που τα μιλώ τα ναυτικά και έτσι τον κατανοώ. Μέρες τώρα προσπαθώ (όχι πολύ σκληρά) να αγοράσω το «μαραμπού».  Αντ' αυτού, ήπια ένα σφηνάκι μαλιμπού. 

 Το «αν ήσουν άγγελος» του Καζούλη και το «αν θυμηθείς το όνειρό μου» από τη Γιοβάννα έπαιζε πολύ συχνά από το ράδιο στο σπίτι. Μεγάλωσα με αυτά και κοιτώντας από το παράθυρο. Να δεις που αυτά φταίνε. Αυτά για τη βροχή, αυτά και για τη σύγχυση. 

 Διαβάζω αυτές τις ώρες λίγο από τη «λέσχη της αυπνίας», λίγο από το «Απρίλης: η ιστορία ενός έρωτα» και λίγο από «το κάλεσμα του Κθούλου». Κοιμάμαι λίγο. Ξυπνάω συχνά. Ακούω στα αυτιά μου ξανά τον «λύκο της στέπας» για να μου θυμίζω πως όλα τα κάνω σωστά. 

 Αγόρασα και λίγο πράσινο με τριαντάφυλλο από κάπου που κατά τ' άλλα είχα πει πως, δε θα δώσω ξανά άλλη ευκαιρία. Παρ' όλα αυτά, αυτή τη φορά με εξέπληξε. Το' χω τώρα δίπλα μου και καθώς η ώρα πέρασε, η βροχή δε φαίνεται να σταματά και ένα ζευγάρι πλέον σπάει πράγματα στο δίπλα δωμάτιο.

 Ήταν ένα βουβό, σύντομο, μουσικό ταξίδι, μέσα από τις λογοτεχνικές συμπληγάδες μίας άλλης εποχής. Ένα κατά τα άλλα αδιάφορο απόγιομα που έχω αποκοιμίσει την έμπνευσή μου και μαστιγώνω αλύπητα μέρος μεγάλο του εαυτού μου. 

 Ξέχασα να σου πω πως προκάλεσα και μία σύγχυση και στα μαλλιά μου. Στη μέση τους άλλαξα το χρώμα κι ύστερα το άλλαξα ξανά. Αφού είδα πως ίσως δεν είναι καλή περίοδος για γιγάντιές αλλαγές, πήγα και χάραξα στο σώμα μου λάθη και σωστά ανεξίτηλα, αιώνια. Λάθη κι έρωτα. 

 Γεια. 




20230214

Ανοιχτές πληγές

 Είναι πολύ καλή ιδέα να μπορείς να βρεις τρόπο να εκφράζεσαι κάπου, κάπως να ξαλαφρώνεις, να αφήνεις ίχνη για όποιον θέλει να βρει, να αφήνεις ιστορία, να αφήνεις τροφή και χρώμα. Είναι συγχρόνως πολύ κακή ιδέα γιατί συχνά, δηλαδή τις περισσότερες φορές, αυτό δεν είναι αρκετό. Ίσως επειδή δεν έφυγε εντελώς από μέσα σου, ή μήπως επειδή κανείς δεν έψαξε τα ίχνη ή γιατί έβρεξε κι αυτά σβήστηκαν, γιατί ποιος χέστηκε για την ιστορία και γιατί αρκετοί πλέον είναι δυσανεκτικοί στη λακτόζη, στη γλουτένη, στη ζωή, στο ξαφνικό, στο βαρύ, στο αυθόρμητο, στην ένταση, στην πολυχρωμία, μα και στην ακραία γοητεία του γκρίζου, της σιωπής και του μυστηρίου. 
 Θαυμάζω πολύ λοιπόν τους δημιουργικούς, εκφραστικούς ανθρώπους. Αυτούς που ακόμα και τ' απλά θα στα δώσουν λίγο πιο έντεχνα. Τρελαίνομαι για τους ανθρώπους που καταφέρνουν και ταΐζουν τα πάθη τους. Όσο ακατανόητα και διαφορετικά κι αν μου φαίνονται, αυτοί που θρέφουν κάτι που θρέφει την ψυχή τους, είναι το λιγότερο ξεχωριστοί. Η ξεχωριστότητα αγαπητοί είναι το ζητούμενο, είναι το θαύμα. 
 Νιώθω ότι η αυθεντική ξεχωριστότητα σπανίζει ωστόσο. Παρά τα νέα εγχειρίδια και βίβλους, οι άνθρωποι έχουμε τόσο βαθιά ριζωμένο τον φόβο, που τόσο η επιδίωξη του να ξεφύγεις από τις αγέλες, όσο και το μη ξινίζεις όταν βλέπεις κάποιον «νικητή» είναι κάτι που κοιμάται βαθιά. 
 Στο προκείμενο τώρα, ανίχνευσα κάτι υπέροχο. Το τσέκαρα πολλές φορές και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας γιατί φυσάει ελπίδα για τη διάσωση του πλανήτη. Κατάλαβα ότι ακόμα και τα πιο φοβισμένα ρομπότ μπορούν να πέσουν σε ένα σφάλμα. Μπορούν να χαμογελάσουν! Όχι τα βεβιασμένα κοινωνικά χαμόγελα. Συνάντησα πρόσφατα μερικά χαμόγελα που φτύσανε την ψυχή τους στον αέρα. Καθώς οι υπεύθυνοι μύες ακούσια συσπάστηκαν, δε δίστασαν ν' αποκαλύψουν τα μύχια. Χαμόγελο από αυτό που το λευκό των δοντιών φάνηκε τόσο πολύ, ώστε να αναγκαστώ να φορέσω τα γυαλιά ηλίου μου. Τα χείλη τραβήχταν τόσο πολύ, που χάλασαν την ισορροπία των πραγμάτων, επηρεάστηκε η περιστροφή της γης και απότομα αυξήθηκε η θερμοκρασία στον πυρήνα μας, οπότε το αίμα μου έβρασε και έτρεξε στην καρδιά μου. Λιώσαν κάποιοι πάγοι. Λίγοι. 
 Δεν είναι τρομερό όταν καταφέρνετε να κάνετε κάποιον να χαμογελάσει με την καρδιά του; Δεν είναι τρομερό που κάποιος μπόρεσε και σας προκάλεσε αυτό το ξεχασμένο χαμόγελο; Δεν είναι σπουδαίο το πως το σώμα μας αγνοεί την κοινωνία, αγνοεί τους κανόνες; Σας έχει τύχει ποτέ να ανατριχιάσετε ακούσια, όχι μονάχα μία φορά, μα πολλές, τουλάχιστον πάνω από δώδεκα κι όλες να έχουν προκληθεί από το ίδιο ερέθισμα. Όχι τυχαία. Σας έχει τύχει να προσπαθήσετε να κλέψετε όσο περισσότερο αέρα από τη μυρωδιά κάποιου. Να κλέψετε όσες περισσότερες στιγμές, εικόνες, κουβέντες; 
 Είναι πολύ καλή ιδέα να εκφράζεσαι. Είναι συγχρόνως και πολύ κακή. Είναι ο έρωτας. Νίκη και ήττα ταυτόχρονα. Δημιουργία και καταστροφή. Ξεχωριστό και απολύτως ίδιο. Να χαμογελάτε συχνότερα να καταστρέφετε την ισορροπία λοιπόν, να γέρνει η τραμπάλα σε δημιουργικές, ξεχωριστές νίκες. Να ξεκινήσει κάπως έτσι το ταξίδι, από τα χείλη, μόλις αυτά ακουμπήσουν το ένα το άλλο για πρώτη φορά και να βυθιστούμε αργά ή γρήγορα στο πέλαγος της σκοτεινιάς. Εκεί πάλι να χαμογελάτε όπως θα βουλιάζουμε σε καταστροφικές, κοινότοπες ήττες. Κάπου στον πάτο, μην ξεχάσετε να χαμογελάσετε για ακόμα μία φορά, καθώς θα ανάβουμε φωτιές στη θάλασσα, με τις καταστροφικές μας νίκες, τις δημιουργικές ήττες και τις ξεχωριστές κλισεδούρες. 
 Στα τριάντα αποφασίζω πως έτσι μοιάζεις. Άστα λουέγο αμίγο. Άστα να πάνε. 





 

20230127

Ισχυροί πλευρικοί άνεμοι εντός, νηνεμία εκτός

 Στον αυτόματο, σε έναν περίεργο αυτόματο που διαρκώς το λογισμικό του καταρρέει. Είμαι μεσημέρι και η ώρα μου είναι τάκα τάκα τακ. Σκεπτόμενη ποια σαλάτα θα φάω και ποιον χυμό θα πάρω κατέληξα να πίνω ένα κοκτέιλ, που δεν μου αρέσει και το αλκοόλ. Ομοίως πάει όλη αυτή η περίοδος. Γύρισα από το σιντριβάνι λίγες μέρες πριν και έκλεψα κάμποσα νομίσματα. 

 Πλέον είναι πολύ δύσκολο να κλέβεις ευχές αφού έχει ένα σωρό baci τριγύρω. Τρομερά σοκολατάκια, παίζουν στα ίσα τα φερέρο και το γεγονός ότι έχουν και τα χαρτάκια μέσα σαν φόρτσουν κούκιζ τα κάνει ίσως να κερδάνε. Παρ' όλα αυτά πήρα τις ευχές σας. Μία μέρα επέπλεε κι ένα μικρό μπουκαλάκι με ένα μήνυμα μέσα. Από ένα ερωτευμένο ζευγάρι, τάχα. Το πήρα κι αυτό. Πήρα κι ένα δαχτυλίδι που βρήκα εκεί κοντά, χαμένο. Έχει πάνω φτερά κι αφού η Ρώμη μου το υπενθύμισε, εγώ να τ' αρνηθώ; Κι αφού τα πήρα όλα και περπάτησα απόσταση ίση περίπου με δύο και μισούς μαραθωνίους, γύρισα χωρίς να έχει αδειάσει το μυαλό μου. Χωρίς να έχω διαβάσει τα βιβλία μου και χωρίς να έχω απαθανατίσει σκέψεις ή εικόνες. 

 Αφότου γύρισα αισθάνομαι μία τρομερή εξάντληση. Σκέφτομαι να παρατήσω τα ρωσικά, βασικά νομίζω το έκανα ήδη. Ακόμα και τα πιο απλά και μικρά μου εσωτερικά κίνητρα νιώθω πως τα έχει σκεπάσει ένας μαρασμός. Κι ενώ υπό την κανονική ροή του προγράμματος θα πέταγα μακριά το πάπλωμα, θα τεντωνόμουν και θα σκαρφιζόμουν μία κάποια νέα τρομερή ιδέα ζωής, τώρα νιώθω απλώς ότι θέλω να πιώ μόνη το τάκα τάκα τακ, μεσημέρι, στο κέντρο της πόλης, υψώνοντας νοερά το ποτήρι στο άδειο μπαρ «εις στον μαρασμό». 

 Μα γιατί οι άνθρωποι δε σκέφτονται ποιητικά; Γιατί δυσκολεύομαι τόσο πολύ να το παραδεχτώ; Τα φτερά στο δαχτυλίδι τάχα να ΄ναι του έρωτα ή της ελευθερίας; Για μισό λεπτό... Όχι κανένα λεπτό πια. Άσε με να βυθιστώ μέχρι να με βρει λίγο ο ήλιος, να με χτυπήσει στη μούρη και να μη με αφήσει το άστρο αυτό αλλού να κοιτάξω. Άσε με να νυστάξω από τη ζέστη και το φως του, να αισθανθώ ηρεμία και ασφάλεια να κλείσω τα μάτια μου. Πρόσεχέ με για όσο θα ταξιδεύω στην ονειροχώρα μπας και βρω εκεί τις απαντήσεις κι έπειτα όταν μονάχη μου αποφασίσω να ξυπνήσω, πάρε με επιτέλους μία αγκαλιά και βάλε μου τροφή και κάτι να ξεδιψάσω. Ταλαιπωρήθηκα πολύ. 


Υ.Γ. Γνώρισα έναν ροφό. Θα ήθελα να πάω να τον ξαναδώ. Θα ήθελα να περάσω αρκετή ώρα μέσα σε ένα ενυδρείο. Όχι μέσα μέσα. Έξω, μέσα. 

  




20230113

Τ' άπλυτα

 Καλή χρονιά. Είμαι ένα κάθαρμα. Είμαι πολύ καλό παιδί δηλαδή και ήμουν ακόμα περισσότερο, αλλά αυτό που πλέον νιώθω είναι πως, αν δεν είσαι έτοιμος να προστατέψεις πρώτα απ' όλους τον εαυτό σου, δεν επιβιώνεις, ή μαθαίνεις να ζεις με τις πολλές τις τρύπες που σου κάνουν στο σκαρί σου. Πέρασα χρόνια πιστεύοντας ότι θα φτιάξω έναν καλύτερο κόσμο για όλους, ζώντας όσο πιο σωστά μπορώ, όχι μόνο για το δικό μου «σωστό», αλλά για το κοινό «σωστό και καλό». Παπάρια. Σε ό,τι ήμουν πιο σωστή, αυτό μου άνοιγε και τη μεγαλύτερη τρύπα. Άλλαξα λοιπόν, έμαθα σκληρά πως να επισκευάζω τρύπες και ξεκίνησα να εγκαταλείπω την ιδέα ενός καλύτερου για όλους κόσμου. Άρχιζα να φτιάχνω έναν καλύτερο κόσμο για εμένα, δημιουργώντας περιπέτειες και παραμύθια, προσπαθώντας να προκαλέσω όσο λιγότερη ζημιά μπορώ. Αποφάσισα από το να είμαι ασταμάτητα σωστή, να φεύγω μακριά απ' ό,τι είναι έτοιμο να μου ανοίξει τρύπα.

 Έπειτα, άρχισα να βάζω παντζάρι στον χυμό. Πολύ θα ήθελα ένα αποχυμωτή που να μην έχει τόση βαβούρα στο καθάρισμα. Αλλά αγόρασα ένα μπλέντερ. 

 Φεύγω. Πάω επιτέλους στο σιντριβάνι. Πρέπει να αποφασίσω τι πραγματικά συμβαίνει όταν αλλάζω την ιστορία κάποιας ευχής. Όταν την κλέβω. Αυτή τη φορά θα έχω πραγματικά πολύ χρόνο να γίνει η δουλειά σωστά. Όχι σαν τις προηγούμενες. Τις άλλες, μία χιόνιζε, μία χιόνιζα και συνέχεια έτρεχα. Τώρα, με κάθε ηρεμία θα κάνω το αγαπημένο μου. Θα παρατηρήσω, θα ξεδιψάσω και θα αλλάξω τα παραμύθια. Βαθιά μέσα μου έχω κοιμίσει την ιδέα, πως αν επέμβω, αν βάλω το χέρι μου κι απαλλάξω το νόμισμα από τον πνιγμό, θα φτιάξω έναν καλύτερο κόσμο. Αν σπάσεις μια τετριμμένη ιστορία, αν αυτό που θα έπρεπε να γίνει, κάποιος το αλλάξει, κάποιος μαγέψει το «πρέπει», τότε ίσως πραγματικά γίνει αυτό που θα ήθελαν όλοι να έχει συμβεί. Θέλω- Πρέπει 1-0. Το νόμισμα και κατ' έπεκταση οι εύχες και η ιστορία που κουβαλάει, είχαν την τύχη ή την ατυχία να συναντηθούμε. Άσε με να σκεφτώ πως συνεχίζεται αυτό...

 Εις το επανιδείν! 

Υ.Γ. Μην ξεχάσεις να βάλεις παντζάρι στον χυμό σου την επόμενη φορά. Τέτοιο χρώμα παίρνουν τα μάγουλά μου όταν ντρέπομαι. Παντζαρί. Σπάνιο, αλλά μπορεί να συμβεί.




20221229

Αυγά μάτια

 Έναν χρόνο πριν, βαθιά βυθισμένη στην roman à clef ημερολογιακή φάση, έγραφα για γιασεμία και συγκρούσεις. Δεν έχουν αλλάξει πολλά μέσα σε αυτό τον χρόνο. Πάλι μυρίζει ο τόπος γιασεμί και μπαρούτι. Είναι πιθανότατα τα τελευταία λόγια αυτού του χρόνου αυτά. Κάπως έτσι, χρόνο με το χρόνο, σύγκρουση με τη σύγκρουση η ιστορία αυτή κλείνει δέκα χρόνια! 

 Δέκα χρόνια που οι βουτιές στη θάλασσα του τίποτα κάνουν με το αλάτι της τα μαλλιά μου μπούκλες. Οι μπούκλες της ανεμελιάς. Μη ζηλέψεις πως τάχα σε αυτή τη θάλασσα δε φυσάει κανένας άνεμος και ο ήλιος της ευτυχίας τη χαιδεύει απαλά. Η θάλασσα της ανεμελιάς δε γνωρίζει από νηνεμία. Η ανεμελιά δε φωτίζεται μόνο από ευτυχία. Η ανεμελιά έρχεται επειδή γνωρίζω πως να τριμάρω τα πανιά και ξέρω που και πως να ρίξω το φως. Έχω ματώσει γι' αυτό, το έχω κατακτήσει αυτό. 

 Φεύγω, μα θα επανέλθω. Πρέπει να το γιορτάσουμε όλο αυτό. 



Υ.Γ. Φοίβε & Φακή, Φακή & Φοίβε, να μάθετε τα πανιά και τα φώτα, τις θάλασσες και τη μουσική, τις μυρωδιές και τις γεύσεις, την παύση και τον χορό. Να γεμίζει η καρδιά σας και να αδειάζει, ξανά και ξανά. Να σκαρώνετε παραμύθια και με αυτά να χρωματίζετε τον κόσμο. Να αντέχετε τις αλήθειες κι έπειτα να θυμάστε πως η αλήθεια και η πραγματικότητα, το λάθος και το σωστό, στ' αλήθεια, στα πραγματικά, δεν υπάρχουν. Πάντα όμως με καλοσύνη και σεβασμό. Να ταξιδέψετε. Να ταξιδέψετε στη γνώση, στον κόσμο, στα σώματα, στα δάκρυα και τις χαρές. Να παρατηρείτε και να ακούτε, μικρή σημασία έχει το να μιλάτε. Μα να μην πάψετε ποτέ να αναζητείτε αυτούς που σαν τους μιλάτε θα μαγεύονται και θα κατανοούν το λόγο σας. Να είστε κοντά σε ανθρώπους που μπορείτε να περπατάτε μαζί για ώρες, που μπορείτε να απολαμβάνετε μαζί τους τη σιωπή. Ανθρώπους που σας θαυμάζουν και τους θαυμάζετε. Ανθρώπους που σας δίνουν κίνητρο, θα σας «ψηλώνουν» και δε θα ξεχάσουν ποτέ ποτέ πως να είναι παιδιά. Μην ξεχάσετε ποτέ το παιδί μέσα σας, μη σταματήσετε ποτέ να παίζετε, να λερώνεστε. Μη βιαστείτε να φύγετε μακριά από το δύσκολο. Να φεύγετε όμως τρέχοντας όταν αντιληφθείτε ότι σε ένα δωμάτιο, εσείς είστε οι πιο «έξυπνοι». Να θυμάστε πως όλα είναι στο μυαλό και τίποτα δεν μπορεί να το ξεγελάσει αν εσείς δεν το επιτρέψετε, τίποτα εκτός από τον έρωτα. Μην τρομάξετε ποτέ για το πως νιώθετε. Να νιώθετε. Αυτά τα λίγα για το 2022, θα επανέλθω αγαπημένα μου. 



20221219

Πάγος κι ατμός

 Μισή ώρα! Έχω μισή ώρα! Πάρκαρα κάπως πολύ παράνομα και δεν το συνηθίζω αυτό. Πήρα το βρωμότσαγο κι ανέβηκα στον πάνω όροφο όπου σχεδόν όλοι είναι μόνοι και διαβάζουν ή δουλεύουν. Βρήκα μία άκρη στον καναπέ δίπλα στο δέντρο. Κάθομαι οκλαδόν και παίζει τζαζ. Τι ήταν αυτό που έπρεπε να σου γράψω, τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό; Το φως του φεγγαριού ξεκίνησε από σήμερα να ταξιδεύει τον κόσμο. Θα πω ξανά και ξανά τι κρίμα να μην συναντάς τους κατάλληλους ανθρώπους, που έχουν κοινή οπτική και αισθητική σωστά στον χρόνο. Τι κρίμα να μην τους συναντάς καθόλου. Τι κρίμα κάποια πράγματα να υπάρχουν, να ήταν πάντα εκεί αλλά να γίνονται ευρέως γνωστά και θαυμαστά όταν κάποιος «μεγάλος» τα φωτίσει. 

 Από το δωμάτιο ακουγόταν στη διαπασών το φως του φεγγαριού. Άνοιξα την πόρτα και η Φακή με ρώτησε τι ήταν αυτή η μουσική. 

_Δε θυμάσαι; 

_Αα ναι μαμά, θυμάμαι.

_Τι σου θυμίζει αυτή η μουσική; 

_Την αγάπη. Την αγάπη μου για εσένα. 

  

 Αυτό το κορίτσι μοιάζει να τα ξέρει όλα κι ας μην ξέρει τίποτα. Σαν τη μαμά του.  

 Λίγες στιγμές νωρίτερα σκεφτόμουν πως θα περιέγραφα το ιδανικό μα άβολο συναίσθημα σαν το νερό που προετοιμάζεις για το τσάι σου. Θα μιλήσουμε για earl grey τώρα. Για 100άρι, για βρασμό, για μαύρο. Ξεκινάς και είναι μία ιεροτελεστία, μία χορογραφία. Στην αρχή είναι παγωμένο. Θερμαίνεται. Αρχίζει και υπάρχει μία βαβούρα η οποία διαρκώς και μεγαλώνει. Φουσκάλες ανεβαίνουν, μουγκρίζει. Υπάρχει ένα σημείο που ψευδώς μπορεί να δώσει την αίσθηση πως έφτασες στο τέρμα. Υπάρχει και το σημείο που έφτασε στους εκατό. Που βράζει. Που χάνει τον έλεγχο και γίνεται πόλεμος. Αλλάζει μορφή. Γίνεται αέρας και φεύγει. Λιγοστεύει. Στερεύει. Έζησε όμως όλο αυτό κι είναι μαγεία ό,τι κι αν μου λες. 

 Κάπου μετά τους εβδομήντα και αρκετά πριν τους εκατό, λέω ότι είναι το υπέροχο. Κάπου ανάμεσα στο πράσινο και στο ουλόνγκ. Αν πέσει από τους εβδομήντα, χάνεται το ενδιαφέρον. Χάνονται τα βάσανα, οι σκέψεις. Παγώνει, πέφτει σε θερμοκρασία δωματίου. Θερμοκρασία δωματίου... Τι πιο γενικό και άοσμο. Πως κάποιος έκανε ένα όλα τα δωμάτια κι όλες τις ιστορίες τους για να αποφασίσει μία συγκεκριμένη θερμοκρασία για όλα τα χρώματα; Αδιάφορο. Αν πάλι πλησιάσει τον βρασμό, ξεκίνησε η αρχή του τέλους. Ξεκίνησε να στερεύει. 

 Θέλω να είμαι πάντα πάνω από τους εβδομήντα. Αν παγώσω, χάνομαι. Θέλω να προσπαθώ να φτάσω. Θέλω να αγγίξω ίσα που, προτού ανοίξω την πόρτα του τέλους. Κι ύστερα πάλι να κατέβω, να πάρω δύο ανάσες, μέσα στη βαβούρα, το άβολο, το ζωντανό... και ξανά. 

20221124

Ωδή στ' αστέρια που έσβησαν για να ξημερώσει

 Βασανίζονται οι άνθρωποι να βρουν που να σταθούν. Δεν είναι σίγουροι αν ερωτεύτηκαν ή αν έφτασαν σχεδόν σαράντα και δεν γνώρισαν ακόμα τον έρωτα που λέει και το τραγουδάκι. Δεν είναι σίγουροι αν έζησαν έναν μεγάλο, σπουδαίο έρωτα, ή πολλούς, είτε σπουδαίους, είτε μικρούς. Αν ήταν μικρής ή μεγάλης έντασης τα όσα αισθάνθηκαν. Σύντομου ή μακρύ χρόνου. Αν ανατρίχιασαν, αν μαγεύτηκαν από μία μυρωδιά, αν με το βλέμμα τους μέσα στο πλήθος αναζητούσαν τον πόθο τους, αν το σώμα και οι κινήσεις τους προδώσαν τις καρδιές τους, αν κατέβασαν τα μάθια χαμηλά από αμηχανία ή κάρφωσαν τα μάτια αντίκρυ τους χωρίς να τους νοιάζει τίποτα άλλο. Φωτιά παντού. Αν χάλασαν πολλές ώρες που σκέφτονταν ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο μόνο του ή πολλά μαζί. Αν έπρεπε ή όχι να έχουν μιλήσει, κάπως να το έχουν δείξει. Αν έπρεπε να το έχουν μαρτυρήσει, έστω στον ίδιο τους τον εαυτό.

 Παλεύω από παιδί να είμαι σκληρή. Να φαίνομαι σκληρή. Μα βουτάω την καρδιά μου κάθε μέρα στο μοσχοβολητό πέλαγος του ρομαντισμού κι ας φοράω τάχα ρούχα με στάμπες κυνικές. Εγώ κι ο έρωτας; Πόσο θα ήθελα να μπορώ να σου πω. Δεν μπορώ. Πνίγομαι. Πνίγομαι σιωπηλά από τα ίδια μου τα ρούχα, στην ίδια μου τη θάλασσα. Πεθαίνω από τη δίψα κι ας υπάρχει γύρω τόσο νερό. Με μαλώνω για να μπορώ να κρατήσω κρυμμένα τα όσα ένιωσα. Να μην τα γράφω, να μην τα τραγουδώ, να μην τα σκαρώνω σε παραμύθια, ώστε κανείς τάχα να μην τα φτάσει κι ας ελπίζω βαθιά πως υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που βλέπουν έτσι τον κόσμο και πως κάποτε θα απαντηθούμε. Βασανίζομαι κι εγώ κι ας ξέρω καλά που στέκομαι. 

 Όλο θέλω να σου πω πράματα καινούργια. Θέλω να σου πω τα νέα μου, τα μικρά και τα μεγάλα μου νέα. Που έφτασα και που θέλω να πάω. Όλο τα ίδια όμως σου λέω κι έχω αρχίσει ν 'αναρωτιέμαι μην τάχα είναι αυτό το νόημα. Αυτό το μπλέξιμο, αυτοί οι δυνατοί παλμοί. Αν ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, αυτό που υπάρχει είναι ο Έρωτας κι αν παρά τις προσπάθειες να τον κάνουμε να πάψει, να γίνει μικρός, είναι το θεριό αυτό τόσο δυνατό το άτιμο, που τίποτα δεν το παύει, τίποτα δεν το μικραίνει, μήτε η αρχή και το τέλος, μήτε η ζωή και ο θάνατος. Μήτε τα νέα μας, μικρά ή μεγάλα.

 Καταλήγω έτσι από πάντα, να σου γράφω το ίδιο, με λόγια διαφορετικά κάθε φορά. Σκέφτομαι πως δεν κατάφερα καλά να αποκρύψω τα μύχια και πως αν κάποιος δώσει σημασία, πολύ εύκολα μπορεί να καταλάβει που, ποιος, πότε και γιατί. Δεν κατάφερα να σβήσω το ένστικτο, το πηγαίο, το μαγικό, το αλλόκοτο, τη δίψα. Δεν κατάφερα να κρυφτώ από τον Έρωτα. Εσύ, τα κατάφερες; Κατάφερες μήπως να βρεθείς κοντά σε ανθρώπους που μιλάτε την ίδια γλώσσα; Ή έστω έκαναν προσπάθεια να καταλάβουν το άγνωστο; Είδαν μέσα από τα μάτια σου; Έδωσε ποτέ κάποιος σημασία; Με αυτά τα τελευταία δεν τα έχω καταφέρει καλά. Σε αυτά τα τελευταία ελπίζω. 

 Δεν κατάφερα να κρυφτώ, μα αύριο θα σας πω τα νέα μου. Θα φανώ σκληρή. Θα κοιτάζω αλλού. Θα προσπαθήσω να είμαι άοσμη, αόρατη, αθόρυβη. Θα ακούσω τα νέα σας. Αύριο θα σταματήσω να ελπίζω στον κόσμο σου. Αύριο θα κρυφτώ. Θα τα καταφέρω. Θα κλείσω τους δρόμους για τον κόσμο μου. Στάσου λίγο. Τι μεγάλο ψέμα... 



20221026

Γκαντάκ ντε μπουκαταρίε

 Αγόρασα ένα προϊόν για τα χείλη: Νερό για τα χείλη με χρώμα που διαρκεί για 300 φιλιά, είναι το όνομά του. Δυστυχώς δεν λαμβάνω τον αριθμό των φιλιών που θα ήθελα για να μπορέσω να επιβεβαιώσω ή να καταρρίψω αυτό τον ισχυρισμό και το αφήνω αυτό εδώ, να υπάρχει ως μία υπενθύμιση. Κατά τ' άλλα, τι τρομερός τρόπος να μετράς κάτι.

_Πόσο διαρκεί αυτό το νοτούρνο;
_ Όσο 33 φιλιά.

_Πόσο κράτησε η αγάπη σας; 
_Περίπου 1.000.000 φιλιά

_Σε πόσο καιρό αλλάζει ο χρόνος; 
_ Σε 2999 φιλιά... Αργεί

_Σε πόση ώρα θα είναι έτοιμο το φαγητό;
_ Σε 18 φιλιά.

_Τι θες για να είσαι ευτυχισμένη;
_Ένα φιλί

 Ναι...Σε άλλα νέα λατρεύω τον τελευταίο καιρό να λέω «ο πόλεμος έχει ήδη ξεκινήσει από την Καλλιθέα». Είναι μία φράση κλειδί, ώστε να μπορώ να δώσω κάποια βάσιμη δικαιολογία σχετικά με τις επιλογές μου. Αυτό που απολαμβάνω ακόμα περισσότερο από τη φωνή μου την ώρα που εκστομίζω αυτές τις λέξεις, είναι η απορία που δημιουργείται στα πρόσωπα των άλλων. Μία απορία που αντί να φροντίζω να λύνω, την δένω ολοένα και πιο πολύ, φιόγκο. Δε βαριέσαι. Προτεραιότητα έχουν αυτοί που θέλουν να βγουν, να αποβιβαστούν. Ακούω ακόμα τη φωνή της μάνας μου που μου φώναζε στις στάσεις «Πρώτα βγαίνουν κι έπειτα μπαίνουμε». Συνήθως τη σέβομαι αυτή τη συνθήκη. Συνήθως. Φαντάζομαι αν ήταν θέμα επιβίωσης δε θα με ενδιέφερε και πολύ το σαβουάρ βίβρ. Η πείνα, η δίψα, σε θολώνει. Ζήτω ο έρωτας, κάτω ο Ζαμπούνης. Οπότε δε γαμιέται. Προτεραιότητα έχουν οι έφιπποι, που είπαν και οι Θεοδωρόπουλος Μαθιουδάκης. 
 Σε λίγο θα ξεκινήσει ο Νοέμβρης μου. Δεν ξημερώνει μαύρη αυγή τις Πέμπτες και το Κατερινάκι τις Δευτέρες, στέλνει γράμματα από την ομιχλώδη όχθη στον καλό της, ακόμα. Τις υπόλοιπες μέρες άλογα παντού, με αναβάτες, άλογα και καλάμια. Πινακίδες: «Παρακαλώ για λόγους υγιεινής μην ουρείτε μέσα στο ασανσέρ» ολόγυρα στα λιβάδια. 
 Γιατί σου τα λέω πάλι όλα αυτά; Πες την αλήθεια. Αυτή δεν είναι η πιο μεγάλη απορία σου; Ξέρεις γιατί στα λέω; Έχεις ακούσει που η λέξη «μπανάνα» είναι σε πάρα πολλές γλώσσες περίπου ίδια. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, νερό μπορεί να μην καταφέρεις να πιείς σε αυτή τη Βαβέλ που ζούμε, αλλά μία μπανάνα ρε παιδί μου θα καταφέρεις να την φας. Μάλιστα, αν έχεις μία μπανάνα, αν το καλοσκεφτείς, ένα σωρό ευκαιρίες μπορούν να σου παρουσιαστούν, μπορείς να τις δημιουργήσεις ο ίδιος δηλαδή. Το ίδιο συμβαίνει και με τον ανανά. Όχι τόσο πολύ όσο η μπανάνα, αλλά θα τον φας πιθανότατα και τον ανανά σου. Αν είσαι και φιλοευρωπαίος στο θεματάκι «ταξίδια» τότε εύγε, θα τραφείς σχεδόν σίγουρα. Ξέρεις όμως κάτι, ίσως εντελώς άχρηστο για την υπόλοιπη ζωή σου; Η λέξη «κατσαρίδα» σχεδόν σε όλες τις χώρες διαφέρει. Δε θα σου πω τι και πως, έχει πραγματικά ενδιαφέρον, ένα απόγευμα να βάλεις τα καλύτερα του Σοπέν να παίζουν για να δημιουργήσεις ατμόσφαιρα και να κάνεις τρόπον τινά ένα παγκόσμιο ταξίδι, να ακούσεις το «κατσαρίδα» σε όλες τις γλώσσες. Μέχρι που θα έρθει η στιγμή. Θα φτάσεις Ρουμανία. Εκεί θα τα δεις όλα. Θα καταλάβεις ότι μέχρι να προλάβεις να περιγράψεις αυτό που βλέπεις, όλα θα είναι πια αργά. Όπως πάντα άλλωστε, ε; 

 
Υ.Γ. «Να τους τρελάνεις κι αν μπορέσουν να σε ρίξουν στο πάτο
Κάτσε και σκέψου εκεί και κάνε τους άνω κάτω
Φτύσε τρέλα πάνω στην στυγνή λογική τους
Παραμυθένια αλήθεια σαν και αυτή τη παιδική τους
Τι να κάνουμε έτσι μας έδωσαν τον κόσμο
Έτσι απρόσωπο ψυχρό που απλώνει μίσος και τρόμο
Όμως εσύ ότι γουστάρεις θα το μάθεις
Όσα θες θα τα πάθεις κι έχεις κουράγιο να πλάθεις
Όνειρα αμέτρητα μα να μην μείνουν στην πλάτη
Αμόλησε τα στο δρόμο κι άστα να πούνε κάτι
Κάτι από εκείνα που δεν βγαίνουν στο στόμα
Κάνε τα σχέδιο μουσική κάνε τα χαμόγελο και πιόμα
Όσο για τα άλλα τα μυστικά σου
Αυτά κράτα τα καλά πίσω από την κάθε ματιά σου
Αυτός που νοιάζεται θα ξέρει που να ψάξει
Κι όποιος κουράζεται αλήθεια ποτέ δε θα ξεθάψει»
                                              Κοινωνικά Απόβλητα 




20221018

Κακ τιμπιά ζαβούτ;

  Καλημέρα. Σήμερα είναι γκρι η μέρα. Κι εγώ. Στο έχω ξαναπεί. Το γκρι στον δικό μου πλανήτη, δεν είναι κακό. Είναι άψογο, γιατί ούτε άσπρο είναι, μήτε μαύρο. Είναι όλα, όπως όλοι, όπως όλα. Άφησα τη μικρή στο σκολειό και περιμένω να  μεταλαμπαδεύσω ρωσική γνώση σε μία φίλη για να μας φτάσει. Ένιωθα τόσο έντονα σήμερα ότι το πρωί πρέπει να ξεκινήσει με τζαζ. Ευτυχώς εκεί που πόνταρα, τα κέρδισα όλα. Δε θα μπορούσε να παίζει καλύτερη μουσική, η εικόνα έξω από το παράθυρο να είναι ομορφότερη και ο εσωτερικός φωτισμός του χώρου καλύτερος. Προσπαθώ να περιγράφω κάμποσα απ' όσα συναντούν οι αισθήσεις μου για να μπορείς κάπως να μπεις κι εσύ τώρα που το διαβάζεις στη σκηνή. 

 Δε θυμάμαι αν σου είπα για το ρολόι Φιμπονάτσι. Ψάχνω καιρό τώρα ν' αγοράσω ένα, μα δεν το βρίσκω πουθενά. Αυτό με τα μπλε-κόκκινα-πράσινα χρώματα. Έχω βρει τρόπο να το κατασκευάσω, αλλά μόνη δεν μπορώ. Δεν την κατέχω αυτή τη γνώση. Το έχω όμως κάπως τοποθετήσει στην οθόνη του κινητού μου και μολονότι η ώρα είναι πάντα, σταθερά, ξεκάθαρα πάνω αριστερά, την αγνοώ κι επιλέγω να βασανίζω τον εαυτό μου και να τη «μαθαίνω» από αυτό το μαγικό ρολόι. Θα ήθελα να ξέρεις ωστόσο πως έχει κάποια απόκλιση από τον πραγματικό χρόνο. Μη φανταστείς πολλά λεπτά, αλλά έχει. Αλλάζει η ένδειξή του μονάχα ανά πέντε λεπτά. Αυτό το ρολόι μου μοιάζει. Με αυτό σου υποδεικνύω όχι κάποιες συνεχείς αλλαγές του πενταλέπτου, μα την αδιαφορία για να φτάσω τον «χρόνο» ακριβώς, χωρίς αυτό να σημαίνει κάποια τραγική ασυνέπεια, αφού τέσσερα λεπτά το μέγιστο, θαρρώ όλοι θα μπορούσαν να τα αντέξουν.

 Τι λες λοιπόν το ρολόι Φιμπονάτσι, να είναι το νέο τεστ χαρακτήρων; Σε όσους ανθρώπους το έχω αναφέρει μέσα στα χρόνια δεν το γνωρίζουν. Οι περισσότεροι δε από αυτούς, δε θα αναζητήσουν κάποια παραπάνω σχετική πληροφορία, θα προσπεράσουν δίχως να θαυμάσουν καν το ιδιαίτερο αυτό, σχεδόν αριστούργημα. Έχω όμως κι έναν φίλο που όταν του το είπα μου έμαθε για ένα νέο ρολόι, το δυαδικό και σας εύχομαι να έχετε κι εσείς τέτοιους φίλους κι αν δεν είστε τόσο τυχεροί, να έχετε έστω από αυτούς που θα ενθουσιαστούν με το «φρέσκο ψωμί».

 Χάνοντας λοιπόν κάπως τον χρόνο, μάντεψε. Νιώθω περίπου δεκαπέντε αυτή την εποχή. Όλα είναι σχετικά σταθερά κι ας είναι όλα τόσο ασταθή. Με έχει κατακλίσει ξανά μία αγάπη, μία έντονη επιθυμία γι' αυτό που σε μεγάλο βαθμό καθόρισε τη ζωή μου. Φέτος θα ξαναπαίξω με τη φανέλα μου και νιώθω ρε παιδί μου λες και μπήκε κάπως η ψυχή μου στη θέση της. Ο ύπνος μου; Αυτός κι αν έχασε τον χρόνο. Σα να μην μπορώ να κατεβάσω διακόπτη, να μεταβώ στην ονειροχώρα μπας και βρω εκεί τις απαντήσεις. Αλλά όχι, ίσως δε θέλω πραγματικά απαντήσεις. Με έχει εκστασιάσει η υπεράναλυση του υποσυνειδήτου. Το πως αυτό ξεγυμνώνει τις κινήσεις μας και τις μύχιες σκέψεις μας και το πόσο σκληρό είναι να πρέπει να παλεύεις ώστε να μην το αφήνεις να «μαρτυράει». Έτσι, αν και ό,τι συμπαθούσα περισσότερο από τον Σίγκμουντ ήταν μάλλον η εγγονή του, που πίστευε πως η ψυχανάλυση είναι μία ναρκισσιστική πολυτέλεια, έχω καταλήξει να πίνω νοερά καφεδάκια μαζί του στις τρεις το πρωϊ και να του αναφέρω διαρκώς κάτι καινούργιο για φυλλοκαιφτέρισμα. Απολαυστική διαδικασία αυτό το ακούσιο παίδεμα.  

 Ήρθε η φίλη. Κλείνω. Πρέπει να της μάθω τις δύο πρώτες στροφές της Κατ(ι)ούσας τώρα. Πρέπει να μας φτάσει σου είπα γιατί την ερχόμενη Δευτέρα ξεκινάει. Τι κι αν φύγαμε πριν τέσσερα λεπτά, οι καρδιές μας είναι τρία λεπτά μακριά από τα σωθικά μας, δύο λεπτά πριν σε σκέφτηκα πάλι και σε ένα λεπτό ίσως θα έχουν όλα τελειώσει για πολλοστή φορά. Τι; Το πέτυχα ακριβώς;



20221004

Παζάλουστα Ανεστάκι

 Σήμερα είναι η περίπου πρώτη μέρα της Φακής στο σχολείο. Κέρδισα τη μάχη. Τώρα, πρέπει ν' ακολουθήσουμε ένα πρόγραμμα προσαρμογής, όπως ορίζουν. Φυσικά δεν έχουν ιδέα ότι το 3χρονό μου είναι οριακά το ίδιο ανεξάρτητο με εμένα. Χθες που πήγαμε για τη συνέντευξη κι έμεινε λίγο μόνη, όχι μόνο δεν έκλαψε και δε με αναζήτησε, αλλά διαμαρτυρήθηκε έντονα μόλις περάσαμε την πόρτα για να φύγουμε «γιατί μας διώξανε;».
 Κάπως έτσι λοιπόν, αρχίζει να διαμορφώνεται η σεζόν. Μαζί με εκείνη, ο οργανισμός μου πρέπει να αλλάξει κι αυτός. Δεν ήμουν ποτέ φαν του πρωινού ξυπνήματος. Για την ακρίβεια έπλεξα όλη μου τη ζωή με τρόπο τέτοιο ώστε να μπορώ να ξυπνάω όποτε θέλω και οι Δευτέρες να είναι μέρες ξεκούρασης. Τώρα, ήρθε η ώρα που θα πρέπει ξανά ως τις 09:00 να έχω βγει από την ονειροχώρα και να έχω φτάσει στον προορισμό. Μαζί με εμένα πρέπει να έχω φροντίσει να έχει πλυθεί, ντυθεί και βγάλει τις τσίμπλες του ακόμα ένας άνθρωπος.
 Αφού τακτοποίησα αυτό, έμενε να τακτοποιήσω κάπως και την άσβεστη δίψα μου για νέες περιπέτειες και γνώσεις. Ποια είναι η μαγική συνταγή; Να μπαίνεις σε νέους κόσμους. Να διεισδύεις σε κάποιο ολότελα ξένο περιβάλλον, κατάσταση και να προσπαθήσεις να κολυμπήσεις. Κοντολογίς την Πέμπτη ξεκινάω παραδοσιακό τραγούδι και τη Δευτέρα ρωσικά. Μη ρωτήσεις. Ούτε που ξέρω πως τα συνδύασα, ούτε που ξέρω που θέλω να πάω, αλλά όπως είχε πει ο γάτος «όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί». Με εντυπωσιάζω διότι έφτασα σε σημείο να επιλέγω όλο και πιο περίεργα, ετερόκλητα πράγματα και αναρωτιέμαι σε δέκα χρόνια π.χ. τι σκατά θα μπορούσα να αναζητώ για να τραφώ; 
 Σου γράφω ξανά εδώ κάποια νέα μου Τάκη. Πως αλλάζουμε έτσι ε; Πως παραμένουμε συνάμα τόσο ίδιοι... Θυμάσαι τότε που σου έγραφα τάχα πιο γενικά; Που ήμουν πιο κάθετη απέναντι στο «αυτονόητο» και το «ιδανικόν», πιο σίγουρη, πιο αυστηρή. Γράψιμο που κάποιες φορές νιώθω πως μου λείπει. Καταραμένη ευπλαστότητα, καταραμένε εγκέφαλε. Πλέον δε νιώθω τόσο ελαφοκυνηγός. Νιώθω στυγνή κυνηγός Ν.Ω.Σ.Ε* ΝΩΣΕ και σώσε, οτιδήποτε, ΑΝ σώζεται...
 Καλή μας αρχή.
 Όβερ εντ άουτ 

 
*Ντοπαμίνης, Ωκυτοκίνης, Σεροτονίνης, Ενδορφινών. 

Υ.Γ. Είμαι στη βανίλια. Τρώω αυγό με αβοκάντο. Δε μου αρέσει το αβοκάντο τις υπόλοιπες μέρες. Δε με ενοχλεί συνήθως, αλλά δε με ευχαριστεί. Το σνομπάρω και λίγο θα ήθελα να ομολογήσω, διότι πλέον φιγουράρει ως «must» παντού. Όσο γράφω αυτό το κείμενο έχω τρελαθεί με το πόσο νόστιμο είναι αυτό το πράσινο πράμα. Που θέλω να καταλήξω; Ότι πρέπει να ξέρεις γαμώτο πως να φερθείς στο αβοκάντο. Δε φταίει το αβοκάντο. Εμείς φταίμε. Εμείς που είμαστε ζώα κι ένστικτα κι ο φόβος, το σύνολο, μας φοράει μάσκες ίδιες, ασφυκτικές. Μάσκες απαραίτητες για να επιβιώσεις, αν δεν είσαι καλλιτέχνης ώστε ενίοτε να μπορείς να τις καις. Και πάλι καλημέρα σας.