20210805

Φωτιά

 Εντάξει, το αφήνω αυτό εδώ για να θυμάμαι πως ήταν κάποτε τα πράγματα. Η πανδημία δεν έχει τελειώσει. Οι μέρες είναι πάρα πολύ ζεστές και πλέον δεν τις αισθάνομαι μόνο εγώ ζεστές. Φωτιές καίνε τεράστιες εκτάσεις κι είναι απλωμένες σε όλη την χώρα κι όχι μόνο στη χώρα που κατοικώ. Οι άνθρωποι τρώγονται μεταξύ τους. Οι περισσότεροι κάθονται σε μία γωνία και δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να πάνε να κάτσουν πουθενά αλλού. Είναι όμως πάντα έτοιμοι να σου φωνάξουν, στην αρχή ήρεμα σου λένε να πας να κάτσεις στη γωνία τους εκθειάζοντάς την, έπειτα ξεκινάει η φουρτούνα γιατί μηδενίζουν όλες τις διαφορετικές θέσεις από αυτές που κάθονται. Τέλος θυμώνουν. Αρκετός θυμός. Και ψέμα. Και κρυψκρυψ. Και αλλοίωση των γεγονότων. Και η στοργή έχει χαθεί. Το «ενδιαφέρον» μου μοιάζει προσποιητό. Μου μοιάζει προπαγάνδα της εκάστοτε ομάδας κι όχι αλτρουισμός. 

 Μυρίζει απόψε καμένο και θλιμμένο. Μυρίζει μαζί, η σχεδόν απόλυτη αβεβαιότητα για το τι μέλλει γενέσθαι και η απόλυτη σιγουριά των απόλυτων. Ας πούμε σχετικά με κάποια φωτιά σχεδόν μέσα στην πόλη, είναι οι απόλυτα σίγουροι πως την άναψαν οι από 'δω για να βλάψουν τους από ΄κει. Άλλοι είναι απόλυτα σίγουροι ότι την άναψαν οι από 'κει για να χτίσουν πιο ΄κει. Σκέφτομαι έπειτα πως δε γίνεται να υπάρχει μόνο η κορόνα και τα γράμματα. Υπάρχουν και κάποιοι τρελοί που γουστάρουν να βάζουν φωτιές χωρίς κανέναν λόγο. Μόνο για να προξενήσουν το χάος. Υπάρχεις εσύ που πέταξες ή έχασες κάποια στιγμή το καθρεφτάκι σου και που μία μέρα βρέθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε να συναντήσει κάποιο ξερόκλαδο ή κάποιο χαρτάκι από το στριφτό σου ή κάποιο διαφημιστικό φυλλάδιο που βρέθηκε στο αμάξι σου και το ξεφορτώθηκες. Έτσι όπως το κοίταζε ο ήλιος πολλή ώρα, αυτό έστελνε την ακτίνα σε έναν φακό απέναντι και ξεκίνησε το χάος. Βασικά υπάρχουν άπειρες πιθανότητες κι άπειρα σενάρια. Ίσως και το πιθανότερο, συνδυασμός σεναρίων και «υπευθύνων»...

 Κάνει όμως φοβερή ζέστη. Θα κάνει πιστεύω ολοένα και περισσότερη καθώς θα περνούν τα χρόνια. Η ευαισθητοποίηση και οι κινήσεις που γίνονται, πλέον δε φτάνουν να φρενάρουν την όποια κακή κλιματική αλλαγή συμβαίνει. Ιδίως μάλιστα όταν υπάρχει ταυτόχρονα ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και της «σταρχιδοσύνης». Για να ξυπνήσει και να κινηθεί ο κόσμος που ξέρουμε σήμερα, χρειάζονται απίστευτα μεγάλες δαπάνες. Δαπάνες ενέργειας, δαπάνες υλικών, δαπάνες ψυχικών αντοχών. Κάποια από αυτά ανακυκλώνονται, τα περισσότερα όμως απλώς ξεχύνονται και μολύνουν. Γίνονται από αρωγοί, τέρατα και μας κατασπαράζουν. 

 Δεν ξέρω λοιπόν σήμερα τι με σοκάρει πιο πολύ. Η πανδημία που μοιάζει βγαλμένη από σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ο μηδενισμός; Η απολυτότητα; Η ζέστη; Το κρύο μέσα κι ανάμεσα στους ανθρώπους; Το ότι φταις κι εσύ, φταίω κι εγώ; Το ότι δεν κάνουμε κάτι να αλλάξει αυτό που δε μας αρέσει; Και πως θα βρεθεί άκρη αφού αλλά είναι για ΄σενα τα «σωστά» κι άλλα για εμένα τα «λάθη»;...

 Και κάθε χρόνο τα ίδια, κάθε φορά χειρότερα.



20210723

Μπλε τηγανητές πατάτες

 Κρυφάκουσα μία συνομιλία παράπαραπροχθές. Εκείνος της είπε περίπου πως το μυαλό του δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Στη ζωή του όλα όμορφα, μα, έχει κάπως «χαθεί» κι ας υπάρχει και πως κάπως  έτσι περνάει ο καιρός. Εκείνη του είπε ότι πεθαίνουμε πριν το καταλάβουμε! Του πρότεινε να κάνει μία λίστα με πράγματα που του αρέσουν. Αναρωτιέμαι αν ήθελε απλώς κουβέντα. Αν ήθελε να δημιουργήσει κάποια επαφή; Πιθανότατα αυτή να γύρευε περισσότερο από εκείνον, αυτά που εκείνος της έλεγε. Του μίλησε ύστερα εκείνη για εσωτερικά και εξωτερικά κίνητρα. Σκέφτηκα πόσο τέλειο θα ήταν να μην ένιωθαν έτσι γιατί θα έδινε ο ένας κίνητρο στον άλλον. Ένιωσα ναι, πιο έντονα ύστερα από αυτό, πως και εκείνη βίωνε το ίδιο, σίγουρα, ίσως γι' αυτό του είπε αυτά που η ίδια χρειαζόταν. Πως το εσωτερικό κίνητρο πρέπει να ενεργοποιηθεί και πως είναι σημαντικά εν τέλει και τα εξωτερικά κίνητρα και πως όταν απουσιάζουν πρέπει να τα γυρέψουμε. Σα να του έλεγε «διψάω, μήπως ξέρεις που έχει νερό;». Λες να διαβάζει το μπλογκ; Η κουβέντα τους και ίσως η τελευταία τους συνάντηση έκλεισε με εκείνη να τον προτρέπει να πάει να δοκιμάσει κάποιο επικό παγωτό. Αναρωτιόμουν ύστερα αν εκείνος πήγε; Αν κατάλαβε ότι του έδωσε πάσα. Ήταν λες Τάκη όντως πάσα; Αν το πάρει αυτός ως αφορμή και κάποια ανύποπτη στιγμή της στείλει «ω, μα τι ωραίο παγωτό»; 
 Εν πάση περιπτώσει για περίπου 24 ώρες, αυτοί οι δύο ξένοι μου έδωσαν ένα τρομερό εξωτερικό κίνητρο. Σκεφτόμουν αυτούς τους δύο τύπους. Τους φαντάστηκα να κάνουν τραμπολίνο, να πίνουν μπίρες, να βολτάρουν στο παζάρι ξημερώματα. Τους τοποθέτησα νοερά στο ροζ σκουτεράκι μου. Πιθανότατα θα πάρουν και κάποιον άσχετο μαζί, τρικάβαλο που τους έκανε ωτοστόπ κάποιο ξημέρωμα. Μέχρι το ξημέρωμα θα χόρευαν πάνω κάτω, πάνω κάτω σε κάποιο καμένο μπαρ με πολύ τσιγάρο στο χώρο, φτηνό αλκοόλ και άψογη μουσική. Θα γυρνούσε ο καθένας έπειτα σπίτι, προτού προλάβουν οι υπόλοιποι να ξυπνήσουν και θα έτρεχαν να βάλουν τα τσιγαρόρουχα στο πλυντήριο και το σώμα τους κάτω από το νερό να «ξεπλύνει» τα στοιχεία. Μόνο το χαμόγελό τους θα μπορούσε να φωνάξει πως είχαν κάνει μία βουτιά στην ξεγνοιασιά 
 Προχθές που παρήλθε η επίδραση της ναρκωτικής αυτής ουσίας «φαντασιτρόν», με έπιασε μία μελαγχολία. Συνέχισα να τους σκέφτομαι. Άρχισα να φωτίζω τα προβλήματα. Τα άβολα. Ότι δε θα ήταν τίποτα από αυτά «κοινωνικά αποδεκτό». Ίσως, ίσως ναι να πέρασε από το μυαλό και των δύο, μα πιθανότατα για να έφτασαν σε αυτό το σημείο στις ζωές τους, είτε σκαρφάλωσαν, είτε κολύμπησαν. Δε βρίσκεσαι στην άκρη του γκρεμού, εκεί στο τέλος του ρέματος με διακτινισμό. Τα έχουμε πει πολλές φορές αυτά. Ίσως ήταν αρκετά δειλοί σαν τον κροκόδειλο στο ροζ 6000, ή πως το λένε σήμερα οι θεραπευμένοι πλέον ρομαντικοί; Ρεαλιστές! Ναι αυτό! Ίσως να ήταν και μία τυπική, απλή, χαζοκουβέντα, τελικά, απλά για να γεμίσει ο χρόνος! 
 Για 24 ώρες ένιωσα εξαιτίας τους όπως τότε στην πρώτη γυμνασίου που σκεφτόμουν όλη τη μέρα τον Παναγιωτάκη. Μετά βασάνων και κόπων κατάφερα να συγκεντρωθώ και να ολοκληρώσω την άσκηση που είχαμε «ποιο είναι το αγαπημένο σας λουλούδι και γιατί;». Έγραψα πως είναι το χρυσάνθεμο κι ανάθεμα αν σχεδόν στα 30 μου έχω μυρίσει ή δει ποτέ χρυσάνθεμο. Μου είναι τόσο αδιάφορα τα χρυσάνθεμα δηλαδή που δε μου έχουν αποτυπωθεί. Ή δεν ξέρω... Ίσως τα αδικώ και δεν έχω αλληλεπιδράσει αρκετά μαζί τους. Ίσως... Την επόμενη λοιπόν μέρα τυχαίνει και διαβάζω δυνατά στην τάξη την μίνι εκθεσούλα μου. Δεν το επιδίωξα. Ποτέ δεν ήμουν η μαθήτρια που σήκωνε χεράκι. Πάντα ήξερα τις απαντήσεις, αλλά ένιωθα αφενός πως δεν έχω την ανάγκη της επιβεβαίωσης του δασκάλου αφετέρου της επίδειξης των γνώσεων μου. Έδινα πόνο στα γραπτά. Ο επόμενος που διάβασε την εκθεσούλα του, ήταν ο Παναγιωτάκης. Κι εκεί φίλοι, ήταν που η καρδιά μου χτύπησε κόκκινο. Άρεσαν και του Παναγιωτάκη τα χρυσάνθεμα! Η ιστορία αυτή, αν και φαινομενικά άσχετη με τους δύο ξένους, έχει κοινούς παρονομαστές τα συναισθήματα και τα εσωτερικά κίνητρα που μπορεί να μας γεμίσει κάποιος εν αγνοία του. Φυσικά και οι συμπτώσεις στρεβλώνουν την κατάσταση. Δηλαδή στην ιστορία με το λουλούδι, τα συναισθήματα δε θα είχαν φτάσει στην κορύφωση, αν δεν είχα επιλέξει τα χρυσάνθεμα. Που εν τέλει, ήταν ένα ψέμα! Ένα ψέμα πρωτίστως στον ίδιο μου τον εαυτό.
 Καταλαβαίνετε θαρρώ τι προσπαθώ να σας πω; Γιατί εγώ δεν καταλαβαίνω! Καταλαβαίνω σίγουρα πως το κεφάλι του καθενός είναι περίεργο. Πως μερικές φορές δεν είναι ανάγκη να υπάρχουν πίσω σκέψεις και πως αυτό που κάπως φαίνεται πως θα μπορούσε να είναι, είναι απλά αυτό που είναι. Καταλαβαίνω πως οι συμπτώσεις είναι υπέροχες και γράφουν φοβερά σενάρια για ζωή. Αλλά η ζωή δεν είναι ταινία. Ή μήπως είναι και θα πρέπει όλοι να την κάνουν την πιο γαμάτη ταινία που έχουν δει στη ζωή τους. Σίγουρα φοράω τη φανέλα της ομάδας «κάνε τη ζωή σου/τις ζωές τους ταινία». Καταλαβαίνω πως το να επιλέξω το χρυσάνθεμο για να τελειώνω με μία βαρετή άσκηση, ήταν σύμπτωση. Πως στον Παναγιωτάκη ίσως όντως άρεσαν τα χρυσάνθεμα, ή μπορεί κι αυτός να επέλεξε στην τύχη το χρυσάνθεμο για να τελειώνει με τη βαρετή ασκησούλα. Αυτό θα ήταν μία άλλη σύμπτωση. Καταλαβαίνω πως υπάρχει τρομερή μοναξιά εκεί έξω και τρομερή δυσκολία αυτή η μοναξιά να εκδηλωθεί και να γίνει πιο απαλή. Καταλαβαίνω ναι, πως όντως όλοι μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε, αλλά στη δεύτερη και στην πρωτελευταία στιγμή κάποιος είναι εκεί. Κάποιος σίγουρα θα είναι εκεί όταν έρχεσαι και μολονότι δεν περνάει από το χέρι σου και χρειάζεται τύχη, πιθανότατα θα συνεχίσεις να μην είσαι μόνος για κάμποσα χρόνια, πρέπει όμως να παλέψεις έτσι ώστε την προτελευταία στιγμή να είσαι γεμάτος. Και εκεί δεν παίζει θαρρώ τόσο μεγάλο ρόλο η τύχη όσο η προσπάθεια και οι επιλογές, για το αν κάποιος θα σε έχει αγκαλιά. Καταλαβαίνεις τώρα; 
 Μου πήρε πολύ χρόνο να ολοκληρώσω μία πίτα, απ' τα ίδια  χωρίς τζατζίκι. Κάθε μέρα από τη Δευτέρα, έμπαινα, διάβαζα, διόρθωνα τα «χθες» σε «προχθές», «παραπροχθές» κ.ο.κ. Εν τέλει ξέρετε πότε τα κατάφερα; Όταν έκανα μία στάση στο επικό παγωτό περίπου τυχαία! Σε χρόνο διαλείμματος, ξέρετε, αυτόν που χρειάζεται το κεφάλι μου για να ηρεμεί. Αυτόν που ζω το όνειρο καθώς γράφω τις ιστορίες μου παρέα με ζεστό καφέ στη μέση του καλοκαιριού. Εκεί που καθώς άνοιξα το λάπτοπ να κλείσω ακόμα μία ιστορία για αγρίους, μπροστά σε ένα σιντριβάνι στο κέντρο της πόλης που μου έφτυνε σταγόνες, καθήμενη ανάμεσα σε ένα τζιτζίκι χαμένο στους κισσούς και σε φασαριόζικα οχήματα, το είδα! Μία τέντα που έγραφε «επικό».



20210715

Φέρι Ρομπότ

 Εντάξει, θα προσπαθήσω να γράψω κάτι αστείο. Θα προσπαθήσω να είμαι κουλ. Θέλει τρομερή προσπάθεια να είσαι κουλ. Κάποιες στιγμές νιώθω φουλ κουλ, μπιφόρ ιτ γουόζ κουλ του μπι σο κουλ και κάποιες άλλες νιώθω πως είμαι η απόλυτη κουλάδα. 

 Συνήθως η κουλάδα μου συμβαίνει όταν μιλάω σιγά, κάνω κάποια ερώτηση ή προσπαθώ να κάνω μία απλή ψιλοκουβέντα πχ με τον τύπου που φτιάχνει τον καφέ (όχι τον κρητικό, τον άλλον στην γωνία του μαγαζιού). Εκεί είναι πολύ κουλ άτομα. Πολύ φασαίοι. Ρωτάω που λέτε προχθές, αν περνάει κόσμος σήμερα. Φουλ ηλίθια ερώτηση, το ξέρω. Στην πραγματικότητα χέστηκα αν περνάει κόσμος. Μακάρι δηλαδή να μην περνάει. Να κατέβω στο υπόγειο και πίσω από το φρούριο να χαθώ στα πλάνα μου. Δεν ξέρω τι κάνω με τη ζωή μου. Ίσως να φταίει η επικείμενη αλλαγή δεκαετίας. Έθεσα λοιπόν αυτό το απίστευτα βαρετό ερώτημα και δε μου απάντησε κανείς από τα κουλ άτομα. Είναι λοιπόν το σημείο που παγώνω. Σκέψεις ξεκινάνε μέσα μου να χορεύουν ταραντέλα. Δε με άκουσαν; Μήπως με άκουσαν και με γράφουν; Λες να είναι κι αυτοί χαμένοι στις σκέψεις τους; Να ξανακάνω την ερώτηση; ΌΧΙ, όχι, κάνε πως δε μίλησες ποτέ. Που να κοιτάξω τώρα; Να κάνω ότι δένω το κορδόνι μου; Να ψάξω το πορτοφόλι; Όχι όχι το κρατάω! Λες να γυρίσουν τις κάμερες πίσω και να δουν ότι έκανα μία ερώτηση και να αισθανθούν άβολα; Λες να μιλάω όντως σιγά; Λες να ήταν οι νταήδες του σχολείου; Όλο το κουλνεσ μου έχει γυρίσει ανάποδα σαν κατσαρίδα στο πάτωμα και κουνάει τα πόδια του λες και τρώει ηλεκτροσόκ. 

 Παραπροχθές μιλούσα με μία θεία μου. Τα ίδια. Την άκουγα με προσοχή και κάποια στιγμή αποφάσισα να της κάνω μία ερώτηση πάνω σε αυτά που έλεγε. Να την κάνω να χαρεί. Να νιώσει πως αυτά που μου λέει όντως τα ακούω και θέλω να εμβαθύνω. Η θεία προσπέρασε την ερώτηση σα να μην την άκουσε ποτέ. Το ίδιο και κάποιοι πελάτες προχθές. Συνήθως συμβαίνει όταν ρωτάω βαρετά πράγματα ίσα για να προσπαθήσω να είμαι κοινωνική. 

 Έπειτα καταλήγω ξανά στο ότι φταίει πως δεν παίρνω ξεκάθαρες θέσεις στα σόσιαλ σχετικά με την επικαιρότητα. Δεν κυνηγάω με πίστη τα λάικ. Δεν υποστηρίζω ξεκάθαρα και με πάθος κάποιο κόμμα, δε γράφω τσιτάτα, δε φοράω τη φανέλα κάποιας κοινωνικής ομάδας να κράξω τους οχτρούς, δε γράφω 1312 ή 420, δε με πουλάω πολύ. Με λίγα λόγια δεν προσπαθώ να είμαι κουλ. Δε χωρώ πουθενά. Για τους «έτσι» είμαι πολύ «αλλιώς» και για τους «αλλιώς» πολύ «έτσι».

 Αλλά, ήρθε η ώρα να σας πω κάτι πολύ αστείο. Κουλνεσ, επίθεση τώρα:

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν δύο τομάτες στις ράγες ενός τρένου. 

«'Ερχεται το τρένο» λέει η μία ΣΠΛΑΤΣ

«Που είναι;» λέει η άλλη ΣΠΛΟΥΤΣ.

Το μικρόφωνο έπεσε. 




Υ.Γ. Σας συμβαίνει κι εσάς να μην είστε πάντα φουλ κουλ; 
Υ.Υ.Γ Σε περίπτωση που βρήκατε ένα από τα δώδεκα χαρτιά, στο τέλος αναγράφεται ο μήνας σας. Μείνετε συντονισμένοι για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το επόμενο βήμα. 








20210709

Ο κόσμος σου

 Το αυτοκόλλητο είναι σπουδαία εφεύρεση. Έχει κόλλα. Δική του κόλλα, γι' αυτό κιόλας λέγεται αυτοκόλλητο. Δηλαδή μπορεί να κολλήσει τον εαυτό του όπου θέλει κι αυτό επειδή έχει πάνω του κόλλα. Αυτοκολλάει. Είναι τρομερό το γεγονός πως το αυτοκόλλητο μπορεί να κολλήσει πάνω σε άλλες επιφάνειες και άλλες επιφάνειες μπορούν να κολλήσουν πάνω στο αυτοκόλλητο. Τάχα ποιος να κάνει το πρώτο βήμα για να κολλήσει και ποιος να κάνει το πρώτο βήμα για να αποκολληθεί. Το αυτοκόλλητο ή οι διάφορες επιφάνειες. Οι διάφορες επιφάνειες ή το αυτοκόλλητο; 

 Σε κάμποσες μέρες θα έχουμε πάλι φθινόπωρο και σε κάμποσα χρόνια θάνατο και ζωή. Ζωή και θάνατο. Πάντα όμως θα έχουμε έρωτα. Ή πορτοκάλι, όπως θέλεις πες το μαμά. Πάντα θα είναι η εποχή του, πάντα θα κολλάει. Η πανδημία του έρωτα. Ερωτική πανδημία. Πάντα κολλάει. Πάντα κόλλαγε. Πάντα θα κολλάς.

 Ακόμα είναι νύχτες καλοκαιριού. Αυτές κι αν κολλάνε. Σε κάνουν να ιδρώνεις και είναι η κόλλα μας. Υγρασία και αλμύρα του κορμιού. Ύστερα από λίγο θα βουτήξουμε στα αλμυρά νερά της θαλασσιάς. Κάπως έτσι θα γίνει ανάμνηση ακόμα μία νύχτα καλοκαιριού. Ανάμνηση όπως έγινε κι ο έρωτας, οι έρωτες. Αυτοκόλλητα. 

- Παρατηρώ τα δάχτυλά μου καθώς πληκτρολογούν αυτές τις αράδες. Είναι σα να παίζω μουσική. Πολύ θα ήθελα, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μείνω πιστή σε αυτό και να το κάνω να συμβεί. Εξ' άλλου παίζω μουσική στα πλήκτρα αυτά, στο όργανο «φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής» ευρύτερα γνωστός και ως «λαπτοπ».-




20210703

το σατέν σκουπιδοφόρεμα

 Στα καζίνο στον Παναμά υπάρχουν πολλές πόρνες. Είναι χαρούμενες και πλησιάζουν τους «παίκτες», διασκεδάζουν όλοι μαζί προσπαθώντας όλοι κάτι να κερδίσουν. Σε μία γωνιά κάποτε σε ένα καζίνο, είχε καραόκε πάρτι. Έμοιαζε περισσότερο με βραδιά μπίνγκο όπως ίσως την έχετε στο μυαλό σας από κάποια ταινία. Τραπέζια ανακατεμένα με ναυτικούς, γελαστές γυναίκες και παππούδες. Είχε μία σκηνή και εκεί πάνω τραγουδούσε μία κοπέλα με πανέμορφη φωνή: 

¿Cómo ganarse el cielo? 

Cuando uno ama con toda el alma?

Y es que el cariño que te tengo 

No se paga con dinero 

Como decirte que sin ti muero

περίπου λέει, «πως να κερδίσει τον παράδεισο, όταν κάποιος αγαπά με όλη του την ψυχή κι είναι η αγάπη που έχω για εσένα που δεν πληρώνεται με χρήματα, πως να στο πω πως χωρίς εσένα πεθαίνω» και μπουμ! Κέρδισα! Τα παράτησα όλα και σα μαγεμένη τρύπωσα μέσα στο πάρτι ψάχνοντας τρόπο να μάθω ποιο ήταν αυτό το τραγούδι αφενός, αφετέρου να ρουφήξουν τα μάτια μου όσο πιο πολλά από τα όσα μαγικά  συμβαίναν εκείνη τη στιγμή στο χώρο. Κι ύστερα αργότερα την ίδια νύχτα, πέρασα μέσα σε ένα μηχανηματάκι που άκουγα μουσική όταν ήμουν μέρες ολόκληρες μέσα στα λεωφορεία, εκείνο το τραγούδι. Κοιτούσα απέραντες εκτάσεις από μπανανιές, περνούσα σύνορα και θάλασσες και σκεφτόμουν τη μαγική εκείνη στιγμή. Είμαι έτοιμη αν γυρίσω πίσω να ανέβω εγώ στη σκηνή. Ναι, θα τραγουδήσω το el lado oscuro, την σκοτεινή πλευρά, την σκοτεινή πλευρά μου και θα την αφιερώσω στις στιγμές που πέρασαν. Είναι τόσο σπουδαίο το παρελθόν και ω τι κατάρα, γίνεται σπουδαιότερο όταν περνάει. Εννοώ ότι τη στιγμή που ζω τα πράγματα, τα απολαμβάνω ναι, μα είναι μετά όταν ηρεμώ από τις γρήγορες ανάσες, όταν στεγνώνει ο ιδρώτας, όταν το βινύλιο δεν κάνει άλλη στροφή, που αναφωνώ σα να έχοντας βρει το νόημα στην παράνοια «ΤΙ ΕΖΗΣΑ;»



20210625

Στους καρπούς τους θησαυρούς μου

 Μία φορά ένα δέντρο μου είπε ότι φοβάται πως μια μέρα θα καεί και δε θα το καταλάβει κανείς. Ένιωθε τόση μοναξιά. Συχνά ήθελε κάποια συντροφιά, μα τριγύρω σιωπή. Τόση πολλή βαβούρα, μα τόσο βαθιά σιωπή. Είχε φυτρώσει σε περίεργο, κίτρινο, διψασμένο ξερότοπο. Έφυγε και δεν έφυγε ποτέ από εκεί, γιατί σαν κάποτε ξεριζώθηκε και ταξίδεψε, πήγε σε μέρη γνώριμα που συνέχιζαν να το ξεραίνουν. Το δέντρο προσπάθησε να ψηλώσει, προσπάθησε και να βρει πηγή, μα κακά τα ψέματα, όσο και να προσπαθούμε, άλλη η ζωή άμα έχεις κάποιον να σε κλαδεύει και κάποιον να νοιάζεται να σε ποτίζει πέρα από τις τυχαίες βροχές κι ανέμους, πέρα από τα νερά σου και τα μαχαίρια σου. 
 Φοβάμαι κι εγώ, γιατί δεν ξέρω πια τι να του πω... και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και...
 Το δέντρο φταίει. Το δέντρο φταίει; 



20210507

My name is Χμέλι, Χμέλι Σουνέλι

  Ολοένα και μεγαλώνουν τα κενά ανάμεσα στα γραπτά. Βρήκα μεταξύ του τρίτου μήνα του χρόνου και του πέμπτου στο πρόχειρο το εξής μη δημοσιευμένο, οργισμένο εδάφιο, που πιθανότατα δικαιολογεί το νεκρό Απρίλη:

«Βαρέθηκα τα λογοτεχνικά κείμενα. Βαρέθηκα να διαβάζω τι αισθάνονται οι άλλοι. Βαρέθηκα να διαβάζω τι αισθάνομαι εγώ. Δεν έχει κανένα νόημα. Δεν τα διαβάζεις εσύ, που για 'σένα γράφω. Τα διαβάζω εγώ χρόνια μετά και ξεφυσώ που πέσαν στο κενό τόσο υψηλά νοήματα και τόσο περίτεχνα σήματα. Βαρέθηκα τη θλίψη σου και τη χαρά σου. Βαρέθηκα τη θλίψη μου και τη χαρά μου. Θα ξεκινήσω τσέλο. Θα πάω από ΄κει. Θα σταματήσω το τσέλο, θα πάω από δω. Θα μείνω ακίνητη. Δε θα μου αρέσει πια η βροχή. Θα αφήνω όλες τις κούπες μου να κρυώνουν. Θα πίνω μόνο ρούμι και θα σιχαθώ το τσάι. Δεν είμαι εσύ. Δεν είμαι εγώ. Είμαι λίγο εσύ και λίγο εγώ. Κανείς δεν ξέρει κι όλοι όλα τα ξέρουν. Κάνεις δεν χόρτασε κι όλοι έχουν σκάσει. Η ηδονή της θλίψης και ένα μάτσο παπαριές...»

 Αγαπάω να με μισώ, που κάποτε είπε μία ψυχή, ιδίως όταν διαβάζω πράγματα που γράφω όταν ξεφεύγω. Γελάω, ντρέπομαι μπορεί λίγο, καλά ποτέ δεν ντρέπομαι. Ίσως λίγο απογοητεύομαι, όμως εν τέλει με δικαιολογώ, με καταλαβαίνω και γοητεύομαι ξανά. Και τώρα που χεστήκατε, θα εξηγήσω. Ίσως το εναρκτήριο λάκτισμα για την έκρηξη δόθηκε από τις συνεχείς δημοσιεύσεις ενός ημιδιάσημου συγγραφέα που ακολουθώ. Στην αρχή διαπίστωσα πως οι λογοτεχνικές του χάρες αγκαλιαζόντουσαν θερμά από τους φίλους και γνωστούς του. Περιέγραφε σε μακροσκελή κείμενα τη μαγεία που έφτανε στα μάτια του από τα πάντα. Από την ομπρέλα που την πήρε ο άνεμος, από το χαλασμένο φανάρι, από την γιαγιάκα με τον λυμένο κότσο κλπ. Η γραφή του όλο θύμησες και συναισθήματα. Σα γλυκό του κουταλιού, που δεν επιλέγεις πρώτο για να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου για επιδόρπιο, μα είναι όμως σταθερή αξία. Ε κι αν δεν υπάρχει κάτι άλλο διαθέσιμό, τι να κάνεις, θα το φας... Σιγά σιγά όμως οι «θαυμαστές» άρχισαν να φθίνουν. Το ύφος του δεν άλλαζε, έγινε τετριμμένο; Ο κόσμος δεν συμμερίζεται τη μαγεία των πάντων; Δεν ξέρω, αλλά με προβλημάτισε πολύ. Ένιωσα πως για να σε ακούσει κάποιος, πρέπει αυτό που θα πεις να τον αφορά. Ένιωσα πως ό,τι στέλνω δε φτάνει. Κι έπειτα τι νόημα έχει να φτάσει; Ένιωσα πως αυτά που ξερνάω δεν ενδιαφέρουν καν εμένα. Μετά ηρέμησα. Με ρώτησαν ύστερα δύο, τρεις αγαπημένοι, «γράφεις ακόμα;» και χάρηκα λιγούλι, μα έπειτα πάλι υποψιάστηκα πως είναι μία προσαρμοσμένη κλισέ ερώτηση. Θέλω να πω, πως η σωστή ερώτηση θα έπρεπε να είναι πιο άμεση. Τύπου: Γιατί έχεις τόσο καιρό να γράψεις; Από που αντλείς τώρα την έμπνευση; Πάμε για κυνήγι; Θα έπρεπε να ξέρουν... Μην είσαι όμως άδικη. Ευχαριστώ... 

  Ήρθε που λες το χθες. Ο τελευταίος μήνας της άνοιξης, άνοιξε ένα πολύ σημαντικό σημείο που με κάνει να ξεδιπλώνομαι. Άνοιξε τραπεζάκια ανάμεσα σε κόσμο, που μπορώ μολονότι βρίσκομαι ανάμεσα τους, να μπαίνω βαθιά στις μαύρες τρύπες μου και τις κάνω να λάμπουν. Άνοιξε τα ραντάρ μου να βλέπω πιο καθαρά τα μαγικά λυμένα γκρι μαλλιά, τα μαγικά χαλασμένα φανάρια και τις τρελές μαγικές ομπρέλες. Κι αν αυτό δεν έχει καμία σημασία, ίσως έχει να μοιραστώ μαζί σου πως ξαναβρήκα το λιβάδι μου. Όχι λογοτεχνικές μεταφορές, βρήκα όντως το θαυμαστό μου λιβάδι. Βρήκα κι έμαθα πλεόν απ' έξω τον δρόμο. Γνώρισα μάλιστα κι έναν βοσκό που περνάει το κοπάδι του από κει κι έτσι λύθηκε επιτέλους το μυστήριο με το χορτάρι. Κι αν ούτε αυτό έχει για εσένα κάποια σημασία, ίσως έχει το χμέλι σουμέλι, που προψές έμαθα πως έχει κάποια σχέση με την Γεωργία. Θυμάσαι τη Σοφία από τη Γεωργία, που τρέμοντας μου έκοψε τον Μάρτη από το αριστερό, ούσα πεπεισμένη ότι μου είχαν κάνει μάγια. Ούτε τώρα; Μήπως αν σου πω πως αγόρασα τα «Ανήσυχα Άκρα» επειδή τόσο με συνεπήρε η συνέντευξή αυτή στο ράδιο; Ίσως αν σου πω, πως τελικά η Ασία δε θα τη γλιτώσει; Ή το πόσο χαρούμενη με έκανε που σας είδα χθες; Ή το πόσο άβολα αισθάνομαι όταν δεν απαντούν στις ερωτήσεις που κάνω. Στάσου, όχι, θα σου πω ότι ήρθε η ώρα να αλλάξω το σκούτερ μου. Νομίζω πως κάποιος το πειράζει. Κάθε μέρα βρίσκω κάτι να λείπει. Έχει καταντήσει πολύ επικίνδυνο να το ιππεύω.

 Μιας και λοιπόν πήγε η κουβέντα στ' άλογα και προτού γίνουν όλα εντελώς παράλογα, θέλω να σου πω πως ξεκίνησα να κάνω παρέα με κάτι δεινόσαυρους. Ναι... καταλαβαίνω μα μην ανησυχείς. Ακόμα και οι σαρκοβόροι της παρέας είναι καλά παιδιά. Βγαίνω που λες με έναν τυραννόσαυρο, έναν αλλόσαυρο, έναν τρικεράτοπα, έναν βραχιόσαυρο, έναν στεγόσαυρο, έναν παρασαυρόλοφο κι έναν βελοσιράπτορα. Αμέ. Αυτά τα νέα αφού δε με ρωτάς. Πάω να βρω κι άλλους τώρα. Μπάι.



20210325

Τ' αρνίτσι μπίτσι

 Δε θα πιστέψεις τι σκεφτόμουν! Σκεφτόμουν τ' αρνίτσι μπίτσι. Τ' αρνάκι εκείνο που άνοιγε στην γριούλα, που την έλεγε «μανούλα», μόνο όταν εκείνη του έλεγε το συνθηματικό τους; Επειδή θέλω να είστε μέσα σε όλα και επειδή ίσως έχετε χάσει τ' ανθολόγια σας (γιατί κάπου εκεί θαρρώ πρωτοσυνάντησα τ' αρνίτσι μπίτσι, ή στην πρώτη ή στην δευτέρα δημοτικού, στο κίτρινο ή στο γκριζοπράσινο ανθολόγιο) απόψε με χαρά, θα μοιραστώ μαζί σας το μυστικό. 

«Αρνίτσι-μπίτσι έλ' άνοιξε,

χλωρή βοσκίτσα σου 'φερα,

να φας, να πιείς, να κοιμηθείς

και το πρωί να σηκωθείς,

να πάρεις το καλάθι σου, 

να πας στο σχολειό σου!»

Καμία πρόθεση δεν είχα με τα παραπάνω να δημιουργήσω κάποια ταραχή στις σκέψεις σας, δημιουργώντας άλλες σκέψεις του τύπου:

1. Το αρνάκι είχε λεπτή φωνή; 

2. Η γριούλα φόραγε τσεμπέρι κι αν ναι, τι χρώμα;

3. Στο σχολείο το αρνίτσι μπίτσι ήταν αποδεκτό από τους συμμαθητές του; 

4. Το καλάθι με ποιο από τα τέσσερά του άκρα το κρατούσε

3. Το 3 δεν μοιάζει με ένα 8 που το φώτισε κάποιος πολύ από μπροστά; 

6. Το μπίτσι του αρνίτσι, να 'ναι τάχα beachy ή μήπως είναι bitchy;

7. Μην τάχα το αρνί τώρα, έγινε στα μάτια σας γαλάζιο με κυματιστό μαλλί και καφετί της άμμου ανταύγειες , φοράει γυαλιά ηλίου με πορτοκαλί σκελετό και είναι αρκετά αυταρχικό; 

8. Που χάθηκε το 5; 

9. 

10. Στο δρόμο προχώρησα δίπλα σε έναν σκύλο θηλυκό, που άκουσα πως τον έλεγαν Χαρούλα και όλοι οι αρσενικοί σκύλοι της περιοχής την θέλουν για αναπαραγωγή. Μπορείς ξεκάθαρα να φανταστείς πως είναι εμφανισιακά η Χαρούλα.  

11. Ο Κρητικός πλέον έχει γίνει πέρασμα. Μία μέρα κατανάλωσα σε πολύ λίγη ώρα τέσσερις καφέδες. στο όρθιο. Το πρωί είχα διαβάσει για τον ριστρέτο και έχοντας πρόσφατα μάθει ότι ο τύπος είναι μαζί με τη γυναίκα του ανάμεσα στους επτά καλύτερους καφέδες της χώρας, θεώρησα σοφό να γνωριστώ εκεί με τον ριστρέτο. Έτσι, εγώ που δεν έπινα καφέ, έφτασα να ζητάω αυστηρούς καφέδες και να ψάχνω σε αυτούς νότες ψωμιού. 

 Ένα εκατομμύριο μέρες αργότερα θα συνεχίσω μήπως ολοκληρώσω αυτό που ήθελα να πω. Η γυναίκα του Κρητικού τη μέρα γνωριμίας με τον ριστρέτο είχε γενέθλια. Είχε καθίσει ο φίλος και επιλέξει με το χέρι κάποιους ξεχωριστούς κόκκους καφέ για να βγάλει ένα φλιτζάνι με το μαγικό για εκείνους υγρό που ήξερε ότι θα της άρεσε πολύ και θα την έκανε ευτυχισμένη. Έτσι θα πρέπει να είναι τα παραμύθια ε; 

 Είναι πολλές φορές οι στιγμές που θέλω να γράψω και πολλές φορές που το αφήνω για αργότερα κι έπειτα με αφήνει κι αυτό. Έχει λοιπόν χαθεί η μαγεία. Η μαγεία που ένιωσα χθες όταν στον γνωστό σταθμό άκουσα έναν πεζογράφο να συζητάει με τον παρουσιαστή για τη γοητεία που έχει η έμμεση αναφορά. Πως το έμμεσο μπορεί να το πάρει ο καθένας και να το ντύσει όπως θέλει. Πως το «πεπόνι λέω, πεπόνι δείχνω» εύκολα ξεχνιέται, εύκολα μασιέται. Εύκολα μασιέται, εύκολα ξεχνιέται. Εύκολα μασιέται. 

 Τα δόντια μου ξύπνησαν μερικές ώρες πριν και χασμουριούνται αναζητώντας ίσως κάποιο κόκαλο. Ένα κόκαλο που πρέπει να τα σφίξω και να το γεννήσω εγώ. 



 


20210214

click in soap

 Αρνούμαι να πληρώσω τους λογαριασμούς. Ήμουν ως τώρα πάντα, σχετικά συνεπής. Με έχει πιάσει όμως μία φοβερή άρνηση να μπω στη διαδικασία πληρωμών που υποθέτω σχετίζεται με τη δεύτερη καραντίνα και την καταστροφή του ρυθμού. Έχω χάσει τις μέρες και μαζί με αυτές, τη συνέπεια μου στο τέρας του κράτους... Δεν έχω χάσει όμως κανένα ραντεβού με το τέρας του μυαλού μου. Συμβαίνει άραγε και σε εσάς να μην υπάρχει κενό; Δεν μπορώ να εντοπίσω στιγμή, που να μην σκέφτομαι τίποτα. Ακόμα κι αν σταθώ στην άκρη κάποιας θάλασσας και θαυμάζω την απόλυτη ομορφιά της, το μυαλό μου τρέχει. Μα, θα σκέφτομαι το αλάτι ή την χρωματική παλέτα ή ακόμα χειρότερα τι είχα και τι χάλασα, γιατί το «χάλασα» κρύβει μέσα του τη «θάλασσα» και τι τέλειο κομμάτι θα γινόταν αυτό για την μπάντα μου, τη νεότερη, τα «ίδια κουνουπίδια» ή οποία είναι σαν το Άγιο Βασίλη, υπάρχει, μα δεν υπάρχει πραγματικά. Θυμώνω γι' αυτό που και που κι έπειτα θυμώνω γιατί θύμωσα... 

 Ομοίως τις προάλλες το πρωί πρωί ενώ οδηγούσα το Ροσινάντε, σκεφτόμουν έντονα τη λέξη «αντικομφορμισμός». Πήγαινα για φυσικοθεραπεία και την ώρα που δεχόμουν τη μέγιστη ποσότητα ρεύματος εις τους μείζονες γλουτιαίους μύες δαγκώνοντας τη γλώσσα για να κάνω χαϊ σκορ και να νικήσει ο άνθρωπος τη μηχανή, είπα τη λέξη «παγαποντία» κι αφού χύθηκε από τα χείλη μου, κοίταξα τη φυσικοθεραπεύτρια με το ίδιο τρομαγμένο βλέμμα που με κοιτούσε εκείνη! Έτσι ξεκινάνε οι μέρες με ενδιαφέρον, όταν βρέχουν το μυαλό σου άκυρες εντελώς λέξεις που κάνουν τους άλλους, ακόμα και εσένα να αναρωτιέσαι, «μα πως σκατά βρέθηκες εσύ στο κεφάλι μου». 

 Εκείνη τη μέρα άφησα το μηχανάκι και συνέχισα με τα πόδια την πορεία μου προς το κέντρο της πόλης για άσκηση και κοινωνικοποίηση. Στο Σύνταγμα είχα ραντεβού με δύο φίλες και το σχέδιο ήταν να πάμε να ανταλλάξουμε λεφτά με καφεΐνη σε έναν ωραίο Κρητικό τυπάκο που ανακαλύψαν πρόσφατα. Συναντηθήκαμε έξω από γνωστό πολυκατάστημα και πως το έφερε η κουβέντα ότι σκέφτομαι να αγοράσω το γνωστό πορτοκαλί βιβλίο αυτοβελτίωσης. Η αγορά έπρεπε κυρίως να γίνει για να διαπιστώσω αν θα μπορούσα εγώ να έχω γράψει αυτό το βιβλίο, καθώς πάγια τακτική στα εντός και εκτός έδρας παιγνίδια μου είναι να μην δίνω a fuck και ναι, είναι όντως τέχνη. Με την αυτοβελτίωση εν γένει δεν τα πάω καλά. Όχι ότι δεν πιστεύω στην βελτίωση πόσο μάλλον στην αυτό, αλλά τα βιβλία αυτά μου μοιάζουν μασημένη τροφή. Σαν προπονητές κατώτατης ερασιτεχνικής κατηγορίας οι οποίοι βαπτίστηκαν μόνο από την εμπειρία και γκαρίζουν στους παίκτες τους πορτοκαλί γενικολογίες, φροντίζοντας έτσι η ομάδα να παραμένει στον πάτο φορέβα. 

 Όπως θα ξέρετε, δεν μπορούσες απλά να μπεις στο κατάστημα και να σουλατσάρεις, εκείνες τις μέρες έπρεπε να κλείσεις ραντεβού και είχες μισή ώρα μόνο για σουλάτσο. Μέθοδος: click in shop. Πρώτη φορά που χρησιμοποίησα αυτό το σύστημα. Εντυπωσιακό. Στον όροφο ήμασταν σχεδόν μόνες. Μόνες σε περίοδο εκπτώσεων, σε πολυκατάστημα στο καρακέντρο της πόλης. Απολάμβανα λοιπόν την ηρεμία και ενώ κρατούσα στα χέρια μου το πορτοκαλί βιβλίο με οριακά λιγότερες ενοχές και ντροπή από το να κρατούσα βιβλίο της Χρυσηιδούλας (ναι, σνομπάρω και ντροπή μου γιατί αφενός δεν έχω καταπιαστεί με το έργο της, αφετέρου τουλάχιστον η Χρυσηίδα έχει βρει εκδότη) έτρεξα αλαφιασμένη να βρω για ακόμα μία φορά την «πτώση» μου. Αυτή την «πτώση» την έχω αγοράσει κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές και κάθε φορά κάπου τη δωρίζω να μοιραστώ και με άλλους τον θησαυρό. Δε θυμάμαι τι έγινε η πρώτη, η υπέρλαμπρη, το δώρο, μα αν κάποιος θυμηθεί που την εμπιστεύτηκα και δε μου έχει γυρίσει ακόμα, παρακαλώ ας με βοηθήσει. 

Τα έκανα έτσι και τα δύο δικά μου. Το ένα έχοντας ως σκοπό να το κατακτήσω ώστε να μπορώ να το απομυθοποιήσω στα μάτια των άλλων, το άλλο να το διαβάσω για τρίτη ή τέταρτη φορά(;) και να σιγουρευτώ ότι είναι στην κορυφή μου ακόμα. Με εξέπληξε όταν το πορτοκαλί έκανε αναφορά στον Αλμπέρ. Σα μνηστήρας που για να κερδίσει προσοχή, έχει κάνει μία σχετικά σύντομη έρευνα για τα γούστα σου και σου πετάει όσα θες να ακούσεις. Σκέφτηκα στιγμιαία «μωρέ λες;»

 Έτσι όπως πολύ σκέφτομαι λοιπόν, από την αυτοβοήθεια, στην πτώση, απόψε τις πρώτες απογευματινές ώρες κι ενώ σαπούνιζα κάτι πιάτα, με προβλημάτισε ένας τύπος που ήταν στο κεφάλι μου (μα πως σκατά βρέθηκε εκεί;). Απευθυνόταν σε κάποιον, δε φαινόταν ποιος κι η συζήτηση εξελισσόταν σε ένα τραπέζι σε κάποια αυλίτσα. Η αλήθεια είναι ότι δε φαινόταν καλά ούτε το πρόσωπό του, αλλά σίγουρα έπαιζε με ένα κομπολογάκι, μύριζε πράσινο σαπούνι, είχε μουστάκι και σίγουρα φορούσε φανελάκι λευκό με τιράντες. Έλεγε λοιπόν στον συνομιλητή του με τη σιγουριά και τη μελωδικότητα που έχει στη φωνή κάποιος που σπούδασε τη ζωή,  «από τότε που βγήκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο» κι αμέσως γεννήθηκε ένα τεράστιο ερώτημα στο μυαλό μου. Πότε άραγε να βγήκε η «συγγνώμη»; Πως ο τύπος με τόση σιγουριά μεταφέρει ότι το «φιλότιμο» προϋπήρχε της «συγγνώμης»; Κουλ, θα μου πεις. Μην τα παίρνεις κι εσύ ρε παιδάκι μου όλα τόσο σοβαρά κι απόλυτα, μια κουβέντα είπε ο άνθρωπος. Μην υ π ε ρ α ν α λ ύ ε ι ς. 

 Αμέσως το Φιλότιμο πήρε μορφή. Ένα παλικάρι, προς το ξανθό, με φανελάκι κι αυτό λευκό σαν του προφέσορα, να μοσχομυρίζει στη γειτονιά καθώς περνάει πράσινο σαπούνι και η γειτονιά που μένει να έχει σπίτια χαμηλά και να είναι φτωχική, μα οι άνθρωποι εκεί να έχουνε πάντα γιορτή. Μισό λεπτό, όλα είναι ασπρόμαυρα. Κλακέτα, γράφουμε. Μία μέρα λοιπόν, τσουπ, κατεβαίνει από μία αμαξάρα στη γειτονιά η Συγγνώμη. Εννοείται έχει σοφέρ. Βγήκε από τα μέρη της μία βόλτα-κοινωνικό πείραμα, να χαζέψει τη φάση. Πως τρέχουν οι άνθρωποι στους ζωολογικούς κήπους να παρατηρήσουν τάχα τ' άλλα είδη. Φτωχοί μου άνθρωποι, να ξέρατε πως εσείς είστε που σας χαζεύουν τα ζώα... Το Φιλότιμο, μεγαλύτερο σε ηλικία από τη Συγγνώμη, μη φανταστείτε πολλά χρόνια, περνάει εκείνη τη στιγμή μπροστά της. Εν τάχει ερωτεύονται και το Φιλότιμο χάθηκε. Τέλος. Φίκος Φιλμς. 

 Φυσικά και δε θα σας δώσω μασημένο το τέλος. Τι είμαι; Βιβλίο αυτοβοήθειας; Προπονήτρια ερασιτεχνικής ομάδας τελευταίας κατηγορίας; Ωσάν μία ταινία με υψηλό νόημα, που διεκδικεί κι εν τέλει κατακτά πολλά βραβεία, σιγά μην κάτσω να ολοκληρώσω το σενάριο. Το τέλος αγαπητοί έγκειται στις δικές σας φαντασιώσεις. Το τέλος ξεψυχά για την τέχνη. Άλλωστε η σαπουνάδα ολοκληρώθηκε, ο κύριος με το μουστάκι έπαιξε μία τελευταία κομπολογιά μαγκιόρικα, έκλεισε το μάτι και χάθηκε. Μισό λεπτό, τι είχα αρχίσει να σας λέω; 

Υ.Γ. Λίγο αργότερα το ίδιο απόγευμα με τη σαπουνάδα:

       _ Μαμάμα που είναι ο Τάκης; Τάακη; Τάαααακη; 

       _ Έλα ντε; Ξέρεις πόσα χρόνια τον ψάχνω. 

       _Τάαααακη; Που είσαι Τάακη; Έλα να με σώσεις! 

       _ Αχ αγάπη μου, αν αλήθεια πιστέψεις ότι ο Τάκης θα σε σώσει, χάθηκες! 

       _Τάαααακη; 

Υ.Υ.Γ Στο επόμενο ποστ, υπόσχομαι να ανεβάσω το σπουδαιότερο πτυχίο μου. 




20210128

Μία γίδα που την έλεγαν Κάται

 Θα σου εξηγήσω τώρα τη σειρά για να μην μπερδευτείς.΄Η μήπως είναι τέλειο να μπερδεύεσαι; Κάποτε έκανα για σύντομο χρονικό διάστημα έναν φίλο δι' αλληλογραφίας, ηλεκτρονικής, αλλά ήταν ότι πιο κοντά στα ποθητά μου γράμματα που τόσο πολύ μου λείπουν. Με χαιρέτισε με κάποιες προτάσεις. Σε σειρά. Ανάμεσα στ' άλλα μου είχε πει time flies like an arrow; fruit flies like a banana, που του το είχε πει ο Γκράουτσο Μαρξ για να αποδοθούν και τα εύσημα στη μάνα. Αμέσως κέρδισε την προσοχή μου. Αρχικά οι σαφείς, λακωνικές προτάσεις κι έπειτα οι μύγες. Οι μύγες να ξέρεις κατά τ'άλλα, βαλσαμώνονται με βαλς. Κάποια πράγματα δηλαδή δεν αλλάζουν στο χρόνο. Κι επειδή δεν αλλάζουν, αλλά εγώ αλλάζω κι αλλάζω ξανά και ξανά παραμένοντας πάντα ίδια, εκτύπωσα τότε τη σειρά των γραμμάτων κι όποτε νιώθω να χάνομαι στις βόλτες, διαβάζω ξανά αυτά τα κίτρινα χαρτιά και θυμάμαι. Εσύ διαβάζεις ξανά τα κίτρινα χαρτιά σου; 

 Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθούμε με τις χρονόμυγες. Τις χρονόμυγες μπορείς να τις συναντήσεις οπουδήποτε στον πλανήτη Γη. Φήμες λένε ότι υπάρχουν και σε άλλους πλανήτες, αλλά ακόμα δεν έχει κάτι αποδειχθεί. Τις απαντάμε σε ποικίλα μεγέθη, χρώματα και σχήματα. Έχουν φτερά, μα και δεν έχουν, αλλά συνήθως έχουν γιατί κανένας δεν τους τ' αφαίρεσε. Μπορείς να τις εξημερώσεις και να γίνουν χρονόμυγες συντροφιάς, αλλά θέλει φοβερή προσπάθεια ή και δε θέλει. Μία χρονόμυγα τρέφεται κυρίως από τα συναισθήματα μας και τη στάση μας απέναντι στο απέραντο του πεπερασμένου, όπως όλα άλλωστε, καμία διατροφική ιδιαιτερότητα λοιπόν, τέρατα. Οι χρονόμυγες ποτέ δεν πεθαίνουν και ξανά προς τη δόξα τραβούν, μα να ξέρεις στην πραγματικότητα ήταν, είναι και θα είναι για πάντα νεκρές. Πότε; Ποτέ. Το επόμενο χρονικό διάστημα, θα επιχειρήσω να παρουσιάσω μερικές χρονόμυγες, μα ως ένδειξη σεβασμού, η παρουσίαση θα γίνει στον εγκέφαλό σας, μυστικά. Ραντεβού εκεί. 

 Σε άλλα νέα, έμαθα χθες πως κομμάτια του Ραχμάνινοφ τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο, σα να είναι μία υπογραφή. Λένε πως είναι ο σωστός τονισμός του επιθέτου του. Θα ήθελα να μάθω κι άλλα, αλλά το ράδιο δεν έπιανε στο υπόγειο πάρκινγκ κι έτσι σταμάτησε η εκπομπή. Σιωπή, του Μπετόβεν. Μα γιατί στα υπόγεια τα πάργκινγκ ο κόσμος τρελαίνεται να βρει θέση στο πρώτο επίπεδο; Σε περίπτωση σεισμού, νομίζω πως δε σώζεσαι ούτε στο μείον ένα. Οπότε γιατί να κάνεις ώρες βόλτα να βρεις θέση εκεί, όταν το μείον δύο δε χρειάζεται κόπο και το μείον τρία χρειάζεται θάρρος γιατί επικρατεί κρύο, σκοτάδι και μοναξιά, ίσως κρύβει και κανέναν ψυχοπαθή με αιματοβαμμένο τσεκούρι ντυμένο κλόουν! Εκεί λοιπόν στα βαθιά υπόγεια βρίσκω χαρά, θύματα και θέσεις σε αφθονία. Έπειτα παίρνω τις κυλιόμενες και παρατηρώ, ούσα σίγουρη πως αυτοί που περπατάνε ή ακόμα χειρότερα τρέχουν στη σκάλα της τεμπελιάς, είναι οι ίδιοι από το πρώτο υπόγειο, αυτοί που δε θα καταφέρουν ποτέ να εξημερώσουν μία χρονόμυγα. Οι ίδιοι που διέδωσαν πως πρέπει να στέκεσαι στα δεξιά και πως τάχα είναι θέμα ευγένειας. Έφτασα. 

 Ω, γεια σας κυρία χρονόμυγα! Θέλετε να χορέψουμε σαν τον 'Ιαν; 

Υ.Γ. Η Φακή μου λέει τις προάλλες «Να σου πω μία ιστορία; Μία φορά κι έναν καιρό, ήτανε, δεν ήτανε μία μπάλα. Ω! Πάμε να παίξουμε μπάλα;» Καλά θα τα πάμε! 

Υ.Υ.Γ. Θα σε βοηθήσω σήμερα πολύ πολύ, για να πιάσεις ξανά τον ρυθμό. Πάτα τα πορτοκαλί.