20210625

Στους καρπούς τους θησαυρούς μου

 Μία φορά ένα δέντρο μου είπε ότι φοβάται πως μια μέρα θα καεί και δε θα το καταλάβει κανείς. Ένιωθε τόση μοναξιά. Συχνά ήθελε κάποια συντροφιά, μα τριγύρω σιωπή. Τόση πολλή βαβούρα, μα τόσο βαθιά σιωπή. Είχε φυτρώσει σε περίεργο, κίτρινο, διψασμένο ξερότοπο. Έφυγε και δεν έφυγε ποτέ από εκεί, γιατί σαν κάποτε ξεριζώθηκε και ταξίδεψε, πήγε σε μέρη γνώριμα που συνέχιζαν να το ξεραίνουν. Το δέντρο προσπάθησε να ψηλώσει, προσπάθησε και να βρει πηγή, μα κακά τα ψέματα, όσο και να προσπαθούμε, άλλη η ζωή άμα έχεις κάποιον να σε κλαδεύει και κάποιον να νοιάζεται να σε ποτίζει πέρα από τις τυχαίες βροχές κι ανέμους, πέρα από τα νερά σου και τα μαχαίρια σου. 
 Φοβάμαι κι εγώ, γιατί δεν ξέρω πια τι να του πω... και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και και...
 Το δέντρο φταίει. Το δέντρο φταίει; 



20210507

My name is Χμέλι, Χμέλι Σουνέλι

  Ολοένα και μεγαλώνουν τα κενά ανάμεσα στα γραπτά. Βρήκα μεταξύ του τρίτου μήνα του χρόνου και του πέμπτου στο πρόχειρο το εξής μη δημοσιευμένο, οργισμένο εδάφιο, που πιθανότατα δικαιολογεί το νεκρό Απρίλη:

«Βαρέθηκα τα λογοτεχνικά κείμενα. Βαρέθηκα να διαβάζω τι αισθάνονται οι άλλοι. Βαρέθηκα να διαβάζω τι αισθάνομαι εγώ. Δεν έχει κανένα νόημα. Δεν τα διαβάζεις εσύ, που για 'σένα γράφω. Τα διαβάζω εγώ χρόνια μετά και ξεφυσώ που πέσαν στο κενό τόσο υψηλά νοήματα και τόσο περίτεχνα σήματα. Βαρέθηκα τη θλίψη σου και τη χαρά σου. Βαρέθηκα τη θλίψη μου και τη χαρά μου. Θα ξεκινήσω τσέλο. Θα πάω από ΄κει. Θα σταματήσω το τσέλο, θα πάω από δω. Θα μείνω ακίνητη. Δε θα μου αρέσει πια η βροχή. Θα αφήνω όλες τις κούπες μου να κρυώνουν. Θα πίνω μόνο ρούμι και θα σιχαθώ το τσάι. Δεν είμαι εσύ. Δεν είμαι εγώ. Είμαι λίγο εσύ και λίγο εγώ. Κανείς δεν ξέρει κι όλοι όλα τα ξέρουν. Κάνεις δεν χόρτασε κι όλοι έχουν σκάσει. Η ηδονή της θλίψης και ένα μάτσο παπαριές...»

 Αγαπάω να με μισώ, που κάποτε είπε μία ψυχή, ιδίως όταν διαβάζω πράγματα που γράφω όταν ξεφεύγω. Γελάω, ντρέπομαι μπορεί λίγο, καλά ποτέ δεν ντρέπομαι. Ίσως λίγο απογοητεύομαι, όμως εν τέλει με δικαιολογώ, με καταλαβαίνω και γοητεύομαι ξανά. Και τώρα που χεστήκατε, θα εξηγήσω. Ίσως το εναρκτήριο λάκτισμα για την έκρηξη δόθηκε από τις συνεχείς δημοσιεύσεις ενός ημιδιάσημου συγγραφέα που ακολουθώ. Στην αρχή διαπίστωσα πως οι λογοτεχνικές του χάρες αγκαλιαζόντουσαν θερμά από τους φίλους και γνωστούς του. Περιέγραφε σε μακροσκελή κείμενα τη μαγεία που έφτανε στα μάτια του από τα πάντα. Από την ομπρέλα που την πήρε ο άνεμος, από το χαλασμένο φανάρι, από την γιαγιάκα με τον λυμένο κότσο κλπ. Η γραφή του όλο θύμησες και συναισθήματα. Σα γλυκό του κουταλιού, που δεν επιλέγεις πρώτο για να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου για επιδόρπιο, μα είναι όμως σταθερή αξία. Ε κι αν δεν υπάρχει κάτι άλλο διαθέσιμό, τι να κάνεις, θα το φας... Σιγά σιγά όμως οι «θαυμαστές» άρχισαν να φθίνουν. Το ύφος του δεν άλλαζε, έγινε τετριμμένο; Ο κόσμος δεν συμμερίζεται τη μαγεία των πάντων; Δεν ξέρω, αλλά με προβλημάτισε πολύ. Ένιωσα πως για να σε ακούσει κάποιος, πρέπει αυτό που θα πεις να τον αφορά. Ένιωσα πως ό,τι στέλνω δε φτάνει. Κι έπειτα τι νόημα έχει να φτάσει; Ένιωσα πως αυτά που ξερνάω δεν ενδιαφέρουν καν εμένα. Μετά ηρέμησα. Με ρώτησαν ύστερα δύο, τρεις αγαπημένοι, «γράφεις ακόμα;» και χάρηκα λιγούλι, μα έπειτα πάλι υποψιάστηκα πως είναι μία προσαρμοσμένη κλισέ ερώτηση. Θέλω να πω, πως η σωστή ερώτηση θα έπρεπε να είναι πιο άμεση. Τύπου: Γιατί έχεις τόσο καιρό να γράψεις; Από που αντλείς τώρα την έμπνευση; Πάμε για κυνήγι; Θα έπρεπε να ξέρουν... Μην είσαι όμως άδικη. Ευχαριστώ... 

  Ήρθε που λες το χθες. Ο τελευταίος μήνας της άνοιξης, άνοιξε ένα πολύ σημαντικό σημείο που με κάνει να ξεδιπλώνομαι. Άνοιξε τραπεζάκια ανάμεσα σε κόσμο, που μπορώ μολονότι βρίσκομαι ανάμεσα τους, να μπαίνω βαθιά στις μαύρες τρύπες μου και τις κάνω να λάμπουν. Άνοιξε τα ραντάρ μου να βλέπω πιο καθαρά τα μαγικά λυμένα γκρι μαλλιά, τα μαγικά χαλασμένα φανάρια και τις τρελές μαγικές ομπρέλες. Κι αν αυτό δεν έχει καμία σημασία, ίσως έχει να μοιραστώ μαζί σου πως ξαναβρήκα το λιβάδι μου. Όχι λογοτεχνικές μεταφορές, βρήκα όντως το θαυμαστό μου λιβάδι. Βρήκα κι έμαθα πλεόν απ' έξω τον δρόμο. Γνώρισα μάλιστα κι έναν βοσκό που περνάει το κοπάδι του από κει κι έτσι λύθηκε επιτέλους το μυστήριο με το χορτάρι. Κι αν ούτε αυτό έχει για εσένα κάποια σημασία, ίσως έχει το χμέλι σουμέλι, που προψές έμαθα πως έχει κάποια σχέση με την Γεωργία. Θυμάσαι τη Σοφία από τη Γεωργία, που τρέμοντας μου έκοψε τον Μάρτη από το αριστερό, ούσα πεπεισμένη ότι μου είχαν κάνει μάγια. Ούτε τώρα; Μήπως αν σου πω πως αγόρασα τα «Ανήσυχα Άκρα» επειδή τόσο με συνεπήρε η συνέντευξή αυτή στο ράδιο; Ίσως αν σου πω, πως τελικά η Ασία δε θα τη γλιτώσει; Ή το πόσο χαρούμενη με έκανε που σας είδα χθες; Ή το πόσο άβολα αισθάνομαι όταν δεν απαντούν στις ερωτήσεις που κάνω. Στάσου, όχι, θα σου πω ότι ήρθε η ώρα να αλλάξω το σκούτερ μου. Νομίζω πως κάποιος το πειράζει. Κάθε μέρα βρίσκω κάτι να λείπει. Έχει καταντήσει πολύ επικίνδυνο να το ιππεύω.

 Μιας και λοιπόν πήγε η κουβέντα στ' άλογα και προτού γίνουν όλα εντελώς παράλογα, θέλω να σου πω πως ξεκίνησα να κάνω παρέα με κάτι δεινόσαυρους. Ναι... καταλαβαίνω μα μην ανησυχείς. Ακόμα και οι σαρκοβόροι της παρέας είναι καλά παιδιά. Βγαίνω που λες με έναν τυραννόσαυρο, έναν αλλόσαυρο, έναν τρικεράτοπα, έναν βραχιόσαυρο, έναν στεγόσαυρο, έναν παρασαυρόλοφο κι έναν βελοσιράπτορα. Αμέ. Αυτά τα νέα αφού δε με ρωτάς. Πάω να βρω κι άλλους τώρα. Μπάι.



20210325

Τ' αρνίτσι μπίτσι

 Δε θα πιστέψεις τι σκεφτόμουν! Σκεφτόμουν τ' αρνίτσι μπίτσι. Τ' αρνάκι εκείνο που άνοιγε στην γριούλα, που την έλεγε «μανούλα», μόνο όταν εκείνη του έλεγε το συνθηματικό τους; Επειδή θέλω να είστε μέσα σε όλα και επειδή ίσως έχετε χάσει τ' ανθολόγια σας (γιατί κάπου εκεί θαρρώ πρωτοσυνάντησα τ' αρνίτσι μπίτσι, ή στην πρώτη ή στην δευτέρα δημοτικού, στο κίτρινο ή στο γκριζοπράσινο ανθολόγιο) απόψε με χαρά, θα μοιραστώ μαζί σας το μυστικό. 

«Αρνίτσι-μπίτσι έλ' άνοιξε,

χλωρή βοσκίτσα σου 'φερα,

να φας, να πιείς, να κοιμηθείς

και το πρωί να σηκωθείς,

να πάρεις το καλάθι σου, 

να πας στο σχολειό σου!»

Καμία πρόθεση δεν είχα με τα παραπάνω να δημιουργήσω κάποια ταραχή στις σκέψεις σας, δημιουργώντας άλλες σκέψεις του τύπου:

1. Το αρνάκι είχε λεπτή φωνή; 

2. Η γριούλα φόραγε τσεμπέρι κι αν ναι, τι χρώμα;

3. Στο σχολείο το αρνίτσι μπίτσι ήταν αποδεκτό από τους συμμαθητές του; 

4. Το καλάθι με ποιο από τα τέσσερά του άκρα το κρατούσε

3. Το 3 δεν μοιάζει με ένα 8 που το φώτισε κάποιος πολύ από μπροστά; 

6. Το μπίτσι του αρνίτσι, να 'ναι τάχα beachy ή μήπως είναι bitchy;

7. Μην τάχα το αρνί τώρα, έγινε στα μάτια σας γαλάζιο με κυματιστό μαλλί και καφετί της άμμου ανταύγειες , φοράει γυαλιά ηλίου με πορτοκαλί σκελετό και είναι αρκετά αυταρχικό; 

8. Που χάθηκε το 5; 

9. 

10. Στο δρόμο προχώρησα δίπλα σε έναν σκύλο θηλυκό, που άκουσα πως τον έλεγαν Χαρούλα και όλοι οι αρσενικοί σκύλοι της περιοχής την θέλουν για αναπαραγωγή. Μπορείς ξεκάθαρα να φανταστείς πως είναι εμφανισιακά η Χαρούλα.  

11. Ο Κρητικός πλέον έχει γίνει πέρασμα. Μία μέρα κατανάλωσα σε πολύ λίγη ώρα τέσσερις καφέδες. στο όρθιο. Το πρωί είχα διαβάσει για τον ριστρέτο και έχοντας πρόσφατα μάθει ότι ο τύπος είναι μαζί με τη γυναίκα του ανάμεσα στους επτά καλύτερους καφέδες της χώρας, θεώρησα σοφό να γνωριστώ εκεί με τον ριστρέτο. Έτσι, εγώ που δεν έπινα καφέ, έφτασα να ζητάω αυστηρούς καφέδες και να ψάχνω σε αυτούς νότες ψωμιού. 

 Ένα εκατομμύριο μέρες αργότερα θα συνεχίσω μήπως ολοκληρώσω αυτό που ήθελα να πω. Η γυναίκα του Κρητικού τη μέρα γνωριμίας με τον ριστρέτο είχε γενέθλια. Είχε καθίσει ο φίλος και επιλέξει με το χέρι κάποιους ξεχωριστούς κόκκους καφέ για να βγάλει ένα φλιτζάνι με το μαγικό για εκείνους υγρό που ήξερε ότι θα της άρεσε πολύ και θα την έκανε ευτυχισμένη. Έτσι θα πρέπει να είναι τα παραμύθια ε; 

 Είναι πολλές φορές οι στιγμές που θέλω να γράψω και πολλές φορές που το αφήνω για αργότερα κι έπειτα με αφήνει κι αυτό. Έχει λοιπόν χαθεί η μαγεία. Η μαγεία που ένιωσα χθες όταν στον γνωστό σταθμό άκουσα έναν πεζογράφο να συζητάει με τον παρουσιαστή για τη γοητεία που έχει η έμμεση αναφορά. Πως το έμμεσο μπορεί να το πάρει ο καθένας και να το ντύσει όπως θέλει. Πως το «πεπόνι λέω, πεπόνι δείχνω» εύκολα ξεχνιέται, εύκολα μασιέται. Εύκολα μασιέται, εύκολα ξεχνιέται. Εύκολα μασιέται. 

 Τα δόντια μου ξύπνησαν μερικές ώρες πριν και χασμουριούνται αναζητώντας ίσως κάποιο κόκαλο. Ένα κόκαλο που πρέπει να τα σφίξω και να το γεννήσω εγώ. 



 


20210214

click in soap

 Αρνούμαι να πληρώσω τους λογαριασμούς. Ήμουν ως τώρα πάντα, σχετικά συνεπής. Με έχει πιάσει όμως μία φοβερή άρνηση να μπω στη διαδικασία πληρωμών που υποθέτω σχετίζεται με τη δεύτερη καραντίνα και την καταστροφή του ρυθμού. Έχω χάσει τις μέρες και μαζί με αυτές, τη συνέπεια μου στο τέρας του κράτους... Δεν έχω χάσει όμως κανένα ραντεβού με το τέρας του μυαλού μου. Συμβαίνει άραγε και σε εσάς να μην υπάρχει κενό; Δεν μπορώ να εντοπίσω στιγμή, που να μην σκέφτομαι τίποτα. Ακόμα κι αν σταθώ στην άκρη κάποιας θάλασσας και θαυμάζω την απόλυτη ομορφιά της, το μυαλό μου τρέχει. Μα, θα σκέφτομαι το αλάτι ή την χρωματική παλέτα ή ακόμα χειρότερα τι είχα και τι χάλασα, γιατί το «χάλασα» κρύβει μέσα του τη «θάλασσα» και τι τέλειο κομμάτι θα γινόταν αυτό για την μπάντα μου, τη νεότερη, τα «ίδια κουνουπίδια» ή οποία είναι σαν το Άγιο Βασίλη, υπάρχει, μα δεν υπάρχει πραγματικά. Θυμώνω γι' αυτό που και που κι έπειτα θυμώνω γιατί θύμωσα... 

 Ομοίως τις προάλλες το πρωί πρωί ενώ οδηγούσα το Ροσινάντε, σκεφτόμουν έντονα τη λέξη «αντικομφορμισμός». Πήγαινα για φυσικοθεραπεία και την ώρα που δεχόμουν τη μέγιστη ποσότητα ρεύματος εις τους μείζονες γλουτιαίους μύες δαγκώνοντας τη γλώσσα για να κάνω χαϊ σκορ και να νικήσει ο άνθρωπος τη μηχανή, είπα τη λέξη «παγαποντία» κι αφού χύθηκε από τα χείλη μου, κοίταξα τη φυσικοθεραπεύτρια με το ίδιο τρομαγμένο βλέμμα που με κοιτούσε εκείνη! Έτσι ξεκινάνε οι μέρες με ενδιαφέρον, όταν βρέχουν το μυαλό σου άκυρες εντελώς λέξεις που κάνουν τους άλλους, ακόμα και εσένα να αναρωτιέσαι, «μα πως σκατά βρέθηκες εσύ στο κεφάλι μου». 

 Εκείνη τη μέρα άφησα το μηχανάκι και συνέχισα με τα πόδια την πορεία μου προς το κέντρο της πόλης για άσκηση και κοινωνικοποίηση. Στο Σύνταγμα είχα ραντεβού με δύο φίλες και το σχέδιο ήταν να πάμε να ανταλλάξουμε λεφτά με καφεΐνη σε έναν ωραίο Κρητικό τυπάκο που ανακαλύψαν πρόσφατα. Συναντηθήκαμε έξω από γνωστό πολυκατάστημα και πως το έφερε η κουβέντα ότι σκέφτομαι να αγοράσω το γνωστό πορτοκαλί βιβλίο αυτοβελτίωσης. Η αγορά έπρεπε κυρίως να γίνει για να διαπιστώσω αν θα μπορούσα εγώ να έχω γράψει αυτό το βιβλίο, καθώς πάγια τακτική στα εντός και εκτός έδρας παιγνίδια μου είναι να μην δίνω a fuck και ναι, είναι όντως τέχνη. Με την αυτοβελτίωση εν γένει δεν τα πάω καλά. Όχι ότι δεν πιστεύω στην βελτίωση πόσο μάλλον στην αυτό, αλλά τα βιβλία αυτά μου μοιάζουν μασημένη τροφή. Σαν προπονητές κατώτατης ερασιτεχνικής κατηγορίας οι οποίοι βαπτίστηκαν μόνο από την εμπειρία και γκαρίζουν στους παίκτες τους πορτοκαλί γενικολογίες, φροντίζοντας έτσι η ομάδα να παραμένει στον πάτο φορέβα. 

 Όπως θα ξέρετε, δεν μπορούσες απλά να μπεις στο κατάστημα και να σουλατσάρεις, εκείνες τις μέρες έπρεπε να κλείσεις ραντεβού και είχες μισή ώρα μόνο για σουλάτσο. Μέθοδος: click in shop. Πρώτη φορά που χρησιμοποίησα αυτό το σύστημα. Εντυπωσιακό. Στον όροφο ήμασταν σχεδόν μόνες. Μόνες σε περίοδο εκπτώσεων, σε πολυκατάστημα στο καρακέντρο της πόλης. Απολάμβανα λοιπόν την ηρεμία και ενώ κρατούσα στα χέρια μου το πορτοκαλί βιβλίο με οριακά λιγότερες ενοχές και ντροπή από το να κρατούσα βιβλίο της Χρυσηιδούλας (ναι, σνομπάρω και ντροπή μου γιατί αφενός δεν έχω καταπιαστεί με το έργο της, αφετέρου τουλάχιστον η Χρυσηίδα έχει βρει εκδότη) έτρεξα αλαφιασμένη να βρω για ακόμα μία φορά την «πτώση» μου. Αυτή την «πτώση» την έχω αγοράσει κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές και κάθε φορά κάπου τη δωρίζω να μοιραστώ και με άλλους τον θησαυρό. Δε θυμάμαι τι έγινε η πρώτη, η υπέρλαμπρη, το δώρο, μα αν κάποιος θυμηθεί που την εμπιστεύτηκα και δε μου έχει γυρίσει ακόμα, παρακαλώ ας με βοηθήσει. 

Τα έκανα έτσι και τα δύο δικά μου. Το ένα έχοντας ως σκοπό να το κατακτήσω ώστε να μπορώ να το απομυθοποιήσω στα μάτια των άλλων, το άλλο να το διαβάσω για τρίτη ή τέταρτη φορά(;) και να σιγουρευτώ ότι είναι στην κορυφή μου ακόμα. Με εξέπληξε όταν το πορτοκαλί έκανε αναφορά στον Αλμπέρ. Σα μνηστήρας που για να κερδίσει προσοχή, έχει κάνει μία σχετικά σύντομη έρευνα για τα γούστα σου και σου πετάει όσα θες να ακούσεις. Σκέφτηκα στιγμιαία «μωρέ λες;»

 Έτσι όπως πολύ σκέφτομαι λοιπόν, από την αυτοβοήθεια, στην πτώση, απόψε τις πρώτες απογευματινές ώρες κι ενώ σαπούνιζα κάτι πιάτα, με προβλημάτισε ένας τύπος που ήταν στο κεφάλι μου (μα πως σκατά βρέθηκε εκεί;). Απευθυνόταν σε κάποιον, δε φαινόταν ποιος κι η συζήτηση εξελισσόταν σε ένα τραπέζι σε κάποια αυλίτσα. Η αλήθεια είναι ότι δε φαινόταν καλά ούτε το πρόσωπό του, αλλά σίγουρα έπαιζε με ένα κομπολογάκι, μύριζε πράσινο σαπούνι, είχε μουστάκι και σίγουρα φορούσε φανελάκι λευκό με τιράντες. Έλεγε λοιπόν στον συνομιλητή του με τη σιγουριά και τη μελωδικότητα που έχει στη φωνή κάποιος που σπούδασε τη ζωή,  «από τότε που βγήκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο» κι αμέσως γεννήθηκε ένα τεράστιο ερώτημα στο μυαλό μου. Πότε άραγε να βγήκε η «συγγνώμη»; Πως ο τύπος με τόση σιγουριά μεταφέρει ότι το «φιλότιμο» προϋπήρχε της «συγγνώμης»; Κουλ, θα μου πεις. Μην τα παίρνεις κι εσύ ρε παιδάκι μου όλα τόσο σοβαρά κι απόλυτα, μια κουβέντα είπε ο άνθρωπος. Μην υ π ε ρ α ν α λ ύ ε ι ς. 

 Αμέσως το Φιλότιμο πήρε μορφή. Ένα παλικάρι, προς το ξανθό, με φανελάκι κι αυτό λευκό σαν του προφέσορα, να μοσχομυρίζει στη γειτονιά καθώς περνάει πράσινο σαπούνι και η γειτονιά που μένει να έχει σπίτια χαμηλά και να είναι φτωχική, μα οι άνθρωποι εκεί να έχουνε πάντα γιορτή. Μισό λεπτό, όλα είναι ασπρόμαυρα. Κλακέτα, γράφουμε. Μία μέρα λοιπόν, τσουπ, κατεβαίνει από μία αμαξάρα στη γειτονιά η Συγγνώμη. Εννοείται έχει σοφέρ. Βγήκε από τα μέρη της μία βόλτα-κοινωνικό πείραμα, να χαζέψει τη φάση. Πως τρέχουν οι άνθρωποι στους ζωολογικούς κήπους να παρατηρήσουν τάχα τ' άλλα είδη. Φτωχοί μου άνθρωποι, να ξέρατε πως εσείς είστε που σας χαζεύουν τα ζώα... Το Φιλότιμο, μεγαλύτερο σε ηλικία από τη Συγγνώμη, μη φανταστείτε πολλά χρόνια, περνάει εκείνη τη στιγμή μπροστά της. Εν τάχει ερωτεύονται και το Φιλότιμο χάθηκε. Τέλος. Φίκος Φιλμς. 

 Φυσικά και δε θα σας δώσω μασημένο το τέλος. Τι είμαι; Βιβλίο αυτοβοήθειας; Προπονήτρια ερασιτεχνικής ομάδας τελευταίας κατηγορίας; Ωσάν μία ταινία με υψηλό νόημα, που διεκδικεί κι εν τέλει κατακτά πολλά βραβεία, σιγά μην κάτσω να ολοκληρώσω το σενάριο. Το τέλος αγαπητοί έγκειται στις δικές σας φαντασιώσεις. Το τέλος ξεψυχά για την τέχνη. Άλλωστε η σαπουνάδα ολοκληρώθηκε, ο κύριος με το μουστάκι έπαιξε μία τελευταία κομπολογιά μαγκιόρικα, έκλεισε το μάτι και χάθηκε. Μισό λεπτό, τι είχα αρχίσει να σας λέω; 

Υ.Γ. Λίγο αργότερα το ίδιο απόγευμα με τη σαπουνάδα:

       _ Μαμάμα που είναι ο Τάκης; Τάακη; Τάαααακη; 

       _ Έλα ντε; Ξέρεις πόσα χρόνια τον ψάχνω. 

       _Τάαααακη; Που είσαι Τάακη; Έλα να με σώσεις! 

       _ Αχ αγάπη μου, αν αλήθεια πιστέψεις ότι ο Τάκης θα σε σώσει, χάθηκες! 

       _Τάαααακη; 

Υ.Υ.Γ Στο επόμενο ποστ, υπόσχομαι να ανεβάσω το σπουδαιότερο πτυχίο μου. 




20210128

Μία γίδα που την έλεγαν Κάται

 Θα σου εξηγήσω τώρα τη σειρά για να μην μπερδευτείς.΄Η μήπως είναι τέλειο να μπερδεύεσαι; Κάποτε έκανα για σύντομο χρονικό διάστημα έναν φίλο δι' αλληλογραφίας, ηλεκτρονικής, αλλά ήταν ότι πιο κοντά στα ποθητά μου γράμματα που τόσο πολύ μου λείπουν. Με χαιρέτισε με κάποιες προτάσεις. Σε σειρά. Ανάμεσα στ' άλλα μου είχε πει time flies like an arrow; fruit flies like a banana, που του το είχε πει ο Γκράουτσο Μαρξ για να αποδοθούν και τα εύσημα στη μάνα. Αμέσως κέρδισε την προσοχή μου. Αρχικά οι σαφείς, λακωνικές προτάσεις κι έπειτα οι μύγες. Οι μύγες να ξέρεις κατά τ'άλλα, βαλσαμώνονται με βαλς. Κάποια πράγματα δηλαδή δεν αλλάζουν στο χρόνο. Κι επειδή δεν αλλάζουν, αλλά εγώ αλλάζω κι αλλάζω ξανά και ξανά παραμένοντας πάντα ίδια, εκτύπωσα τότε τη σειρά των γραμμάτων κι όποτε νιώθω να χάνομαι στις βόλτες, διαβάζω ξανά αυτά τα κίτρινα χαρτιά και θυμάμαι. Εσύ διαβάζεις ξανά τα κίτρινα χαρτιά σου; 

 Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθούμε με τις χρονόμυγες. Τις χρονόμυγες μπορείς να τις συναντήσεις οπουδήποτε στον πλανήτη Γη. Φήμες λένε ότι υπάρχουν και σε άλλους πλανήτες, αλλά ακόμα δεν έχει κάτι αποδειχθεί. Τις απαντάμε σε ποικίλα μεγέθη, χρώματα και σχήματα. Έχουν φτερά, μα και δεν έχουν, αλλά συνήθως έχουν γιατί κανένας δεν τους τ' αφαίρεσε. Μπορείς να τις εξημερώσεις και να γίνουν χρονόμυγες συντροφιάς, αλλά θέλει φοβερή προσπάθεια ή και δε θέλει. Μία χρονόμυγα τρέφεται κυρίως από τα συναισθήματα μας και τη στάση μας απέναντι στο απέραντο του πεπερασμένου, όπως όλα άλλωστε, καμία διατροφική ιδιαιτερότητα λοιπόν, τέρατα. Οι χρονόμυγες ποτέ δεν πεθαίνουν και ξανά προς τη δόξα τραβούν, μα να ξέρεις στην πραγματικότητα ήταν, είναι και θα είναι για πάντα νεκρές. Πότε; Ποτέ. Το επόμενο χρονικό διάστημα, θα επιχειρήσω να παρουσιάσω μερικές χρονόμυγες, μα ως ένδειξη σεβασμού, η παρουσίαση θα γίνει στον εγκέφαλό σας, μυστικά. Ραντεβού εκεί. 

 Σε άλλα νέα, έμαθα χθες πως κομμάτια του Ραχμάνινοφ τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο, σα να είναι μία υπογραφή. Λένε πως είναι ο σωστός τονισμός του επιθέτου του. Θα ήθελα να μάθω κι άλλα, αλλά το ράδιο δεν έπιανε στο υπόγειο πάρκινγκ κι έτσι σταμάτησε η εκπομπή. Σιωπή, του Μπετόβεν. Μα γιατί στα υπόγεια τα πάργκινγκ ο κόσμος τρελαίνεται να βρει θέση στο πρώτο επίπεδο; Σε περίπτωση σεισμού, νομίζω πως δε σώζεσαι ούτε στο μείον ένα. Οπότε γιατί να κάνεις ώρες βόλτα να βρεις θέση εκεί, όταν το μείον δύο δε χρειάζεται κόπο και το μείον τρία χρειάζεται θάρρος γιατί επικρατεί κρύο, σκοτάδι και μοναξιά, ίσως κρύβει και κανέναν ψυχοπαθή με αιματοβαμμένο τσεκούρι ντυμένο κλόουν! Εκεί λοιπόν στα βαθιά υπόγεια βρίσκω χαρά, θύματα και θέσεις σε αφθονία. Έπειτα παίρνω τις κυλιόμενες και παρατηρώ, ούσα σίγουρη πως αυτοί που περπατάνε ή ακόμα χειρότερα τρέχουν στη σκάλα της τεμπελιάς, είναι οι ίδιοι από το πρώτο υπόγειο, αυτοί που δε θα καταφέρουν ποτέ να εξημερώσουν μία χρονόμυγα. Οι ίδιοι που διέδωσαν πως πρέπει να στέκεσαι στα δεξιά και πως τάχα είναι θέμα ευγένειας. Έφτασα. 

 Ω, γεια σας κυρία χρονόμυγα! Θέλετε να χορέψουμε σαν τον 'Ιαν; 

Υ.Γ. Η Φακή μου λέει τις προάλλες «Να σου πω μία ιστορία; Μία φορά κι έναν καιρό, ήτανε, δεν ήτανε μία μπάλα. Ω! Πάμε να παίξουμε μπάλα;» Καλά θα τα πάμε! 

Υ.Υ.Γ. Θα σε βοηθήσω σήμερα πολύ πολύ, για να πιάσεις ξανά τον ρυθμό. Πάτα τα πορτοκαλί.




20201231

Πάνε παλιέ χρόνε

 Ουυυ, κοιμούνται και τα δύο μωρά. Το ένα οκ, κοιμάται συνέχεια σχεδόν. Το άλλο γουστάρει το τσάι, ανεβαίνει πολλές φορές μέσα στη μέρα στο αρμόνιο και βαράει τα πλήκτρα ουρλιάζοντας κάτι τυχαίους, ακατάληπτους στίχους. Δεν είναι οκ να κοιμάται τέτοια ώρα, γιατί αυτό σημαίνει ότι ο βραδυνός της ύπνος ξεκινάει κατά τις 02:00- 03:00 και τα μωρά πρέπει να είναι στο κρεβάτι τους από τις 21:00 λένε. Αλλά τι πειράζει; Στο σύμπαν μας δεν πειράζει τίποτα, πέρα από το να μην είσαι κουλ. Θαρρώ πως οι κουλ τύποι, είναι ευπροσάρμοστοι όταν οι συνθήκες το απαιτούν και ακόμα καλύτερα φέρνουν τις συνθήκες στα μέτρα τους. 
 Σε λίγες ώρες λοιπόν, αλλάζει ο χρόνος. Ήταν ένα μικρό σοκ η διαπίστωση πως αυτό θα συμβεί απόψε. Είχα κατά νου ότι θα συνέβαινε λίγες μέρες αργότερα. Έχω χάσει τις μέρες... Μα, δεν έχω χάσει τον χρόνο. Όπως σου είπα ξανά, το 2020 είναι μία χρονιά που όλοι τη βρίζουν και λένε πως θα ήθελαν να ξεχάσουν. Θα μπορούσε να είναι πιο δημιουργική η αλήθεια είναι, αλλά έγινε γόνιμη με άλλο τρόπο. Πέρα όμως από αυτό, ήταν μία υπέροχη χρονιά γκρίζα, έρημη κι αλλόκοτη. Δε μπορώ να προσποιηθώ πως αυτά τα επίθετα δεν τα συμπαθώ, με εμπνέουν. Δεν μπορώ να πω πως δεν αισθάνομαι οικεία και ασφαλής όσο είμαι σε κλειστά νερά και δεν μπορώ επίσης να πω, πως δεν θα ξεχυθεί φωτιά στα ανοίγματα. 
 Τελείωσα τη μεταμόρφωση, αυτό στο είπα; Επιτέλους τελείωσε ναι. Ο Κάφκα τελείωσε, το μπαλόνι έσκασε και μία άλλη μεταμόρφωση ξεκίνησε. Σε λίγο θα εισέλθω στην τρίτη δεκαετία της ζωής μου. Δηλαδή έχω ακόμα, αλλά έχω υποσχεθεί ότι θα είμαι πιο ολόκληρο εγώ από ποτέ όταν αυτή ξεκινήσει. Πιο αλλόκοτα αλλόκοτη, πιο χρωματιστά χρωματιστή, πιο χαοτικά ήρεμη, πιο γεμάτα γεμάτη, πιο περιπέτεια, πιο γνώση, πιο πιο πιο, πιο καλοκαίρι, πιο φθινόπωρο, πιο Νοέμβρης, πιο παραμύθι. Έφτασε ίσως η ώρα να αρχίσω να τα διηγούμαι κι όχι μόνο να γεύομαι. 
 Είμαι έτοιμη να δω τον καφέ και τα τσιγάρα τώρα. Έτσι θα αποχαιρετήσω το είκοσι, με «καφέ και τσιγάρα», με τσάι και σουμική. Ξέρεις όμως ποιο είναι το καλύτερο; Θα υποδεχθώ το εικοσιένα με νερόμπομπες. Ω ναι! Ανελέητα θα πέσουν νερόμπομπες απόψε. Και ξέρεις και κάτι άλλο; Προχθές φάγαμε παγωτό μέσα στο κρύο. Και ξέρεις και κάτι ακόμα; Το σκουτεράκι μου λειτουργεί άψογα, χωρίς φρένα βέβαια, αλλά παρά την ακινησία και την απαγωγή, σε πείσμα όλων, μπορώ και πάλι να δαμάζω την άσφαλτο παρέα με το πιστό μου άλογο, που πλέον θα φωνάζω Ροσινάντε. Και ξέρεις και κάτι τελευταίο. Η αλητεία μυρίζει Νέα Υόρκη 212. Άντε γεια!




20201219

Φοιβούγεννα

 Ξέρω, πέρασε καιρός... Μα ήταν μέρες δύσκολες, βαριές. Πριν από μία εβδομάδα είχαμε Φοιβούγεννα κι όλα μοιάζουν σιγά σιγά, μες στην γκριζάδα, γιορτινά. Τα πάντα γύρω είναι κλειστά. Η πανδημία υπάρχει ακόμα. Μοιάζει σα να μην χάθηκε τίποτα έτσι, μοιάζει σα να δόθηκε χρόνος δώρο, ώστε να είμαι απολύτως εδώ. Χθες βράδυ πρώτη φορά σας κράτησα αγκαλιά και τους δύο μαζί. Ένας σε κάθε χέρι. Αριστερά το κορίτσι που έκλαιγε με αναφιλητά κι έτσι αποκοιμήθηκε, συνέχισε να κλαίει και στα όνειρά της. Δεξιά το αγόρι που προσπαθεί ν' ανοίξει τα μάτια του μήπως κατανοήσει τι είναι αυτό που του συμβαίνει. 

 Έτσι κάπου ανάμεσα στα κενά της ζωής βρίσκω κι άλλο μαγικό χρόνο να αναρρώσουν μαζί με το κορμί μου και τα κουτιά των θησαυρών. Εξαντλήθηκα τόσο πολύ και νιώθω τώρα με τα λίγα τόσο μα τόσο δυνατή. Ανάμεσα στο γάλα και τα όνειρα, εκεί που πάλι προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που μοσχοβολά και τι είναι αυτό που τόσο θολά βλέπει, τ' αυτιά του γεμίζουν με ό,τι ἄξιόν ἐστι. Αυτός ο κόσμος, ο μικρός, ο μέγας, θα είναι άραγε ποτέ έτοιμος για εμάς, θα είμαστε άραγε ποτέ έτοιμοι γι' αυτόν; Για λίγο, για όσο το ταξίδι μας κρατήσει...



20200924

φ θινόπωρο

  Ζω στο σύμπαν της τρελής ατσουμπαλιάς. Πάντα ζούσα δηλαδή, αλλά δεν πρέπει αυτές τις δύσκολες μέρες να συμβαίνει. Σκοντάφτω συχνά, σπάω πράγματα και χθες έπιασα κι ένα κακτάκι ενστικτωδώς για να μην πέσει. Στη δεξιά μου παλάμη και στην καρδιά μου, ακόμα είναι βυθισμένα μερικά αγκάθια.

 Σε άλλα νέα, όλα μεγαλώνουν με ταχύτατους ρυθμούς. Με συνεπήρε αυτές τις μέρες η ύπαρξη του γκόμποκ (gömböc), για το όποιο πολλά πράγματα δεν κατάλαβα, αλλά κατάλαβα ότι θα ήθελα πολύ να καταλάβω κι έτσι έκανα μία βαθύτερη βουτιά. Η βαθύτερη βουτιά με οδήγησε στα παρακάτω: 

1. Τις βασαλτικές κολόνες

2. Ότι η απόστασή ανάμεσα σε έναν κύβο με 26 σημεία ισορροπίας (ευσταθούς ή ασταθούς) κι ένα γκόμποκ (με μόλις δύο σημεία, ένα κι ένα) οριοθετεί το πλαίσιο της εξέλιξης των πετρωμάτων

3. Ο νέος στόχος ζωής είναι να γνωρίσω από κοντά το γκόμποκ 1837

4. Ότι η πρόσβαση σε πληροφορίες αν δεν ξέρεις άλλη γλώσσα εκτός από ελληνικά είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Πολλές φορές και για πολλά και διαφορετικά τελείως πράγματα δεν μπορώ να βρω τίποτα αν δεν αρχίσω την αναζήτηση σε κάποια άλλη γλώσσα. Όπως για παράδειγμα τώρα με το γκόμποκ, ή για το τιτίν, για τις βασαλτικές κολόνες ή για τον αυνανισμό κατά τη διάρκεια του τοκετού. Σκέφτομαι λοιπόν, αφενός τι κρίμα να μην υπάρχει ζήτηση και απαίτηση για εύκολη πρόσβαση στην ανταλλαγή πληροφορίας σε όλες τις γλώσσες, από όλες τις γωνίες του πλανήτη ίσα κι αφετέρου... φακ, ξέχασα το «αφετέρου» μου. 

5. Πόσο σπάνιοι και σπουδαίοι είναι όσοι μπορούν το ίδιο απόγευμα να κάνουν κούνια, παρέχοντάς μου πληροφορίες για το γκόμποκ, ενώ τρώμε μαλλί της γριάς, κράζουμε τη νέα ταινία του Κάουφμαν στα κορακίστικα και στήνουμε ένα κυνήγι θησαυρού για το 1837 το οποίο θα δώσει έμπνευση για το επόμενό μας χιπχοπ κομμάτι που θα γυριστεί και σε ταινία. Μουσικό χαλί της φασάρας είναι λίγος Θωμάς, λίγος Νικόλας. Κι ενώ ο σούπερ άνθρωπος μου μιλάει για κάτι νέο που με έχει εκστασιάσει και μου δίνει πάσα (το γνωστό κι αγαπημένο «ερέθισμα») για νέες δημιουργίες, χτυπάει το κινητό μου, που ξέχασα να το βάλω στο αθόρυβο για να αποφεύγω τις κλήσεις, με τη χημική ονομασία του τιτιν. Αυτό τον κάνει να γελάσει, γιατί ξέρει τι είναι αυτό που ακούγεται! Δεν είναι κάτι αλλόκοτο, είναι το σύμπαν μας. 

 Κλείνοντας, θα ήθελα να ενημερώσω ότι η νέα χρονιά ξεκίνησε, είμαι μία ανάσα πριν τα τριάντα πλέον. Αριθμός εντελώς αδιάφορος κατά τα άλλα. Νομίζω πως όντως δε θα μεγαλώσω ποτέ όσο κι αν μεγαλώνει η απόσταση από την ημερομηνία γέννησής μου. Αγόρασα έτσι, ίσως λίγο βιαστικά, εκείνη την μέρα της επετείου λίγο τσάι για τον χειμώνα. Μερικές από τις σταθερές πλέον, γκενμάιτσα, μίλκι ουλόνγκ και ένα πράσινο γιασεμί. Μου λείπουν τουλάχιστον ακόμα της Παλμύρας και της παλλακίδας κι ένα τίμιο εαρλ γκρέι για να μην πέσει το σπίτι μου όταν φυσήξει ο λύκος. Έπειτα οι όποιες νέες περιπέτειές του φετινού χειμώνα θα είναι καλοδεχούμενες. Όλα αυτά τα αναφέρω για να ανακοινώσω επίσης ότι πλέον κατέχω και την σοφία της παρασκευής μπισκότων earl grey με γλάσο (ή και χωρίς) λεμονιού. Που σημαίνει ότι μάζεψα ακόμα ένα τουβλάκι για το λαλαμπαϊ μου. Στόχος της φετινής χρονιάς είναι η προετοιμασία ψυχική και σωματική για την νέα δεκαετία η οποία θα αφιερωθεί κι αυτή στην ανεμελιά. Γιατί τι είναι η ζωή φίλοι; Τσάι της ανεμελιάς, βουτιές, 5. και θάνατος. 

Υ.Γ. Αναζητώ άτομα για να στέλνουμε γράμματα ο ένας στον άλλον. Σε χαρτί. Με ταχυδρόμο. 

 

                                                                             



20200827

'Ενα κρεμμύδι στην πισίνα μας

Εντάξει. Παρά-έκανα μεγάλο μακροβούτι στη θάλασσα της κοινωνικοποίησης. Έχω ανοίξει να γράψω την τελευταία μία ώρα και διακόπτω να συνομιλήσω με φίλους που περνάνε, που καλούν, που στέλνουν. Διέκοψα μέχρι και για να ευχηθώ «χρόνια καλά» σε κάποιον. Φτάνει. Επιστροφή εκεί που έμεινα. Το τσάι κρύωσε. Κατάφερε να κρυώσει το τσάι μου τον Αύγουστο. Κανονικά θα ξεκινούσε κάπως έτσι: 
 Δεν άντεξα άλλο. Παρήγγειλα το πρώτο τσάι του φθινοπώρου, ενδεχομένως για το αναγκάσω να έρθει επιτέλους. Φτάνει πια το καλοκαίρι. Από τα πιο άβολα καλοκαίρια. Τα πιο ιδρωμένα. Νιώθω πιο στρογγυλή από ποτέ. Πιο φουσκωτή κι από τη φορά που ήμουν πιο φουσκωτή. Θέλω να τρέξω, θέλω να χοροπηδάω μία ώρα ξέγνοιαστα. Θέλω το αγόρι, να βγει από μέσα μου χθες. Επίσης δε θέλω ν' αναπαραχθώ άλλο. Τόσο αρκεί. Τουλάχιστον για μία δεκαετία, μέχρι να ξεχάσω. Μετά ελπίζω να φρικάρω με τη φάση και να μην με πιάσει νοσταλγία. Οπότε ναι, αν με δείτε με δύο, δε θα είναι κάποιου είδους αστείο. Είναι δικά μου όλα, απλώς ξέρετε, σιχαίνομαι τις τυπικές ανακοινώσεις. 


 Αδιάφορο καλοκαίρι λοιπόν. Χωρίς ταινία, χωρίς πεφταστέρια, με ένα ταλαίπωρο ρόουντ τριπ σε σούπερ αδιάφορο μέρος, χωρίς αλάτια, μαύρη πέτσα και παραμύθια. Είμαι πιο γκρινιάρα από ποτέ. Θέλω μόνο μία βελόνα να κάνω μπαμ. Και έμπνευση...Σε αυτή την έρημο, με αυτή τη βασανιστική ζέστη που με λιώνει δεν περνάει ούτε μία αχυρόμπαλα να θαυμάσω. Τρομερά προβλήματα έχει ο κόσμος μου. Τρομερά προβλήματα, έχει κι ο κόσμος. Θυμάστε την πανδημία; Μουχαχαχαχα γιατί και καλά την έχετε ξεχάσει. Τα νούμερα είναι άσχημα και υπόσχονται δύσκολες μέρες. Τα άτομα απροσάρμοστα για ένα σωρό λόγους. Αδιάφορα, απείθαρχα. Είναι όλα τόσο κοντά και τόσο μακριά μας, μέχρι να ακούσουμε τον ψίθυρό τους στ' αυτάκια μας. Μετά ίσως μας νοιάξει κάτι, για λίγο. 
 Τις προάλλες το κορίτσι, που είναι λες και παίρνει κόκα 24/24 πετούσε μέσα στην πισίνα τα σκόρδα και τα κρεμμύδια μας. Σκέφτηκα πως το σκόρδο χάλασε. Το σκόρδο το διψασμένο, έκανε μία βουτιά, ένα καλοκαίρι μέσα σε μία πολύχρωμη, μικρή, φουσκωτή πισίνα και ξεδίψασε; Και τώρα; Χάλασε το σκόρδο; Τύπου πήρε νερό και μουχλιάζει και πρέπει να το πετάξω; Αναπτύσσονται βακτήρια τα όποια δε θα έκαναν πάρτι, αν το σκόρδο δεν βούταγε; Μήπως να το αφήσω να δω πρώτα τι θα συμβεί κι έπειτα να το σουτάρω; Κι αν συμβεί και δεν μπορώ να το δω με αυτά τα μάτια; Κι αν βιαστώ να το πετάξω, ενώ το σκόρδο είναι μία χαρά επειδή το νερό δεν το πείραξε, ή πολέμησε από μόνο του τους εισβολείς; Ή απλά δεν συμβαίνει τίποτα στο σκόρδο αν πέσει στο νερό! Το τράβηξα έξω από την πισίνα. Το άφησα δίπλα και τότε όρμησε, πήρε ένα κρεμμύδι και παρ'όλο που της είπα με δραματικό τόνο «όχι το κρεμμύδι» εκείνη το δρόσισε κι αυτό. Πάγωσα. Πιο πολύ από το σκόρδο. Ίσως γιατί είχα εξαντλήσει όλα μου τα άγχη πριν και έμεινα πια να χαζεύω το κρεμμύδι σα να είναι ένας πίνακας. Ένα ποίημα. Ήταν. Έχετε αλήθεια δει ποτέ ένα κρεμμύδι να επιπλέει σε μία πισίνα κάποιο καυτό, ακίνητο καλοκαίρι; 
 Φεύγω, κλείνω, θα ξεράσω, κατουριέμαι και φτερνίζομαι και δεν είναι μέρες να φτερνίζεσαι ανάμεσα σε κόσμο... 




20200802

Ντίσκο πανσέληνος ψαρίλα

 Η ζέστη αυτή με έχει κάνει να λιώσω. Κάθε ζέστη κι ένα παράπονο. Τα αρκουδίσιον κλειστά. Όχι στους 16. Κλειστά. Υπάρχουν στο χώρο δύο ανεμυστήριοι. Πια δεν κάνουν τίποτα ούτε αυτοί. Φυσούν λαύρα που δεν φτάνει ούτε στα μισά της μεταξύ μας απόστασης. Έχω χάσει όλες τις αξιοπρεπείς μου βεντάλιες. Ανάμεσα σε όλα τα άλλα πιάνω και πιο πολύ χώρο στο χώρο από ποτέ. Ένα χάος. Ονειρεύομαι το επόμενο καλοκαίρι που θα το κάνω όπως τα παλιά καλοκαίρια, παρά τον ιδρώτα, να μου πηγαίνει πολύ. Ονειρεύομαι χειμώνες, τρέξιμο και άλματα. Φθινόπωρο, κάποιου Οκτώβρη την αυγή, κάποιου Νοέμβρη την βροχή μία ανάσα πριν και του Σεπτέμβρη τις πρώτες τις δροσιές. Κι ενώ τα παγωμένα νερά μου τελειώνουν και σε λίγες ώρες η πανσέληνος του οξύρρυγχου θα χορέψει στον ουρανό, φτιάχνω στο μυαλό μου μία εικόνα. 
 Δεν είμαι σίγουρη αν είμαι εγώ, ή πρωταγωνίστρια μου, αν είσαι εσύ ή πόσοι είναι στο πλάνο, αλλά υπάρχει μία γέφυρα. Ξεκινάει άλλωστε ιστορία χωρίς φεγγάρια, γέφυρες και μουσική; Πρόσεξε, όχι στη γέφυρα μου, αυτή τη φορά βρισκόμαστε ανάποδα, στη γέφυρα με τις αράχνες. Υπάρχουν παγωμένα ποτά, ένα τίμιο φορητό μέσο αναπαραγωγής μουσικής, τα φώτα του πορτοκαλί της δύσης από τον δρόμο και οι ιστοί που δεν ενοχλούν καθόλου όμως. Και χορεύουμε. Τα παρακάτω κομμάτια, ξανά και ξανά: 
1. Moby-Disco lies
2. Hercules & love affair-Blind
3. Gossip-Heavy cross
4. Depeche Mode-Never let me down again
5. Bicep-Glue 
Μην ψάξεις να βρεις νόημα, δεν υπάρχει. Χορεύουμε πολλή ώρα όμως. Χορεύεις κι εσύ τώρα ήδη στο μυαλό σου και το ξέρω. Δε μας βλέπει κανείς. Δεν κοιτάζει καν ο ένας τον άλλον, έκσταση. Είσαι εδώ; Είναι κάποιος εδώ; Φυσικά και είναι! Χαζεύει μυστικά ο ένας τον άλλον. Που και που χαζεύουμε τέτοιες εικόνες όταν τις πιάνει το μάτι μας και μας γεμίζουν ευφορία, οξυγόνο, παύση, λιβάδι καταπράσινο κι αλάτι. Όνειρο χωρίς ούτε μία σταγόνα ιδρώτα. Μέχρι που ακούγεται αυτό: 


Και καθίσαμε έτσι να πάρουμε μία ανάσα και πέρασαν από μπροστά μας κάτι βατράχια και κάλεσαν το ξημέρωμα. Λίγο πριν ξημερώσει άκουγες καθαρά και τους xaxakes να λένε monte carlo, στα ξαφνικά, μη μαζί, γεια, άγρια φτερά και τον Κ. Βήτα να πειράζει τη σερενάτα της σεξουαλικής απουσίας. Αυτή τη γεύση έχει η εικόνα μου. Φωτιά στην καλή παναγιά. Καλαύγουστο και καλές βουτιές. Κοίτα το φεγγάρι.