20230331

Love yourself

 Καλημέρα. 

 Δε θα το αναβάλλω άλλο. Σήμερα θα βουτήξω μέσα σε ακόμα μία αποτυχία. Θα κάνω την αρχή. Δέχθηκα μέσα σε λίγες ώρες μία απόρριψη και μία ανάμνηση. Έγινα φτωχότερη, πιο έμπειρη, πιο ολοκληρωμένη. Είμαι έτοιμη να αλλάξω χρώμα και να κυνηγήσω την απόλαυση. Είμαι έτοιμη για νέα σχέδια που θα ναυαγήσουν κι αυτά. Είμαι έτοιμη να δημιουργήσω κι ύστερα να κάψω άλλη μία Ρώμη. 

 Έχω πιεί καφέδες δύο και δεν ξέρω που έχασα την μπάλα και έπεσα σε αυτή την παγίδα. Όταν μεγαλώσω θα γίνω μαγαζί γωνία που ο ήλιος θα του γελάει και η νεραντζιές απ' έξω θα το κάνουν να μυρίζει όπως οι σκέψεις μου. 

 Θα αγοράσω κι ένα παντζάρι αν προλάβω πριν το μεσημέρι. Μήλο, πορτοκάλι, αχλάδι, παντζάρι, ζωή. Ξέρεις η ιδέα ότι το παντζάρι χρωματίζει όντως το μέσα σου, δεν ξεκινάει από μόνο του μία φοβερή ιστορία; 

 Μπέρδεψα τρομερά τις μέρες, τους μήνες και τις ώρες αυτό τον καιρό. Μπέρδεψα τον Μάιο με τον Απρίλη και το Σάββατο με Κυριακή. Ένιωσα πως 16:00 είναι μία δύσκολη ώρα καθότι δεν μπορείς με καθαρό μυαλό να πεις αν είναι μεσημέρι ή απόγευμα. Το ένιωσα και για τον Μάρτη. Δεν μπόρεσα καθαρά να πω ότι ήταν χειμώνας μου ή άνοιξή μου. Παρ 'όλο που είναι όσο άνοιξη για εσάς, όσο ο καφές που χρειάζεστε για να «ανοίξει το μάτι σας».

 Βλέπω αυτή τη στιγμή από το τζάμι να πέφτουν τα άνθη της νεραντζιάς σα να χιονίζει. Νιώθω λες και σε λίγο δε θα διστάσει καθόλου να βγει από μέσα μου. Θα ανοίξει κι έπειτα θα φτάσει ο καλός ο καιρός. 

 Άντε, μπάι τώρα. Και φιλάκι και μπάι 

20230328

Περίπου

 Φαίνεται σιγά σιγά πως, ό,τι δε μου αρέσει το αλλάζω. Είναι αρκετά πρωί και όλα τα γρανάζια είναι καλά λαδωμένα για να χορέψει η ζωή. Ό,τι κόπηκε και μπορούσα να το αλλάξω, το άλλαξα. Ό,τι χάλασε και ήθελα να το φτιάξω, το έφτιαξα. Πριν λίγα λεπτά αγόρασα ακόμα ένα μαξιλάρι για να αντικαταστήσω τα νεοαποκτηθέντα που τελικά δε με ικανοποιούν. Ελπίζω να καταφέρω πια να κοιμηθώ. Τόσα μαξιλάρια μετά ξέρεις, θαρρώ πως στέρεψαν οι δικαιολογίες πως τάχα αυτά φταίνε. Να κοιμηθώ βαθιά και ήρεμα θέλω, να μ' αγκαλιάσει η στοργή. 

 Θα ξεκινούσα ώρα πριν να γράψω για το «περίπου». Η ώρα τελευταία φορά που κοίταξα ήταν 10:10. Κάποια συμμαθήτρια κάποια στιγμή μου είχε πει, πως όταν συμβαίνει αυτό κάποιος τάχα σε σκέφτεται. Παράτησα το «περίπου» μου κι έκανα μία παύση για να αναζητήσω αν είχα γράψει ξανά γι' αυτό το «περίπου», γι' αυτό το «δε χωράς πουθενά». Διάβαζα αρκετή ώρα όσες καταθέσεις μου, είχαν μέσα κάποιο «περίπου». Όσο έσκαψα δε βρήκα κάτι για αυτό το βαρύ «περίπου» που ήθελα σήμερα να σου ακουμπήσω. Επίσημα πια είμαι δέκα χρονών και με προβληματίζει ξέρεις η επανάληψη. Όχι επανάληψη στο ύφος ή στο χρώμα, μα η επανάληψη ιστοριών, των κακών κειμένων. Ο φόβος του τέλματος, της μη δημιουργίας. Χαίρομαι όταν αυτό δε συμβαίνει, αλλά νιώθω ολοένα και περισσότερο πως φλερτάρω με το να συμβεί. Γύρισα πίσω στη σημερινή σελίδα, κοίταξα την ώρα, 11:11. 

 Τώρα νιώθω πια πως δε θέλω να σου πω για το «περίπου». Τώρα νιώθω «ακριβώς». Αν μπορούσα σήμερα να κάνω κάτι, θα ήταν να μπουκάρω σε εκδοτικούς, να πάρω πλάνα, να βρω ένα μικρόφωνο και να σου διαβάσω τα δέκα τελευταία μου χρόνια, να καταλάβεις ακριβώς τις παύσεις μου, τις ανάσες μου, να νιώσεις που περίπου ήσουν εκεί και που ακριβώς. Που δεν είχες ακόμα φανεί και από πόσο νωρίς είχες φτάσει. Έγραφα και παλιότερα, δεν είμαι στ' αλήθεια μόνο δέκα χρονών. Έγραφα όμως πολύ σκόρπια σε ηλεκτρονική μορφή και εξίσου σκόρπια σε ένα σωρό σημειωματάρια, τους θησαυρούς μου. Ποτέ όμως τόσο οργανωμένα κι ανοργάνωτα ταυτοχρόνως. 

 Αφαίρεσα λίγες μέρες πριν από τα φώτα τον τρόπο για να φτάσεις εύκολα εδώ. Σου τα έκρυψα πάλι τα κλειδιά. Αν διαβάζεις τώρα αυτό, σημαίνει πως είτε έφτασες τυχαία (περαστικά), είτε θες να είσαι εδώ, έψαξες, θυμόσουν κι αυτό ήρθε η ώρα να το φωτίσεις. Έβαλα το «καφέ του χαμένου χρόνου» στ' αυτιά και σκέφτομαι όλο και πιο έντονα πως ίσως αυτό το κλείσιμο του φάρου μου, με βοηθήσει κάπως στο να μπουκάρω, πλανάρω και μιλήσω πιο ανέμελα, βουτήξω πιο βαθιά, φύγω πιο εύκολα. Μήπως καταφέρω να σου δείξω πως όλα τα «περίπου» μας, είναι τόσο «ακριβώς» όταν κλείσουν τα φώτα και με πάρεις αγκαλιά. 

 Θα επιστρέψω να σε ενημερώσω για το καινούργιο μαξιλάρι, ώστε να μπορέσεις να κοιμηθείς με ησυχία απόψε. Το πρωί όμως, σαν ξυπνήσεις να πας να βρεις μαργαρίτες για να μαδήσεις και παγωτά ανάμεικτα να κεράσεις την αμφιβολία και τη σιγουριά σου και να τους πεις μία ιστορία για ανθρώπους που φοβήθηκαν να κλείσουν τα φώτα. 

 Καλημέρα.





20230315

Τρίτη

 Θα ξεκινήσω από το μαξιλάρι. Ή μάλλον όχι. Θα ξεκινήσω από το «γράψτε μου κάτι αληθινό». Ή όχι, έτσι θα κλείσω... 

 Στον εγκέφαλό μου, πρόσεχε, όχι στα ηχεία στον χώρο μα στο μυαλό, παίζει επαναλαμβανόμενα «ο μηχανισμός» του Άσιμου. Τον Πελοπίδα τρως με μια τσιμπίδα, στην Παρθενόπη χαρίζεις ένα τόπι. Εδώ και κάμποσες μέρες ακούω τον μηχανισμό. Εδώ και αιώνες τον παρατηρώ. Εδώ και μέρες έχω επίσης αποφασίσει, πως το παλιό το μαξιλάρι δεν μου κάνει πια. Μου προκαλεί κάτι σαν ενόχληση στον αυχένα. Κάποιος ή κάποιοι μύες άλλοτε επιπολής κι άλλοτε εν τω βάθει συχνά πυκνά κάνουν μία απότομη σύσπαση κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αποφάσισα κι ελπίζω πως φταίει το μαξιλάρι. Το άλλαξα λοιπόν και είμαι ήδη σχεδόν απογοητευμένη από τη νέα επιλογή. Θα έπρεπε να υπήρχαν δοκιμαστικές νύχτες πριν αγοράσεις κάτι τόσο σημαντικό. Αν και πολλές φορές ακόμα κι οι δοκιμαστικές νύχτες δε λένε όλες τις αλήθειες. 

 Νωρίτερα είχα πάει τα παιδιά στον παιδίατρο για έναν τακτικό έλεγχο. Η νοσοκόμα κάπου προς το τέλος με ρώτησε αν είμαι η μπέιμπι σίτερ. Από τα πιο όμορφα κομπλιμέντα που έχω δεχθεί. Ήταν η ενέργεια, τα ρούχα, η φρεσκάδα, η μάπα. Ποιο το πανίσχυρο μυστικό αυτής της εκπληκτικής συνταγής; Ή δεν είναι ακόμα ώρα να κομπάσω για το τι υπέροχους ανθρώπους μεγαλώνω μαζί με εμένα; Θα σου δώσω ίσως μία μικρή γεύση. Μία αρχή. Νιώθω αρκετές φορές πως για όλα ευθύνεται η μαμαδοτσάντα. Ξέρεις αυτή η τσάντα που όλες αγοράζουν όταν έρθει η στιγμή; Αυτή η σημαία, που χωράει όλα όσα σε κάνουν να νομίζεις πως χρειάζεσαι. Με ειδικές θήκες για πάνες, για μπιμπερό, για πιπίλες, για τα βρεγμένα, για τα στεγνά, για τ' άπλυτα, για να σε μάθει, να σε ρουφήξει και μία ειδική θήκη για να σε σβήσει κι εκεί να σε κοιμίσει. Το ό,τι απέφυγα να την αποκτήσω και να την κουβαλήσω, αυτό, ναι αυτό, έπαιξε σπουδαίο ρόλο για να είναι σήμερα ο Φοίβος και η Φακή, τόσο ολόκληροι, τόσο ξεχωριστοί, τόσο δυνατοί κι ας είναι τόσο βλαστάρια. Δεν άφησα την τσάντα να μας κουβαλήσει. Μας κουβαλάνε τα πόδια μας, τα χέρια μας, οι πλάτες μας και τα μυαλά μας.  

 Ξέρω πως αν δεν έχεις μπεις στον χορό δεν καταλαβαίνεις τίποτα από τα παραπάνω, μα θα έρθει ίσως κάποτε η στιγμή κι ελπίζω τότε να θυμηθείς τον λόγο μου. Πάρε την σχολική σου τσάντα καλύτερα. Μία σακούλα σκουπιδιών. Μία τόουτ μπαγκ, να πάνε καλά και οι δουλειές. Χώσε πράμα στις τσέπες, στις κάλτσες, στις κουκούλες. Πάρε κάτι που δε θα φωνάζει αυτό για εσένα, αλλά θα φωνάζει αυτό πως είσαι εσύ! Κάνε κάτι που θα φωνάζει πως είσαι εσύ. Κι έπειτα μην έχεις καμία απαίτηση να φωνάξει κανείς το όνομά σου σαν προσευχή, γιατί το πιο σπουδαίο που μπορείς να κάνεις, είναι να μπορείς να εμφυσήσεις στους άλλους πως, ο καθένας είναι θεός του εαυτού του. Μάθε τους μόνο να ξέρουν ποιοι και πως και πότε είναι, εξετάζοντας κι αγκαλιάζοντας διαρκώς οτιδήποτε νιώθουν πως αλλάζει. Κι όλα τα παραπάνω, χωρίς εσύ να βγάλεις φωνή. Χωρίς να χρειάζεσαι πολύ χώρο ή πολύ χρόνο, παρά μόνο πολλές ιδέες. 

 Που το πάω απόψε; Θέλω να το πάω στην φάλαινα. Θέλω τώρα, ν' αφήσω εδώ κάτω πως, σα να ζήλεψα. Πρώτη φορά. Δεν ξέρω τη ζήλια, γιατί νιώθω πως όταν θέλω, έχω. Απόψε όμως κατάλαβα, πως δεν μπορώ να έχω. Δε θα έχω ποτέ μία συγγνώμη. Δεν υπήρξε ποτέ ανάγκη να με μάθει. Δεν έκανε ποτέ βήματα προς τα εμένα, είτε συμβολικά, είτε πραγματικά. Κοίτα τι ξύπνησε μία ταινία... Άνοιξαν τα φωτά στο τέλος πριν προλάβω να μαζέψω τα δύο δάκρυα. Βιαστικά. Να σε φωτίσουν προτού προλάβεις να φορέσεις την σκληράδα. Ανεβήκαμε στο μηχανάκι και πίσω τουρτούριζα και πολλαπλασίασα -χωρίς καμία προσπάθεια- τον αριθμό των δακρύων που έτρεχαν στο πρόσωπό μου. Άντε να εξηγήσεις... Τι να πεις και ποιος θα καταλάβει και γιατί στο κάτω κάτω να καταλάβει; Θόλωνα με βαθιές ζεστές εκπνοές το τζαμάκι στο κράνος, ώσπου σταμάτησαν να κυλάνε σταγόνες και το άφησα να ξεθαμπώσει. Μέχρι να φτάσουμε σπίτι, είχα γίνει σκληρή ξανά. Η ταινία όπως ακούστηκε τριγύρω ήταν για τη ζωή ενός χοντρού κι άρχισαν αυτή τη φορά να κυλάνε δάκρυα στον εγκέφαλό μου. 

 Τώρα σειρά σου. Γράψε μου κάτι αληθινό... 

Υ.Γ. Τα φώτα της πόλης αν τα δεις μέσα από θολωμένο τζάμι είναι μαγικά

Υ.Υ.Γ Ο κινηματογράφος αυτός είχε προβάλει ταινία μου. Να ΄ταν τάχα η πρώτη και η τελευταία φορά που συνέβαινε αυτό; Θα συναντηθώ άραγε ξανά με την έμπνευση;

Υ.Υ.Υ.Γ. Εσύ ξέρεις ότι ο καθένας βλέπει τα πράγματα μέσα από τα δικά του μάτια; Είσαι σίγουρος πως το θυμάσαι αυτό και είσαι σίγουρα σίγουρος πως αυτό είναι εντάξει; Αν δεν είσαι, πρέπει να γίνεις. 

Υ.Υ.Υ.Υ.Γ



20230309

Το μαραμπού

 Έχω κάνει μία στάση να φάω κάτι. Στα χέρια μου έχω ένα γράμμα που δεν έχω ακόμα ανοίξει. Ένα δικό μου γράμμα! Φαντάζομαι πως κάπου ως εδώ, θα σου έχω πει πως μου αρέσουν τα γράμματα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η αλληλογραφία ψυχορραγεί έτσι. Σκέψου την ιεροτελεστία που αγκαλιάζει αυτή την συνθήκη. Σκέψου το χέρι σου να κρατάει το μολύβι ή το μελάνι και με αυτό να ταξιδεύεις πάνω σε άδειες κόλλες. Δημιουργία! Αφήνεις πάνω στο χαρτί τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου, τις μυρωδιές σου. Τα μυρίζω τα γράμματα να ξέρεις. Μυρίζω και τα βιβλία. Περίμενε γιατί ξεφεύγει ο λογισμός μου. Φαντάζομαι πως κάπου ως εδώ, θα σου έχω πει πως μου αρέσουν οι μυρωδιές.
 Χθες καθώς οδηγούσα το μηχανοκίνητο «άτι» μου, άφηνα για κάποιες φευγαλέες ματιές τον δρόμο και ρούφαγα λίγο από το φεγγάρι. Ευθύς αμέσως σκέφτηκα πόσo κοντά είμαι στην ποίηση, αν πάρω κάποιες ανάσες πιο αργά. 
«Θα πεθάνω μία μέρα και αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Σίγουρο είναι επίσης πως η ώρα δε θα σταματά να κυλά. Οι στιγμές θα συνεχίσουν την ιστορία τους. Το φεγγάρι θα συνεχίσει την ατέρμονη βόλτα του. Τα τραγούδια δε θα πάψουν. Ο καιρός, οι εποχές θα χορεύουν. Ο έρωτας δε θα χαθεί. Κάποιος στον κόσμο την ίδια στιγμή θα ανταλλάζει ένα φιλί και κάποιος θα το αναζητεί. Ο άνεμος και η θάλασσα, άλλοτε γλυκά κι άλλοτε αγριεμένα θα φτάνουν και θα φεύγουν ξανά και ξανά. Είθε αυτή η συνέχεια να είναι η παρηγοριά. Η συνέχεια και η δημιουργία που σου άφησα και μέσα από αυτή δε θα πάψω ποτέ να ζω. Ο φόβος μονάχα απόψε έπαψε» 

Τώρα θα το δεις αλλιώτικα και θα καταλάβεις τι εννοώ: 

Θα πεθάνω μία μέρα 
αυτό είναι το μόνο σίγουρο. 

Σίγουρο είναι επίσης πως 
η ώρα δε θα σταματά να κυλά. 

Οι στιγμές θα συνεχίσουν την ιστορία τους. 

Το φεγγάρι θα συνεχίσει την ατέρμονη βόλτα του. 

Τα τραγούδια δε θα πάψουν. 

Ο καιρός, οι εποχές θα χορεύουν. 

Ο έρωτας δε θα χαθεί. 

Κάποιος στον κόσμο την ίδια στιγμή θα ανταλλάζει ένα φιλί
και κάποιος θα το αναζητεί 

Ο άνεμος κι η θάλασσα, 
άλλοτε γλυκά κι άλλοτε αγριεμένα 
θα φτάνουν και θα φεύγουν 
ξανά και ξανά. 

Είθε αυτή η συνέχεια 
να είναι η παρηγοριά. 

Η συνέχεια και η δημιουργία που σου άφησα.

Μέσα από αυτή δε θα πάψω ποτέ να ζω. 

Ο φόβος μονάχα απόψε έπαψε. 


 Ναι, αυτά σκεφτόμουν. Μάλιστα έφτασα στο σημείο να συγκρίνω τη σιγουριά του τέλους, με τη σιγουριά του έρωτα. Πιο συγκεκριμένα με το ό,τι σίγουρα σε κάποια στιγμή της ζωής σου έπιασες τον εαυτό σου ν' ανυπομονείς να δεις κάποιον, σίγουρα η σκέψη ενός ατόμου σου δημιούργησε παράξενα, σπαρταριστά συναισθήματα και σίγουρα κάποια στιγμή, όταν άγγιξες κάποιο σώμα, κάποια χείλη, ένιωσες σαν πανσέληνος. Γιομάτος άνθρωπος. Αν δεν σου έχει συμβεί μέχρι τα τώρα, ευχή σου δίνω να σε βρει αυτό το «κακό». Βασικά άσε τις ευχές, σου δίνω οδηγία: τσακίσου και φάε τον κόσμο να τα ζήσεις όλα αυτά. 
 Δε θέλω όμως να ξεφύγω από το λόγο που σήμερα σου γράφω. Στα χέρια μου έχω ένα γράμμα, ακόμα μέσα δεν ξέρω τι γράφει. Θα κάνω μία παύση να το διαβάσω και θα γυρίσω να κλείσω έτσι. Ξέρω όμως πως μέσα ο φάκελος έχει το μαραμπού. Το μαραμπού! Αυτό το μαραμπού, δεν είναι απλά το μαραμπού. Αυτό το μαραμπού είναι θησαυρός. 
 Στάσου τώρα λίγο να διαβάσω το γράμμα μου. 

 Να τώρα λίγο δάκρυσα λοιπόν... Διάβασε την εικόνα: Βρίσκομαι στο κέντρο μίας καφετέριας. Μοιράζομαι το μεγάλο τραπέζι με κάτι άγνωστους. Μπροστά μου έχω το λαπτοπ. Δεξιά έχω σχεδόν τελειώσει το καλύτερο ίσως κροκ μαντάμ της πόλης. Μπροστά στο πιάτο ένα φλυτζάνι τσάι που το λένε «πριγκίπισσα αλόη». Δεν έχω πιει ακόμα ούτε μία γουλιά. Το νερό το έφεραν καυτό, δεν ξέρουν... Η κούπα είναι πολύ μικρή για την ποσότητα του τσαγιού που είχε το φακελάκι. Δε θα το άφηνα έτσι αυτό. Μέσα στην τσάντα μου έχω ένα παγούρι με νεράκι. Με γρήγορες κινήσεις, βύθισα το φακελάκι μέσα στο παγούρι και σε λίγα λεπτά θα το αφαιρέσω. Κέρδισα έτσι ένα επιπλέον λίτρο υπέροχου τσαγιού. Αριστερά μου είναι το μαραμπού σου. Το μαραμπού μου. Το μαραμπού μας. Φοράω ψηλά παπούτσια και κάθομαι ευθυτενής, επιβεβαιώνοντας μάλλον τα όσα μου γράφεις. 
 Δάκρυσα λίγο λοιπόν. Δάκρυσα και είχα ένα χαμόγελο στα χείλη ταυτόχρονα. Στη μέση μιας καφετέριας κάποιο μεσημέρι. Κινηματογραφική εικόνα. Ξέρεις όμως ποιος ευθύνεται γι' αυτό; Εσύ. Εσύ που με βλέπεις έτσι κι έτσι όπως με βλέπεις πιο πολύ θέλω να γίνομαι. Εσύ που με βλέπεις έτσι και μπορώ με αυτή τη δύναμη να σβήνω όλες τις άλλες υποθέσεις που δεν ταιριάζουν στο σενάριο μου. Το σενάριο μου, είναι ό,τι μου γραφείς στο χαρτί. Έτσι να ξέρεις σε βλέπω κι εγώ. Έτσι βλέπω τον κόσμο ολάκερο. 

 Σε ευχαριστώ. 




20230302

Μάρtea να πιείς, να μη σε κάψει ο ήλιος

 Δύο, τρία, δύο, τρία σήμερα. Ο Ασάφ στα ηχεία λέει να το «να το αφήσεις ή να το αγαπήσεις». Μέσα στο δωμάτιο που μοιάζει με σπίτι, δύο νέοι σπάνε πράγματα με έναν λοστό. Οι μέρες είναι τέλειες για ν' αρχίσω να βγάζω βόλτα το ποδήλατό μου. Πρώτα ωστόσο πρέπει να φτιάξω ξανά το καλαθάκι. Έτσι λέω για να δικαιολογηθώ. Όχι τη σέλα. Όπου κι αν κάτσεις, άβολα θα είναι εν τέλει.

 Δαγκώνομαι να μην πω πράγματα που θέλω να πω. Σφίγγω τις γροθιές μου να μην κάνω τα πράγματα που το σώμα μου έχει μάθει αυτόματα να εκτελεί. Κοιτάω αλλού να μην απογυμνωθώ. Βάζω δυνατά τη μουσική να μην διαβαστούν οι σκέψεις μου. 

 Σταμάτησα να μαθαίνω να μιλάω σε γλώσσα ξένη, σταμάτησα και να τραγουδώ. Σταμάτησα να βλέπω τον κόσμο γύρω μου σα να τραβάω πλάνα. Στρίβω να κόψω δρόμο, ρισκάρω χωρίς ασφάλεια. 

 Αγόρασα μία νέα τσαγιέρα, την Ουρανία και τρεις νέες κούπες, μία ροζ, μία μαύρη και μία μπλε βαθύ του Αιγαίου. Στην παραπάνω παραφωνία έκρυψα μέρος της σύγχυσής μου. Η Συννεφούλα, είναι γκρι. 

 Ορίστε, θυμάσαι κάποια λεπτά πριν, που σου είπα πως είναι τέλειες μέρες για το ποδήλατο. Μόλις άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. 

 Δε μαγειρεύω συχνά, με πρόγραμμα, ζητώ κάποια συνεννόηση και ομαδικότητα ειδάλλως αισθάνομαι ό,τι υπηρετώ κι απογοητεύομαι. Όταν δεν αισθάνομαι έτσι, δημιουργώ τις πιο νόστιμες γεύσεις του κόσμου. 

 Οι νέοι έφυγαν... Ο Ασάφ τώρα τραγουδά την «άγκυρα». Νωρίτερα θυμήθηκα πόσο συμπαθώ τον Καββαδία καθώς άκουγα το «κούρο σίβο» και χάρηκα πολύ που τα μιλώ τα ναυτικά και έτσι τον κατανοώ. Μέρες τώρα προσπαθώ (όχι πολύ σκληρά) να αγοράσω το «μαραμπού».  Αντ' αυτού, ήπια ένα σφηνάκι μαλιμπού. 

 Το «αν ήσουν άγγελος» του Καζούλη και το «αν θυμηθείς το όνειρό μου» από τη Γιοβάννα έπαιζε πολύ συχνά από το ράδιο στο σπίτι. Μεγάλωσα με αυτά και κοιτώντας από το παράθυρο. Να δεις που αυτά φταίνε. Αυτά για τη βροχή, αυτά και για τη σύγχυση. 

 Διαβάζω αυτές τις ώρες λίγο από τη «λέσχη της αυπνίας», λίγο από το «Απρίλης: η ιστορία ενός έρωτα» και λίγο από «το κάλεσμα του Κθούλου». Κοιμάμαι λίγο. Ξυπνάω συχνά. Ακούω στα αυτιά μου ξανά τον «λύκο της στέπας» για να μου θυμίζω πως όλα τα κάνω σωστά. 

 Αγόρασα και λίγο πράσινο με τριαντάφυλλο από κάπου που κατά τ' άλλα είχα πει πως, δε θα δώσω ξανά άλλη ευκαιρία. Παρ' όλα αυτά, αυτή τη φορά με εξέπληξε. Το' χω τώρα δίπλα μου και καθώς η ώρα πέρασε, η βροχή δε φαίνεται να σταματά και ένα ζευγάρι πλέον σπάει πράγματα στο δίπλα δωμάτιο.

 Ήταν ένα βουβό, σύντομο, μουσικό ταξίδι, μέσα από τις λογοτεχνικές συμπληγάδες μίας άλλης εποχής. Ένα κατά τα άλλα αδιάφορο απόγιομα που έχω αποκοιμίσει την έμπνευσή μου και μαστιγώνω αλύπητα μέρος μεγάλο του εαυτού μου. 

 Ξέχασα να σου πω πως προκάλεσα και μία σύγχυση και στα μαλλιά μου. Στη μέση τους άλλαξα το χρώμα κι ύστερα το άλλαξα ξανά. Αφού είδα πως ίσως δεν είναι καλή περίοδος για γιγάντιές αλλαγές, πήγα και χάραξα στο σώμα μου λάθη και σωστά ανεξίτηλα, αιώνια. Λάθη κι έρωτα. 

 Γεια. 




20230214

Ανοιχτές πληγές

 Είναι πολύ καλή ιδέα να μπορείς να βρεις τρόπο να εκφράζεσαι κάπου, κάπως να ξαλαφρώνεις, να αφήνεις ίχνη για όποιον θέλει να βρει, να αφήνεις ιστορία, να αφήνεις τροφή και χρώμα. Είναι συγχρόνως πολύ κακή ιδέα γιατί συχνά, δηλαδή τις περισσότερες φορές, αυτό δεν είναι αρκετό. Ίσως επειδή δεν έφυγε εντελώς από μέσα σου, ή μήπως επειδή κανείς δεν έψαξε τα ίχνη ή γιατί έβρεξε κι αυτά σβήστηκαν, γιατί ποιος χέστηκε για την ιστορία και γιατί αρκετοί πλέον είναι δυσανεκτικοί στη λακτόζη, στη γλουτένη, στη ζωή, στο ξαφνικό, στο βαρύ, στο αυθόρμητο, στην ένταση, στην πολυχρωμία, μα και στην ακραία γοητεία του γκρίζου, της σιωπής και του μυστηρίου. 
 Θαυμάζω πολύ λοιπόν τους δημιουργικούς, εκφραστικούς ανθρώπους. Αυτούς που ακόμα και τ' απλά θα στα δώσουν λίγο πιο έντεχνα. Τρελαίνομαι για τους ανθρώπους που καταφέρνουν και ταΐζουν τα πάθη τους. Όσο ακατανόητα και διαφορετικά κι αν μου φαίνονται, αυτοί που θρέφουν κάτι που θρέφει την ψυχή τους, είναι το λιγότερο ξεχωριστοί. Η ξεχωριστότητα αγαπητοί είναι το ζητούμενο, είναι το θαύμα. 
 Νιώθω ότι η αυθεντική ξεχωριστότητα σπανίζει ωστόσο. Παρά τα νέα εγχειρίδια και βίβλους, οι άνθρωποι έχουμε τόσο βαθιά ριζωμένο τον φόβο, που τόσο η επιδίωξη του να ξεφύγεις από τις αγέλες, όσο και το μη ξινίζεις όταν βλέπεις κάποιον «νικητή» είναι κάτι που κοιμάται βαθιά. 
 Στο προκείμενο τώρα, ανίχνευσα κάτι υπέροχο. Το τσέκαρα πολλές φορές και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας γιατί φυσάει ελπίδα για τη διάσωση του πλανήτη. Κατάλαβα ότι ακόμα και τα πιο φοβισμένα ρομπότ μπορούν να πέσουν σε ένα σφάλμα. Μπορούν να χαμογελάσουν! Όχι τα βεβιασμένα κοινωνικά χαμόγελα. Συνάντησα πρόσφατα μερικά χαμόγελα που φτύσανε την ψυχή τους στον αέρα. Καθώς οι υπεύθυνοι μύες ακούσια συσπάστηκαν, δε δίστασαν ν' αποκαλύψουν τα μύχια. Χαμόγελο από αυτό που το λευκό των δοντιών φάνηκε τόσο πολύ, ώστε να αναγκαστώ να φορέσω τα γυαλιά ηλίου μου. Τα χείλη τραβήχταν τόσο πολύ, που χάλασαν την ισορροπία των πραγμάτων, επηρεάστηκε η περιστροφή της γης και απότομα αυξήθηκε η θερμοκρασία στον πυρήνα μας, οπότε το αίμα μου έβρασε και έτρεξε στην καρδιά μου. Λιώσαν κάποιοι πάγοι. Λίγοι. 
 Δεν είναι τρομερό όταν καταφέρνετε να κάνετε κάποιον να χαμογελάσει με την καρδιά του; Δεν είναι τρομερό που κάποιος μπόρεσε και σας προκάλεσε αυτό το ξεχασμένο χαμόγελο; Δεν είναι σπουδαίο το πως το σώμα μας αγνοεί την κοινωνία, αγνοεί τους κανόνες; Σας έχει τύχει ποτέ να ανατριχιάσετε ακούσια, όχι μονάχα μία φορά, μα πολλές, τουλάχιστον πάνω από δώδεκα κι όλες να έχουν προκληθεί από το ίδιο ερέθισμα. Όχι τυχαία. Σας έχει τύχει να προσπαθήσετε να κλέψετε όσο περισσότερο αέρα από τη μυρωδιά κάποιου. Να κλέψετε όσες περισσότερες στιγμές, εικόνες, κουβέντες; 
 Είναι πολύ καλή ιδέα να εκφράζεσαι. Είναι συγχρόνως και πολύ κακή. Είναι ο έρωτας. Νίκη και ήττα ταυτόχρονα. Δημιουργία και καταστροφή. Ξεχωριστό και απολύτως ίδιο. Να χαμογελάτε συχνότερα να καταστρέφετε την ισορροπία λοιπόν, να γέρνει η τραμπάλα σε δημιουργικές, ξεχωριστές νίκες. Να ξεκινήσει κάπως έτσι το ταξίδι, από τα χείλη, μόλις αυτά ακουμπήσουν το ένα το άλλο για πρώτη φορά και να βυθιστούμε αργά ή γρήγορα στο πέλαγος της σκοτεινιάς. Εκεί πάλι να χαμογελάτε όπως θα βουλιάζουμε σε καταστροφικές, κοινότοπες ήττες. Κάπου στον πάτο, μην ξεχάσετε να χαμογελάσετε για ακόμα μία φορά, καθώς θα ανάβουμε φωτιές στη θάλασσα, με τις καταστροφικές μας νίκες, τις δημιουργικές ήττες και τις ξεχωριστές κλισεδούρες. 
 Στα τριάντα αποφασίζω πως έτσι μοιάζεις. Άστα λουέγο αμίγο. Άστα να πάνε. 





 

20230127

Ισχυροί πλευρικοί άνεμοι εντός, νηνεμία εκτός

 Στον αυτόματο, σε έναν περίεργο αυτόματο που διαρκώς το λογισμικό του καταρρέει. Είμαι μεσημέρι και η ώρα μου είναι τάκα τάκα τακ. Σκεπτόμενη ποια σαλάτα θα φάω και ποιον χυμό θα πάρω κατέληξα να πίνω ένα κοκτέιλ, που δεν μου αρέσει και το αλκοόλ. Ομοίως πάει όλη αυτή η περίοδος. Γύρισα από το σιντριβάνι λίγες μέρες πριν και έκλεψα κάμποσα νομίσματα. 

 Πλέον είναι πολύ δύσκολο να κλέβεις ευχές αφού έχει ένα σωρό baci τριγύρω. Τρομερά σοκολατάκια, παίζουν στα ίσα τα φερέρο και το γεγονός ότι έχουν και τα χαρτάκια μέσα σαν φόρτσουν κούκιζ τα κάνει ίσως να κερδάνε. Παρ' όλα αυτά πήρα τις ευχές σας. Μία μέρα επέπλεε κι ένα μικρό μπουκαλάκι με ένα μήνυμα μέσα. Από ένα ερωτευμένο ζευγάρι, τάχα. Το πήρα κι αυτό. Πήρα κι ένα δαχτυλίδι που βρήκα εκεί κοντά, χαμένο. Έχει πάνω φτερά κι αφού η Ρώμη μου το υπενθύμισε, εγώ να τ' αρνηθώ; Κι αφού τα πήρα όλα και περπάτησα απόσταση ίση περίπου με δύο και μισούς μαραθωνίους, γύρισα χωρίς να έχει αδειάσει το μυαλό μου. Χωρίς να έχω διαβάσει τα βιβλία μου και χωρίς να έχω απαθανατίσει σκέψεις ή εικόνες. 

 Αφότου γύρισα αισθάνομαι μία τρομερή εξάντληση. Σκέφτομαι να παρατήσω τα ρωσικά, βασικά νομίζω το έκανα ήδη. Ακόμα και τα πιο απλά και μικρά μου εσωτερικά κίνητρα νιώθω πως τα έχει σκεπάσει ένας μαρασμός. Κι ενώ υπό την κανονική ροή του προγράμματος θα πέταγα μακριά το πάπλωμα, θα τεντωνόμουν και θα σκαρφιζόμουν μία κάποια νέα τρομερή ιδέα ζωής, τώρα νιώθω απλώς ότι θέλω να πιώ μόνη το τάκα τάκα τακ, μεσημέρι, στο κέντρο της πόλης, υψώνοντας νοερά το ποτήρι στο άδειο μπαρ «εις στον μαρασμό». 

 Μα γιατί οι άνθρωποι δε σκέφτονται ποιητικά; Γιατί δυσκολεύομαι τόσο πολύ να το παραδεχτώ; Τα φτερά στο δαχτυλίδι τάχα να ΄ναι του έρωτα ή της ελευθερίας; Για μισό λεπτό... Όχι κανένα λεπτό πια. Άσε με να βυθιστώ μέχρι να με βρει λίγο ο ήλιος, να με χτυπήσει στη μούρη και να μη με αφήσει το άστρο αυτό αλλού να κοιτάξω. Άσε με να νυστάξω από τη ζέστη και το φως του, να αισθανθώ ηρεμία και ασφάλεια να κλείσω τα μάτια μου. Πρόσεχέ με για όσο θα ταξιδεύω στην ονειροχώρα μπας και βρω εκεί τις απαντήσεις κι έπειτα όταν μονάχη μου αποφασίσω να ξυπνήσω, πάρε με επιτέλους μία αγκαλιά και βάλε μου τροφή και κάτι να ξεδιψάσω. Ταλαιπωρήθηκα πολύ. 


Υ.Γ. Γνώρισα έναν ροφό. Θα ήθελα να πάω να τον ξαναδώ. Θα ήθελα να περάσω αρκετή ώρα μέσα σε ένα ενυδρείο. Όχι μέσα μέσα. Έξω, μέσα. 

  




20230113

Τ' άπλυτα

 Καλή χρονιά. Είμαι ένα κάθαρμα. Είμαι πολύ καλό παιδί δηλαδή και ήμουν ακόμα περισσότερο, αλλά αυτό που πλέον νιώθω είναι πως, αν δεν είσαι έτοιμος να προστατέψεις πρώτα απ' όλους τον εαυτό σου, δεν επιβιώνεις, ή μαθαίνεις να ζεις με τις πολλές τις τρύπες που σου κάνουν στο σκαρί σου. Πέρασα χρόνια πιστεύοντας ότι θα φτιάξω έναν καλύτερο κόσμο για όλους, ζώντας όσο πιο σωστά μπορώ, όχι μόνο για το δικό μου «σωστό», αλλά για το κοινό «σωστό και καλό». Παπάρια. Σε ό,τι ήμουν πιο σωστή, αυτό μου άνοιγε και τη μεγαλύτερη τρύπα. Άλλαξα λοιπόν, έμαθα σκληρά πως να επισκευάζω τρύπες και ξεκίνησα να εγκαταλείπω την ιδέα ενός καλύτερου για όλους κόσμου. Άρχιζα να φτιάχνω έναν καλύτερο κόσμο για εμένα, δημιουργώντας περιπέτειες και παραμύθια, προσπαθώντας να προκαλέσω όσο λιγότερη ζημιά μπορώ. Αποφάσισα από το να είμαι ασταμάτητα σωστή, να φεύγω μακριά απ' ό,τι είναι έτοιμο να μου ανοίξει τρύπα.

 Έπειτα, άρχισα να βάζω παντζάρι στον χυμό. Πολύ θα ήθελα ένα αποχυμωτή που να μην έχει τόση βαβούρα στο καθάρισμα. Αλλά αγόρασα ένα μπλέντερ. 

 Φεύγω. Πάω επιτέλους στο σιντριβάνι. Πρέπει να αποφασίσω τι πραγματικά συμβαίνει όταν αλλάζω την ιστορία κάποιας ευχής. Όταν την κλέβω. Αυτή τη φορά θα έχω πραγματικά πολύ χρόνο να γίνει η δουλειά σωστά. Όχι σαν τις προηγούμενες. Τις άλλες, μία χιόνιζε, μία χιόνιζα και συνέχεια έτρεχα. Τώρα, με κάθε ηρεμία θα κάνω το αγαπημένο μου. Θα παρατηρήσω, θα ξεδιψάσω και θα αλλάξω τα παραμύθια. Βαθιά μέσα μου έχω κοιμίσει την ιδέα, πως αν επέμβω, αν βάλω το χέρι μου κι απαλλάξω το νόμισμα από τον πνιγμό, θα φτιάξω έναν καλύτερο κόσμο. Αν σπάσεις μια τετριμμένη ιστορία, αν αυτό που θα έπρεπε να γίνει, κάποιος το αλλάξει, κάποιος μαγέψει το «πρέπει», τότε ίσως πραγματικά γίνει αυτό που θα ήθελαν όλοι να έχει συμβεί. Θέλω- Πρέπει 1-0. Το νόμισμα και κατ' έπεκταση οι εύχες και η ιστορία που κουβαλάει, είχαν την τύχη ή την ατυχία να συναντηθούμε. Άσε με να σκεφτώ πως συνεχίζεται αυτό...

 Εις το επανιδείν! 

Υ.Γ. Μην ξεχάσεις να βάλεις παντζάρι στον χυμό σου την επόμενη φορά. Τέτοιο χρώμα παίρνουν τα μάγουλά μου όταν ντρέπομαι. Παντζαρί. Σπάνιο, αλλά μπορεί να συμβεί.




20221229

Αυγά μάτια

 Έναν χρόνο πριν, βαθιά βυθισμένη στην roman à clef ημερολογιακή φάση, έγραφα για γιασεμία και συγκρούσεις. Δεν έχουν αλλάξει πολλά μέσα σε αυτό τον χρόνο. Πάλι μυρίζει ο τόπος γιασεμί και μπαρούτι. Είναι πιθανότατα τα τελευταία λόγια αυτού του χρόνου αυτά. Κάπως έτσι, χρόνο με το χρόνο, σύγκρουση με τη σύγκρουση η ιστορία αυτή κλείνει δέκα χρόνια! 

 Δέκα χρόνια που οι βουτιές στη θάλασσα του τίποτα κάνουν με το αλάτι της τα μαλλιά μου μπούκλες. Οι μπούκλες της ανεμελιάς. Μη ζηλέψεις πως τάχα σε αυτή τη θάλασσα δε φυσάει κανένας άνεμος και ο ήλιος της ευτυχίας τη χαιδεύει απαλά. Η θάλασσα της ανεμελιάς δε γνωρίζει από νηνεμία. Η ανεμελιά δε φωτίζεται μόνο από ευτυχία. Η ανεμελιά έρχεται επειδή γνωρίζω πως να τριμάρω τα πανιά και ξέρω που και πως να ρίξω το φως. Έχω ματώσει γι' αυτό, το έχω κατακτήσει αυτό. 

 Φεύγω, μα θα επανέλθω. Πρέπει να το γιορτάσουμε όλο αυτό. 



Υ.Γ. Φοίβε & Φακή, Φακή & Φοίβε, να μάθετε τα πανιά και τα φώτα, τις θάλασσες και τη μουσική, τις μυρωδιές και τις γεύσεις, την παύση και τον χορό. Να γεμίζει η καρδιά σας και να αδειάζει, ξανά και ξανά. Να σκαρώνετε παραμύθια και με αυτά να χρωματίζετε τον κόσμο. Να αντέχετε τις αλήθειες κι έπειτα να θυμάστε πως η αλήθεια και η πραγματικότητα, το λάθος και το σωστό, στ' αλήθεια, στα πραγματικά, δεν υπάρχουν. Πάντα όμως με καλοσύνη και σεβασμό. Να ταξιδέψετε. Να ταξιδέψετε στη γνώση, στον κόσμο, στα σώματα, στα δάκρυα και τις χαρές. Να παρατηρείτε και να ακούτε, μικρή σημασία έχει το να μιλάτε. Μα να μην πάψετε ποτέ να αναζητείτε αυτούς που σαν τους μιλάτε θα μαγεύονται και θα κατανοούν το λόγο σας. Να είστε κοντά σε ανθρώπους που μπορείτε να περπατάτε μαζί για ώρες, που μπορείτε να απολαμβάνετε μαζί τους τη σιωπή. Ανθρώπους που σας θαυμάζουν και τους θαυμάζετε. Ανθρώπους που σας δίνουν κίνητρο, θα σας «ψηλώνουν» και δε θα ξεχάσουν ποτέ ποτέ πως να είναι παιδιά. Μην ξεχάσετε ποτέ το παιδί μέσα σας, μη σταματήσετε ποτέ να παίζετε, να λερώνεστε. Μη βιαστείτε να φύγετε μακριά από το δύσκολο. Να φεύγετε όμως τρέχοντας όταν αντιληφθείτε ότι σε ένα δωμάτιο, εσείς είστε οι πιο «έξυπνοι». Να θυμάστε πως όλα είναι στο μυαλό και τίποτα δεν μπορεί να το ξεγελάσει αν εσείς δεν το επιτρέψετε, τίποτα εκτός από τον έρωτα. Μην τρομάξετε ποτέ για το πως νιώθετε. Να νιώθετε. Αυτά τα λίγα για το 2022, θα επανέλθω αγαπημένα μου. 



20221219

Πάγος κι ατμός

 Μισή ώρα! Έχω μισή ώρα! Πάρκαρα κάπως πολύ παράνομα και δεν το συνηθίζω αυτό. Πήρα το βρωμότσαγο κι ανέβηκα στον πάνω όροφο όπου σχεδόν όλοι είναι μόνοι και διαβάζουν ή δουλεύουν. Βρήκα μία άκρη στον καναπέ δίπλα στο δέντρο. Κάθομαι οκλαδόν και παίζει τζαζ. Τι ήταν αυτό που έπρεπε να σου γράψω, τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό; Το φως του φεγγαριού ξεκίνησε από σήμερα να ταξιδεύει τον κόσμο. Θα πω ξανά και ξανά τι κρίμα να μην συναντάς τους κατάλληλους ανθρώπους, που έχουν κοινή οπτική και αισθητική σωστά στον χρόνο. Τι κρίμα να μην τους συναντάς καθόλου. Τι κρίμα κάποια πράγματα να υπάρχουν, να ήταν πάντα εκεί αλλά να γίνονται ευρέως γνωστά και θαυμαστά όταν κάποιος «μεγάλος» τα φωτίσει. 

 Από το δωμάτιο ακουγόταν στη διαπασών το φως του φεγγαριού. Άνοιξα την πόρτα και η Φακή με ρώτησε τι ήταν αυτή η μουσική. 

_Δε θυμάσαι; 

_Αα ναι μαμά, θυμάμαι.

_Τι σου θυμίζει αυτή η μουσική; 

_Την αγάπη. Την αγάπη μου για εσένα. 

  

 Αυτό το κορίτσι μοιάζει να τα ξέρει όλα κι ας μην ξέρει τίποτα. Σαν τη μαμά του.  

 Λίγες στιγμές νωρίτερα σκεφτόμουν πως θα περιέγραφα το ιδανικό μα άβολο συναίσθημα σαν το νερό που προετοιμάζεις για το τσάι σου. Θα μιλήσουμε για earl grey τώρα. Για 100άρι, για βρασμό, για μαύρο. Ξεκινάς και είναι μία ιεροτελεστία, μία χορογραφία. Στην αρχή είναι παγωμένο. Θερμαίνεται. Αρχίζει και υπάρχει μία βαβούρα η οποία διαρκώς και μεγαλώνει. Φουσκάλες ανεβαίνουν, μουγκρίζει. Υπάρχει ένα σημείο που ψευδώς μπορεί να δώσει την αίσθηση πως έφτασες στο τέρμα. Υπάρχει και το σημείο που έφτασε στους εκατό. Που βράζει. Που χάνει τον έλεγχο και γίνεται πόλεμος. Αλλάζει μορφή. Γίνεται αέρας και φεύγει. Λιγοστεύει. Στερεύει. Έζησε όμως όλο αυτό κι είναι μαγεία ό,τι κι αν μου λες. 

 Κάπου μετά τους εβδομήντα και αρκετά πριν τους εκατό, λέω ότι είναι το υπέροχο. Κάπου ανάμεσα στο πράσινο και στο ουλόνγκ. Αν πέσει από τους εβδομήντα, χάνεται το ενδιαφέρον. Χάνονται τα βάσανα, οι σκέψεις. Παγώνει, πέφτει σε θερμοκρασία δωματίου. Θερμοκρασία δωματίου... Τι πιο γενικό και άοσμο. Πως κάποιος έκανε ένα όλα τα δωμάτια κι όλες τις ιστορίες τους για να αποφασίσει μία συγκεκριμένη θερμοκρασία για όλα τα χρώματα; Αδιάφορο. Αν πάλι πλησιάσει τον βρασμό, ξεκίνησε η αρχή του τέλους. Ξεκίνησε να στερεύει. 

 Θέλω να είμαι πάντα πάνω από τους εβδομήντα. Αν παγώσω, χάνομαι. Θέλω να προσπαθώ να φτάσω. Θέλω να αγγίξω ίσα που, προτού ανοίξω την πόρτα του τέλους. Κι ύστερα πάλι να κατέβω, να πάρω δύο ανάσες, μέσα στη βαβούρα, το άβολο, το ζωντανό... και ξανά.