20221004

Παζάλουστα Ανεστάκι

 Σήμερα είναι η περίπου πρώτη μέρα της Φακής στο σχολείο. Κέρδισα τη μάχη. Τώρα, πρέπει ν' ακολουθήσουμε ένα πρόγραμμα προσαρμογής, όπως ορίζουν. Φυσικά δεν έχουν ιδέα ότι το 3χρονό μου είναι οριακά το ίδιο ανεξάρτητο με εμένα. Χθες που πήγαμε για τη συνέντευξη κι έμεινε λίγο μόνη, όχι μόνο δεν έκλαψε και δε με αναζήτησε, αλλά διαμαρτυρήθηκε έντονα μόλις περάσαμε την πόρτα για να φύγουμε «γιατί μας διώξανε;».
 Κάπως έτσι λοιπόν, αρχίζει να διαμορφώνεται η σεζόν. Μαζί με εκείνη, ο οργανισμός μου πρέπει να αλλάξει κι αυτός. Δεν ήμουν ποτέ φαν του πρωινού ξυπνήματος. Για την ακρίβεια έπλεξα όλη μου τη ζωή με τρόπο τέτοιο ώστε να μπορώ να ξυπνάω όποτε θέλω και οι Δευτέρες να είναι μέρες ξεκούρασης. Τώρα, ήρθε η ώρα που θα πρέπει ξανά ως τις 09:00 να έχω βγει από την ονειροχώρα και να έχω φτάσει στον προορισμό. Μαζί με εμένα πρέπει να έχω φροντίσει να έχει πλυθεί, ντυθεί και βγάλει τις τσίμπλες του ακόμα ένας άνθρωπος.
 Αφού τακτοποίησα αυτό, έμενε να τακτοποιήσω κάπως και την άσβεστη δίψα μου για νέες περιπέτειες και γνώσεις. Ποια είναι η μαγική συνταγή; Να μπαίνεις σε νέους κόσμους. Να διεισδύεις σε κάποιο ολότελα ξένο περιβάλλον, κατάσταση και να προσπαθήσεις να κολυμπήσεις. Κοντολογίς την Πέμπτη ξεκινάω παραδοσιακό τραγούδι και τη Δευτέρα ρωσικά. Μη ρωτήσεις. Ούτε που ξέρω πως τα συνδύασα, ούτε που ξέρω που θέλω να πάω, αλλά όπως είχε πει ο γάτος «όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί». Με εντυπωσιάζω διότι έφτασα σε σημείο να επιλέγω όλο και πιο περίεργα, ετερόκλητα πράγματα και αναρωτιέμαι σε δέκα χρόνια π.χ. τι σκατά θα μπορούσα να αναζητώ για να τραφώ; 
 Σου γράφω ξανά εδώ κάποια νέα μου Τάκη. Πως αλλάζουμε έτσι ε; Πως παραμένουμε συνάμα τόσο ίδιοι... Θυμάσαι τότε που σου έγραφα τάχα πιο γενικά; Που ήμουν πιο κάθετη απέναντι στο «αυτονόητο» και το «ιδανικόν», πιο σίγουρη, πιο αυστηρή. Γράψιμο που κάποιες φορές νιώθω πως μου λείπει. Καταραμένη ευπλαστότητα, καταραμένε εγκέφαλε. Πλέον δε νιώθω τόσο ελαφοκυνηγός. Νιώθω στυγνή κυνηγός Ν.Ω.Σ.Ε* ΝΩΣΕ και σώσε, οτιδήποτε, ΑΝ σώζεται...
 Καλή μας αρχή.
 Όβερ εντ άουτ 

 
*Ντοπαμίνης, Ωκυτοκίνης, Σεροτονίνης, Ενδορφινών. 

Υ.Γ. Είμαι στη βανίλια. Τρώω αυγό με αβοκάντο. Δε μου αρέσει το αβοκάντο τις υπόλοιπες μέρες. Δε με ενοχλεί συνήθως, αλλά δε με ευχαριστεί. Το σνομπάρω και λίγο θα ήθελα να ομολογήσω, διότι πλέον φιγουράρει ως «must» παντού. Όσο γράφω αυτό το κείμενο έχω τρελαθεί με το πόσο νόστιμο είναι αυτό το πράσινο πράμα. Που θέλω να καταλήξω; Ότι πρέπει να ξέρεις γαμώτο πως να φερθείς στο αβοκάντο. Δε φταίει το αβοκάντο. Εμείς φταίμε. Εμείς που είμαστε ζώα κι ένστικτα κι ο φόβος, το σύνολο, μας φοράει μάσκες ίδιες, ασφυκτικές. Μάσκες απαραίτητες για να επιβιώσεις, αν δεν είσαι καλλιτέχνης ώστε ενίοτε να μπορείς να τις καις. Και πάλι καλημέρα σας. 














20220926

Σπάνια εξωτικά πουλιά, έχουν μόνο γνωστούς

 Πλέον μπορώ να πω σε κάποιον πως λύνω τον κύβο σε λιγότερο από 5', βέβαια, μάλλον δε θα το πω ποτέ, εκτός αν ερωτηθώ. Αλλά ποιος θα βρεθεί να ρωτήσει «πόσο σου παίρνει να βάλεις σε τάξη την σκέψη σου, ε συγγνώμη, τα χρώματα ενός κύβου ήθελα να πω» Η αλήθεια είναι πως τον λύνω σε λιγότερο από 3' πλέον, αλλά προτιμώ να εντυπωσιάσω με την πράξη παρά με τον λόγο. Ξέρεις είναι άβολος ο λόγος. Η πράξη δεν μπορεί να σε εκθέσει ποτέ, αν δεν την έχει φωτίσει κάποιος προηγηθείς λόγος. Ανάβει όταν έρθει η ώρα της το δικό της φως και το σκορπίζει τριγύρω. Ο λόγος δίνει χρώμα και προσδοκίες. Προτιμώ τα σκοτάδια, τα αυτόφωτα και το πράσινο τσάι. 

 Μα πως τα μπλέκεις κάθε φορά; Πως τα ποτίζεις με τσαϊ; Που τσαϊ; Πως τα φέρνεις εκεί που θες και πως τα πας παντού; Το run away with me της αγαπημένης μπάντας παίζει τριγύρω και να σου πω, πως δεν μπορώ να συγκεντρωθώ γιατί ακούγεται και κάτι σε μεσαιωνικό μέταλ στο μυαλό μου που α. πως βρέθηκε; β. υπάρχει όντως; γ. μου προκαλεί ένα ανακάτεμα των πεταλούδων του έρωτα ενώ δε μου αρέσει ΚΑΘΟΛΟΥ, ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΑΚΟΥΓΑ ΠΟΤΕ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ. Ελπίζω κατά τ' άλλα να μην πουλήσω και το τριμπιούτι στους ffc και να πάω, να ουρλιάζω «απομακρύνθηκα γιατί τους άνθρωπους φοβήθηκα» αποχαιρετώντας μία εποχή. 

 Έχεις κάνει ποτέ σπίνιγκ; Άμα δεν έχεις καβαλήσει σέλα για αρκετό καιρό χρειάζεται λίγος χρόνο έπειτα από την πρώτη φορά για να περάσει αυτή η άβολη αίσθηση που χτίζεται μετά από ένα καλό κλωτσίδι στ'αρχίδια. Θα μου πεις με τα χέρια στη μέση, «που ξέρεις πως είναι μία κλωτσιά στ' αρχίδια» Και θα απαντούσα έμπειρα, «έχω φάει πολλές κλωτσιές στην καρδιά» ΩΩΩΩΩ τι μου είπα! 

 Άνοιξε ένα χώρος κατά τ' άλλα σε ένα ιδανικό σημείο για το λάλαμπαϊ και μπαίνω σε σκέψεις. Να το κάνω τώρα; Να περιμένω να νιώσω ασφάλεια; Δεν είμαι πια μικρή και μόνη να μπορώ να τα τινάζω όλα στον αέρα για το όνειρο, αλλά από την άλλη αφού η συνταγή αυτή μόνο σε καλό μου έχει πάει, γιατί να σκεφτώ ώριμα και λογικά και βαρετά; 

 Χθες όπως κάναμε στο γήπεδο κάτι ασκήσεις, στο πάτωμα, είχε το ξύλο κάτι νερά που σχηματιζόταν ένα μικρό πρόσωπο. Ήθελα να πατήσω μία παύση στο έργο γύρω μου, να βρω ένα μολύβι να πάω να σχηματίσω καθαρά το πρόσωπο. Μετακινήθηκα λίγο γιατί τελειώσαμε την πιο λάθος στιγμή. Σηκώθηκαν όλες να πιούν νερό κι έχασα το πρόσωπο, έμεινα όσο μπορούσα να κλέψω χρόνο για να το βρω ξανά δίχως να φανώ παράξενη. Δεν τα πολυκαταφέρνω... Πως να εξηγήσεις πως υπάρχουν τριγύρω ένα σωρό θαυμαστές λεπτομέρειες; Πως να δει ένας κόσμος που τρέχει δίχως ανάσα, όλα τα μικρά που φωνάζουν τριγύρω; Χρειάζεται οξυγόνο η ζωή. 

 Κλείνω. Πάω απέναντι να πάρω την μπαλαρίνα. Είναι στη φάση φλέξ, πόϊντ και πλιέ. Στην εισαγωγή όλης της ζωής δηλαδή. Τέντωσε, δείξε, λύγισε, χόρεψε. 










20220912

Απολογισμός

 Η βασίλισσα είναι νεκρή. Ο Μπέλα Λουγκόζι θάφτηκε φορώντας το κουστούμι του Δράκουλα. Το μπεντίρ είναι ένα μουσικό όργανο που κάποιες ώρες πριν σκεφτόμουν να ξεκινήσω να το μαθαίνω. Φέτος έμαθα να είμαι σκηνοθέτις επίσημα. Έμαθα να παίζω μπιρίμπα. Έμαθα να λύνω τον κύβο του Ρούμπικ. Έμαθα ποιος είναι ο δολοφόνος στους δέκα μικρούς νέγρους, που έχει αλλάξει όνομα σε «δεν έμεινε κανείς». Έμαθα πόσο ταιριάζει η φράουλα με την μοτσαρέλα. Ήπια πιο πολλούς καφέδες απ' ό,τι έχω πιεί ποτέ ως τώρα. Έμαθα πως el verdadero descubrimiento del viaje no consiste en encontar territorios nuevos, sino en adquirir una nueva mirada. Με τον κακό τρόπο διαπίστωσα για πολλοστή φορά, πως άμα δεν προβάλλεις και δε φωνάζεις, ο λαός δε βλέπει και δεν ακούει ή βλέπει και ακούει αυτά που θέλει να προβάλλει πάνω σου και πως ελάχιστοι είναι πλέον οι ρομαντικοί, οι διψασμένοι, οι μαγικοί, οι παρατηρητές, οι γενναίοι. Διαπίστωσα επίσης πως είναι τρομερά εύκολο να βουτήξεις στο μέλι, αν κάνεις μία αρχή ν΄ ανοίξεις το βάζο και να βάλεις μέσα ένα δαχτυλάκι. Κόλλησα τη γλώσσα μου σε ένα παγόβουνο. Είμαι ακόμα ερωτευμένη με τα πλυντήρια (στο συγκεκριμένο μαγαζί με τον θερμό φωτισμό). Δεν έκανα την ταινία μεγάλου μήκους, δεν την άρχισα καν. Δεν άνοιξα ακόμα το τεϊοποτείον. Αποφάσισα πως ένα και ένα δε θα κάνει ποτέ δύο, δεν μπορώ να συμμορφωθώ και δε θέλω. Ξέρω ότι σκότωσα τον έρωτα, αλλά παρατήρησα πως ο πόθος ακόμα κι αν έχει πεθάνει μπορεί ν΄ αναγεννηθεί. Έσωσα μάλιστα τις προάλλες ένα πόθο μέσα από τον κάδο των σκουπιδιών. Όχι του σπιτιού, του στενού, κάτω, του μεγάλου. Μπόρεσα να διαβάσω λίγο καλύτερα το φεγγάρι. Έμαθα τα ταρώ, την μεγάλη αρκάνα και τη σειρά των ζωδίων για να μπορώ να καταλαβαίνω περισσότερους ανθρώπους, να μιλήσω τη γλώσσα τους, ακόμα κι αν δεν την κατανοώ ουσιαστικά. Νιώθω πιο πολύ από ποτέ ότι μπορώ να αναγνωρίσω το αυθεντικό. Τέλος νιώθω πως

20220905

Οι καραβίδες του Σεπτέμβρη

  5/9/22 λίγο πριν ξημερώσει

 Υπάρχει πάνω από κάθε ανάρτηση ένας οκταψήφιος αριθμός που είναι λίγο διαφορετικά γραμμένη απ' ό,τι έχεις συνηθίσει η ημερομηνία. Στο τέλος, φαίνεται και η ώρα. Νομίζω είναι η ώρα που ξεκίνησα να γράφω; 'Η μήπως είναι η ώρα που ανέβηκε το κείμενο; Δε θυμάμαι... 

 Απόψε για να αποχαιρετίσω τα θερινά σινεμά πήγα και είδα το «εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες». Από την αρχή σχεδόν της ταινίας πάλευα να μην αφήσω τα δάκρυα να τρέξουν. Προς το τέλος δεν τα κατάφερα άλλο. Δεν ξέρω αν τα δάκρυα ήταν ήδη εκεί και η ταινία στάθηκε η αφορμή, ή αν η ταινία ξεκλείδωνε αναμνήσεις. Ξέρω και δεν ξέρω πιο πολύ από ποτέ. 

 Ο ουρανός έχει πάρα πολλά σύννεφα. Αν δε βρέξει νομίζω πως τις επόμενες ώρες θα έχει συννεφιά. Νομίζω επίσης πως είμαστε όλοι πολύ μόνοι. Ακόμα και αυτοί που δε φαίνονται μόνοι. Ίσως μάλιστα αυτοί να είναι στ' αλήθεια ακόμα πιο μόνοι. Άραγε η μοναξιά είναι μετρήσιμη; 

 Κάποιες μυρωδιές μπορούν να με κάνουν να γυρίσω το κεφάλι και να ψάξω από που προέρχονται. Κάποτε σταμάτησα μία κυρία στο δρόμο η οποία με ενημέρωσε πως αυτό που σκορπάει πίσω της ήταν το carolina herrera 212 NYC. Αποφάσισα έκτοτε ότι θα το σκορπάω κι εγώ. Το ανδρικό DSQUARED² wood και η μυρωδιά που έχει το axe africa με μετατρέπουν σε βρικόλακα που ψάχνει να βρει τον λαιμό που τα φορά.

 Ο λαιμός... Πάντα είχα μία αδυναμία στους λαιμούς και στα οστά της κλείδας που συναντιούνται στην σφαγιτιδική εντομή. Πάντα πίστευα ωστόσο ότι πιο σημαντικό απ' όλα τα παραπάνω είναι ο εγκέφαλος, γιατί αυτός είναι που μπορεί να τα νικήσει όλα, ακόμα κι εμένα.  

 Πάνε ξέρεις σχεδόν δέκα χρόνια και διαρκώς έχω μία ανασφάλεια μήπως επαναλαμβάνομαι. Δεν συμβαίνει πιθανότατα. Όλο λέω όμως πως θα ρίξω μία ματιά να το ελέγξω κι όλο το αφήνω για μετά. Αλλά ακόμα και να συνέβαινε, δεν είναι κακό. Τίποτα δεν είναι κακό. Ίσως μόνο η αδικία που δεν συζητήθηκε ώστε να γίνει κατανοητή η αιτία, να δημιουργεί άσχημη επίγευση. Η κατανόηση είναι σπουδαίο πράγμα αν δώσεις την ευκαιρία να ακούσεις και να ακουστείς. Αλλά, ίσως μπούχτισα με τις εκπτώσεις. 

 Κάποτε γεύτηκα...

 



20220812

Το κατούρημα του τζίτζικα.

 Θα πάω να πάρω το καλό το αντικουνουπικό τώρα. Ήρθε η ώρα για περιπέτειες στη φύση. Μα έχω μία αδυναμία και θα ήθελα να τη μοιραστώ προτού φύγω. Η αδυναμία μου σχετίζεται με τα τζιτζίκια. Δε θέλω να τους αλλάζω θέση. Αρχικά, γιατί να τα ενοχλήσω; Έπειτα ένας ενοχλητικός φίλος, δεν τον ξέρεις, τα πιάνει και μου τα πετάει. Αυτή είναι η αδυναμία μου. Η αντίδρασή μου εκείνη τη στιγμή. Σκεπτόμενη ότι το τζιτζίκι έχει θυμώσει που το ενόχλησε, το κατευθύνει και με περίσσεια δύναμη κατά πάνω μου οπού μπορεί να το τραυματίσει και με κάνει έτσι να χορεύω/τρέχω άσχημα για να το αποφύγω, να αποφύγω το κατούρημα του τζίτζικα, να αποφύγω την εκδίκησή του. Η μία και μοναδική φορά που το βάζω στα πόδια για να αποφύγω κάτι. Τώρα που ξέρετε την αδυναμία μου, παρακαλώ, μην τη χρησιμοποιήσετε εναντίον μου, όχι τίποτα άλλο, μετά θα δυναμώσω προκειμένου να αμυνθώ και δε θα έχω καμία. 

 Σκέφτομαι τώρα να σας μιλήσω για τον γιατρό Ραφαήλ. Αλλά ο γιατρός νομίζω πως χρειάζεται σπουδαία ανάλυση, οπότε επειδή πρέπει σήμερα να βρω το αντικουνουπικό και δε θα το απολαύσω θα αφήσω εδώ μονάχα κάτι από αυτά που μου έγραψε και αργότερα θα επιστρέψω.

 Εν τάχει κόλλησα μία γριπίτσα. Όχι τη γνωστή, κάποια άλλη η οποία επέμεινε και μου προκάλεσε μία επιπλοκή. Στην αρχή σκέφτηκα πως η πορτοκαλάδα θα νικήσει, αλλά αφού δεν πέρασε ούτε με την C, ούτε με μία αγωγή δύο εβδομάδες μετά, δεν τη γλίτωσα την αντιβίωση. Γιατροί στη μέση σχεδόν του Αυγούστου πουθενά. Βρήκα λοιπόν έναν στην άλλη άκρη της πόλης. Εδώ θα ξεκινούσε κανονικά η ιστορία, αλλά είπαμε, είναι όμορφη και θέλει χρόνο. Η επίσκεψή μου κράτησε πάνω από μία και μισή ώρα. Στο τέλος σκέψου, του είπα πως θα μπορούσα να πληρώσω παραπάνω από αυτά που μου ζήτησε. Ένιωσα ύστερα από πολύ καιρό ότι δε θέλω να αλλάξω δωμάτιο, ένιωσα χαζή, μικρή, διψασμένη. Έφυγα ψηλή, μεθυσμένη, γεμάτη. Ένας παππούς που είχε σπουδαία όρεξη για κουβέντα. Ένας θησαυρός! Μου είπε ιστορίες από τη ζωή του, μου έδωκε συνταγές (μαγειρικής, ιατρικές, μαγικές) και πασάραμε ο ένας στον άλλον φρέσκια πληροφορία. Σε κάποια φάση του δίνω το σημειωματάριο μου, να μου καταγράψει κάποιες από τις πληροφορίες. 

_Ω έχετε καρνέ*, είπε με ενθουσιασμό. Μα είναι πάπυρος, είστε σίγουρη; 

 *Αυτά τα σημειωματάρια που πάντα πρέπει να θυμάσαι Τάκη πως πρέπει να πάνε στα χέρια των Φ&Φ, οι θησαυροί μου. Από αυτά που κουβαλάω πάντα μαζί κι αυτά κουβαλάνε εμένα. 

 Γενικά ενθουσιάζομαι πολύ με τους ανθρώπους που ενθουσιάζονται όταν από την τσάντα μου βγαίνει χαρτί και στιλό για να σημειώσω κάτι. Είναι οι ίδιοι που ενθουσιάζονται που έχω παρέα κάποιο βιβλίο. Είναι οι ίδιοι που δεν τους φοβίζει να βραχούν από τη βροχή. Οι ίδιοι που κάνουν ένα δωμάτιο αληθινά ενδιαφέρον. Οι ίδιοι που απόψε θα κοιτάξουν τον ουρανό, θα θαυμάσουν την πανσέληνο και τις περσείδες και θα παρατηρήσουν πόσο κοντά φτάνει ο Άρης στο φεγγάρι. Και πως όλα αυτά δεν τα κινούν ζώδια ή θεοί, αλλά η δίψα, η δίψα μας. 

 Μου σημειώνει λοιπόν ανάμεσα στ΄ άλλα, κάτι που είχε χρησιμοποιήσει με επιτυχία κάποια στιγμή στη ζωή του:

"Tu corri ai binari della mia indifferenza"

_Αυτό θα χρησιμοποιείς όταν το χρειαστείς. Το πιθανότερο είναι πως δε θα το καταλάβουν, είναι αρκετά ποιητικό. Όμως εσύ θα έχεις πει αυτό που θες. «Τρέχεις στις ράγες της αδιαφορίας μου»...

Έπειτα μου έδωσε το καρνέ πίσω και συμπλήρωσε,

...σας ευχαριστώ δεσποινίς για την τιμή που μου κάνατε να γράψω εδώ. 

 Θα κλείσω εδώ το παράθυρο της ιστορία του γιατρού Ραφαήλ. Πρέπει άλλωστε να πάρω χρόνο να σκεφτώ τι σημαίνει πραγματικά η «αδιαφορία». Ξέρεις όλα έχουν ενδιαφέρον, άλλα λιγότερο και άλλα πραγματικά πολύ, τουλάχιστον έτσι έχω πείσει τον εαυτό μου τελευταία για να μην είμαι πικρή. 'Ομως πως κάτι ή κάποιος φτάνει σε σημείο ν' εξοριστεί στη γραμμή της αδιαφορίας; Ποιοι είναι οι παράγοντες που το καταδικάζουν σε τρένο και άραγε, μπορεί να εκτροχιαστεί ή είναι ισόβια αυτή η σκληρή ποινή; 




20220801

Πρώτη Αυγούστου

  Αποφάσισα σήμερα ν' ανοίξω το μαγαζάκι μολονότι κανονικά Δευτέρες και Τρίτες είμαστε κλειστά. Είναι η πρώτη μέρα, του τελευταίου μήνα του καλοκαιριού και κάπως σα να χαίρομαι που τελειώνει. Κάποτε δε μου άρεσε καθόλου το καλοκαίρι. Κυρίως δε μου άρεσε η άνοιξη κι αυτό μάλλον επειδή έφερνε το καλοκαίρι. Μία βαριά θλίψη απλωνόταν μέσα μου κάποιες ανοιξιές. Τρεις μήνες, που δε θα μπορούσα να πάω στους σταθμούς μου και γενικά δε θα είχα γεμάτες μέρες και δε θα έβλεπα τα πρόσωπα τα αγαπημένα τα καθημερινά. Τρεις μήνες, τι να τους κάνεις όλους αυτούς; 

 Με τον καιρό αυτό το άλλαξα. Πλέον μου αρέσουν όλα τόσο πολύ. Όλα έχουν τη χάρη τους και σε όλα μπορείς να βρεις ψωμί ώστε να είσαι δημιουργικός. Έκτος ίσως από αυτό το καλοκαίρι. Αντί να εστιάζω στην ταινία ή έστω σε κάτι άλλο, εστιάζω στον χρόνο που φεύγει. Μου κάνω ενέσεις «ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό» κλπ, αλλά η ζωή είναι σκληρή. Η ζωή είναι μία ζούγκλα και γίνεται ολοένα και σκληρότερη. Ω βάβυ, βάβυ είναι ένας άγριος κόσμος, που έλεγαν και οι τσάντες.

μία τσάντα 
(ξεκάθαρη τοποθέτηση προϊόντος) 

 Προσπαθώ, όχι τόσο σκληρά όσο η σκληρή ζωή, να κάνω μία αποτοξίνωση από τις οθόνες. Κάποτε είχα τα cojones να κλείνω τα κινητά, να σβήνω τα σόσιαλ, να χάνομαι από τη χώρα για κάμποσους μήνες. Τώρα λέω ότι θα κάνω αποτοξίνωση, επιστρέφω στους αγαπημένους μου φίλους τα βιβλία για να γιατρευτώ και καταλήγω να τα βγάζω φωτογραφίες. Τράτζικ. 

 Κάποτε έλεγα ότι δεν υπάρχει αγάπη. Δεν ήθελα καν να λέω τη λέξη κι έτσι την αντικατέστησα με τη λέξη «πορτοκάλι». Μου πέρασε αυτό με την αντικατάσταση. Έπειτα έλεγα πως δεν υπάρχει αγάπη, αλλά θα την φέρω εγώ στον κόσμο, θα ματώσω και θα την γεννήσω και έτσι είχα σκοπό, αν έκανα μία κόρη να την έλεγα Αγάπη. Δεν τα έχω καταφέρει ως τώρα. Κάποτε, πίστευα ότι δεν μπορείς ποτέ να οδηγηθείς σε ένα ασφαλές συμπέρασμα αν δεν έχεις εξετάσει όλα τα στοιχεία και δεν έχεις ακούσει όλες τις ιστορίες. Πίστευα ότι αυτό που πιστεύουν οι πολλοί δεν είναι απαραίτητα το σωστό ή το καλό. Ακόμα τα πιστεύω αυτά. Αλλά πια σκέφτομαι πως τα στοιχεία και τις ιστορίες, υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να τα αλλοιώσουν. Το «σωστό» μου και το «καλό» μου, δεν είναι απαραίτητα το «σωστό» και το «καλό» όλων και πως δύσκολα δύο άτομα μπορούν να συμφωνήσουν απόλυτα σε κάτι, πόσο μάλλον όλοι μας. Είναι σοκαριστικό πως, αυτό το τελευταίο δεν είναι ακόμα ευκόλως αντιληπτό από πάρα μα πάρα μα πάρα πολύ κόσμο, αλλά είναι τόσο εύκολα κατακριτέο.

 Τώρα θα κλείσω το μαγαζάκι. Θα βάλω ξανά στην τσάντα τον Πεσσόα. Νίκησε η οθόνη βλέπεις ξανά. Και αυτή κύριες και κύριοι ήταν η πρώτη μέρα του Αυγούστου. Μία μέρα που ίδρωσα πολύ και μάζεψα πολλές βιταμίνες, μία μέρα που ακόμα δεν έχω αποφασίσει πως είναι ο πληθυντικός του Αύγουστου και που πήγα μία βολτίτσα τον Φερνάντο. Τοκάτα και φούγκα και μούγκα και στρούγκα και ρε και Μπαχ και αχ και βαχ.



 

20220728

Το μπαλκονάκι

 Αγαπημένε μου Τάκη, 

 Ολοκλήρωσα μόλις τις πληρωμές. Κάθε φορά προσπαθώ μία ανάσα πριν λήξει η προθεσμία, να έχω τακτοποιήσει ό,τι χρωστάω. Συχνά έτσι όπως κάθομαι σταυροπόδι στο μαγαζί και πληρώνω εκεί, το ένα από τα δύο πόδια (όχι αυτό της στήριξης) πλησιάζει τον πάγκο της υποδοχής. Τον έχουμε φτιάξει μόνοι μας. Ζω σε μία κατάσταση συνεχούς DIY. Αναρωτιέμαι συχνά πως θα ήταν να μου το ντου κάποιος άλλος, αλλά πριν τελειώσω τη φαντασίωση, επεμβαίνω γιατί κρίνω ό,τι δεν το κάνουν καλά. Ή μάλλον, όχι δεν το κάνουν καλά, αλλά δεν το κάνουν όπως ακριβώς επιθυμώ. Πουλάω την πολυτέλεια για την προσωπικότητα. Το πόδι λοιπόν που σχεδόν ακουμπά το κάθετο ξύλο του πάγκου, χτυπάει ρυθμικά πάνω σε αυτόν. Ο ρυθμός που σταθερά επιλέγω, είναι αυτός του καρδιακού παλμού. Ίσως όταν πληρώνω τον βαρύ ΦΠΑ, ή το πολύ το ρεύμα τα BPM του ποδαριού ανεβαίνουν. Από την άλλη, όλα αυτά τα λεφτά είναι άυλα. Είναι φανταστικά. Ναι, έτσι σκέφτομαι και με παρηγορώ. Άυλα πληρώνουν οι πελάτες την ιδέα μου κι έπειτα αυτά τα φανταστικά χρήματα μένουν σ' ένα φανταστικό συρτάρι. Μας έρχονται φανταστικές οφειλές και πληρώνω με τα φανταστικά χρήματα. Φ Α Ν Τ Α Σ Τ Ι Κ Α. 

Διάλειμμα για ένα χαικού λοιπόν:

Αχ φανταστικά! 

Ο ΦΠΑ με τσούζει

Κάλο καλοκαίρ 

 Πίσω στην πόλη, έριξα στα βράδια μου πολύ φως. Έκανα ανακαίνιση στο μπαλκόνι. Κάποτε κάποιος  είχε ένα μπαλκονάκι. Μικρό. Ήθελε να πάρει το κλασσικό τραπεζάκι με δύο καρέκλες που το πουλάει ιδιαιτέρως οικονομικά, γνωστή αλυσίδα με περίπλοκες οδηγίες στη συναρμολόγηση των επίπλων της. Είχε όνειρο γι' αυτό το μπαλκονάκι. Έβλεπε τον εαυτό του να το απολαμβάνει. Εμένα μου σηκωνόταν η τρίχα με αυτή τη φάση. Σχεδόν μίσησα τη λέξη και τη φάση «μπαλκόνι». Χρόνια μετά μολονότι προσπάθησα να εστιάσω στο ρομαντικό, δεν κατάφεραν τα μπαλκονάκια να κερδίσουν χώρο στο μυαλό μου. Στα μπαλκόνια βλέπω μαζεμένη την κατάθλιψη και τη ματαιότητα. Στα μπαλκόνια χωρίς κάποια θέα να σου πέφτει το σαγόνι, αναγνωρίζω όλα τα άπλυτα μας. Είναι τα Σαββατάκια τα μπαλκόνια. Είναι το «να πάρουμε κάποιες μέρες αδειούλα, να πάμε λίγες διακοπούλες». Είναι μία ανάσα που νομίζουμε ότι παίρνουμε στις πνιγηρές μας ζωές. Είναι το παράθυρο που ξεχνάμε ανοιχτό και ζει με τη ζωή μας και ο απέναντι εξίσου πονεμένος. Ταυτόχρονα όμως τρεφόμαστε κι εμείς από αυτό. Λίγα τετραγωνικά ψευδοελευθερίας σε μία πόλη δηλητήριο. Τώρα λοιπόν που γκρέμισα ξανά τα μπαλκόνια, αποφάσισα να το πάρω αλλιώς. Το γέμισα φωτάκια, το γέμισα ψεύτικες πρασινάδες, πέργκολα, καλαμωτές απ' τις καλές, έβαλα και δύο γλάστρες. Πέταξα την ταμπελάρα μου «ΑΝΟΙΧΤΑ» και έδεσα τη σύνθεση με μπεζ και ξύλο. Γουστόζικες μαλακίες. Ό,τι πρέπει να έχει ένα μπαλκόνι που θέλει να είναι ισότιμο στην κοινωνία των καθώς πρέπει μπαλκονιών. 

 Μα εγώ θέλω να μην αρέσει το μπαλκόνι. Θέλω να μου λένε για το πόσο καταθλιπτικά είναι τα μπαλκόνια. Θα με τραβάνε μακριά από αυτό, στα ψηλά και στ΄ανοιχτά. Κι έπειτα θέλω να μη μου το λένε, γιατί πραγματικά θα νιώσουν κάτι όμορφο στο μπαλκόνι μου. Βρίσκομαι σε άρνηση. Μονίμως. Με ενοχλούν μαζί με τα μπαλκόνια και όσοι με διορθώνουν όταν γράφω την μπίρα με ι. Τη συγγνώμη με δύο γ και όταν λέω «ο νεφρός» και «ο σπλήνας». Μου λείπουν αυτοί που γνωρίζουν και με ψηλώνουν. Αλλά καταβάθος με ενοχλώ εγώ. Με ενοχλώ γιατί δε θα τους διορθώσω ποτέ. Τους τακτοποιώ στα κουτάκια του μυαλού μου, αλλά δε θα τους ενοχλήσω ποτέ. 

 Και οι διακοπές. Δε μου αρέσουν οι διακοπές. Μου αρέσει η ζωή μου. Δεν έχω από κάτι να ξεφύγω. Τρελαίνομαι για τα ταξίδια, τις εξερευνήσεις και τις περιπέτειες. Βγάζω την καρδιά μου όμως, την ξεριζώνω και την ταιζώ στα μπαλκόνια όταν πρέπει να αφήνω την αγαπημένη μου άδεια πόλη τον Αύγουστο. Έχω καταφέρει να έχω διακοπές όλο τον χρόνο. Έξω μου και μέσα μου. Τις Αυγουστιάτικες, δεν τις θέλω. Θέλω όταν όλοι φεύγουν να βάζω στη διαπασών, στο αμάξι, στη Μεσογείων τον μικρό τυμπανιστή στις τρεις τα αξημέρωτα και να ζω τη δική μου αληθινή ελευθερία. 

 Δε μοιάζουν λίγο με ευάεροι τάφοι τα μπαλκόνια; 

 Θα μου πεις ρε Τάκη, «ρε Ελενάκι τι ζόρι τραβάς απόψε με τα μπαλκόνια;» Άκου εκεί, τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι... Και πραγματικά, δε θα ξέρω τι να σου απαντήσω αυτή τη φορά. Αλλά θα κλείσω αισιόδοξα. Υπάρχουν μπαλκόνια όμορφα. Για κάποια πράγματα μπορεί να μη λέω την αλήθεια. 

 Φεύγω. Πάω στο μπαλκόνι.  



20220713

You're entirely bonkers. But I will tell you a secret, all the best people are

 Τάκη μισό να τινάξω πίσω το μαλλί. Όπως με δίδαξες. Τάκη, έβαλα στο ίδιο νερό μέντα με λεμόνι, πράσινο και earl grey. Ξέρεις, ξέρω, ξέρουμε πως αυτά είναι τέρατα ιερά, δεν τ' ανακατεύεις. Τα πράγματα δεν πάνε καλά Τάκη. Δε φταίνε τα φεγγάρια. Δε φταίνε οι ταράτσες. Δε φταίει ο Ουμεμπαγιάσι που δε μου γράφει τη μουσική. Εγώ Τάκη φταίω που δεν πάω στο κόκκινο φανάρι. Χάλασα χρόνο να μάθω τη μεγάλη αρκάνα, για να μάθω να θυμάμαι. Χάλασα χρόνο σε κάτι που δεν πίστεψα και δε θα πιστέψω ποτέ. Χάραξα πάνω μου τα φεγγάρια και τους ήλιους και στην άμμο ένα αστέρι που δυσκολεύομαι να καταλάβω πόσες γωνίες έχει, ένα αστέρι που σε κάθε της ανάσα η θαλασσιά το σβήνει. Άναψα έπειτα δίπλα της ένα φανάρι χάρτινο, κόκκινο κι αυτό. Ένα φανάρι που θα έπρεπε να στείλει το φιλί της θάλασσας στον ουρανό. Δεν πίστεψα στις ευχές και το φανάρι έπεσε και πνίγηκε. Πνίγηκε και το φιλί της. Έπεσα στο πλάι να μη βραχώ, να μη βουτήξω μέσα της, να μη με αγγίξει, να περισυλλέξω όσα από τα συντρίμμια μπορώ με ένα μακρύ ξερό φύλλο ενός φοίνικα, τις χαμένες ευχές και τα νεκρά φιλιά μπας και ηρεμήσει. Ηρέμησε. Αυτή κι εγώ έπειτα βρεθήκαμε σε μία ταράτσα. Κοιτούσαμε την πόλη. Τη βρέξαμε την πόλη. Την αγγίξαμε. Την κερδίσαμε. 



20220623

Ο έρωτας και το φεγγάρι

 Να τώρα αυτή τη στιγμή νιώθω πολύ ερωτευμένη. Ερωτευμένη με ιδέες, με φαντάσματα, με το τώρα, το μετά. Με το αλάτι, με το νερό, με τον ήλιο, με το φεγγάρι. Κυρίως με το φεγγάρι. Αλλά να σου πω και κάτι, δε θα ήθελα ποτέ να πάω εκεί. Ο φόβος της τόλμης, της μεγαλοπρέπειας, του σχεδόν απόλυτου, άγνωστου και γυμνού, της κατάκτησης, της ολοκλήρωσης, του τέλους. Είμαι ερωτευμένη με την παρατήρηση του φεγγαριού. Με την ιδέα. Και άντε και πήγα. Τι; Άντε και το άγγιξα, άντε και τα χείλη μου το ακούμπησαν και ένα σωρό άλλα πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος με το φεγγάρι στο φεγγάρι μόνος του... Μετά τι; Ενώ τώρα βασανίζομαι. Υποφέρω και μου αρέσει. Υπάρχει ολόλαμπρο από το φως που του χαρίζω, τόσο κοντά μα συγχρόνως εξωφρενικά μακριά, μαγικό, ενθρονισμένο μέσα μου, ιδεατό. Πνίγομαι στον βούρκο του ρομαντισμού. 

 Έτσι λοιπόν πρέπει να είναι ο έρωτας. Όλα όταν τα φτάσεις και τα πιάσεις, όλα καταρρέουν, γίνονται ίδια, απλά. Πάει το πολύπλοκο, πάει η ανάλυση, πάει η δημιουργικότητα. Βέβαια τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς αυτά τα πρώτα φιλιά. Δεν ξέρω. Είμαι πολύ μπερδεμένη σχετικά με αυτό. Τα πρώτα φιλιά πρέπει πάντα να συμβαίνουν. Ίσως να πρέπει να μένει εκεί. Για να μπορείς μία ζωή να ξεδιψάς αλλά και διψασμένος να μένεις, ζωτικής σημασίας το νερό αυτό, το παλαβό, το καθαρό, το παραμυθένιο. Για να μπορείς να τραγουδάς αληθινά: No te vayas quédate. 

 


20220612

Το λεμονόδεντρο

 Κάτι μέσα μου έχει κολλήσει. Πάω από κίτρινο λεμονόδεντρο σε κίτρινο υποβρύχιο. Από το κεφάλι του Λένιν σε πεδία μαγνητικά και από μέρα σε νύχτα. Ξέρω, θα σου φανούν πάλι ακατάληπτα αυτά που σου γράφω. Ίσως φταίει η απόσταση. Τι να καταλάβεις εσύ εδώ στη Γη αν κλάνει ο Ουρανός

 Το καλοκαίρι μας έχει τρεις μήνες. Ήδη έχει περάσει ο μισός και ίσως μονάχα να άγγιξα κάποια ιδέα. Τη δεύτερη ιδέα, γιατί υπήρχε ακόμα μία που άφησα στην άκρη. Κι ακόμα μία κι άλλη μία. Η εμπειρία μου σε αυτή τη ζωή, μου έχει αφήσει τη γεύση πως τις σπουδαίες ιδέες δεν τις αφήνεις στην άκρη. Τις κυνηγάς και τις γραπώνεις. Πέφτεις με όλη τη δύναμη και το μυαλό σου πάνω τους. Ματώνεις τα γόνατά σου, ματώνεις την καρδιά σου, μα τις κατακτάς. Τις κάνεις δικές σου και κολυμπάς μέσα σε αυτές. Όπως στο νερό της θάλασσας που σε τυλίγει στα υπέροχά σου τα μακροβούτια. 

 Τελείωσε προσωρινά και με τα δύο μάτια, είπαν. Κατά τα άλλα ο ουρανός, εδώ ο δικός μας, όχι ο κλανιάρης, είναι συννεφιασμένος. Ξανά και ξανά θα νιώθω πως η Σερενάτα του Σούμπερτ μπορεί να μηδενίσει κάθε απόσταση. Έπειτα θα ξυπνάω ξανά και ξανά και θα αντικρίζω την πραγματικότητα. Καμία σερενάτα, κανένα μονόγραμμα και καμία φυλή των λιλιπούα δεν μπορεί να αλλάξει τη ζοφερότητα. Πως να σε συγκινήσει άλλωστε το ακατάληπτο; 

 Μα, εκεί που πίνω την τελευταία γουλιά τσάι και πιστεύω πως ο ρομαντισμός πέθανε, πάει, αυτό ήταν, κατεβαίνει ένας τύπος με τιράντες και κιθάρα. Χορεύει λίγο μόρνα μόνος με κλειστά μάτια, με ανοιχτά παίζει κιθάρα και μας κοιτάει με ένα χαμόγελο. Ένας άλλος που λέει πως είναι κουρέλι και παράσιτο, είναι ο πιο ενδιαφέρων και «ψηλός». Mία κοπέλα με τα μισά της μαλλιά διαφορετικά από τα αλλά μισά, είναι η πόλη μου και η Χίλντεγκαρ φον Μπίγκεν, ω ναι, η Χίλντεγκαρ μοιράζει ξόρκια και βοτάνια στην έξοδο του παραδείσου. 

 Θα ρίξω λίγο αλάτι στη θάλασσα λοιπόν. Θα ζωγραφίσω με το δάχτυλο μου αστέρια εκεί πάνω και μετά θα σκάψω με το μυαλό μου μία τρύπα και θα κάνω μέσα της μία βουτιά. Θα βγω όταν μετρήσω ως το δέκα και έχετε όλοι κρυφτεί και θα ρίξω λίγο αλάτι στη θάλασσα σου. Θα ζωγραφίσω με το δάχτυλο μου αστέρια πάνω σου κι έπειτα θα σκάψω νοερά μία τρύπα μέσα σου και θα κάνω μία βουτιά. Θα βγω σαν μετρήσω ως το δέκα και έχεις πια κρυφτεί. Θα ρίξω λίγό αλάτι στη θάλασσά μου. Θα ζωγραφίσω με το δάχτυλο πάνω μου το φεγγάρι και μετά θα σκάψω μία τρύπα στο μυαλό μου και μέσα της θα βουτήξω. Θα μετρήσω ως το δέκα να κρυφτώ και θα βγω. Θα ρίξω λίγο αλάτι στη θάλασσα...