20180829

Ο αφυγραντήρας

 Λοιπόν, κάποτε άκουγα τη λέξη «υγρασία» και δεν πίστευα ότι υπάρχει! Ήταν κάτι σαν τον Άγιο Βασίλη, ή το «μην ανεβαίνεις στην μηχανή με βρεγμένα μαλλιά θα κρυώσεις». Υπήρχε, αλλά δεν υπήρχε αληθινά ποτέ, ήταν μία ιδέα, ένα φάντασμα!
 Οι υγρές μέρες λοιπόν ήρθαν κι έτσι γνώρισα την μούχλα... Στην αρχή την αγνοούσα, μέχρι που άρχισε να με ντύνει και να γίνεται σιγά σιγά εγώ. Το άρωμά μου, η γεύση μου, τα μαλλιά μου... Πρόσπαθησα στην αρχή να την καλύψω, άλλα όλο και μεγάλωνε. Έτσι έφτασε η στιγμή που έπρεπε να δοθεί μία λύση. Συναντήθηκα με ένα αφυγραντήρα, κανονίσαμε τις λεπτομέρειες και ήρθε στον χώρο μου. Ο αφυγραντήρας είναι πολύ ευχάριστη παρέα! Κάνει έναν υπέροχο ήχο, τόσο όσο! Διακριτικός, μπορεί να φύγει μακριά μου ή να έρθει κοντά μου. Αυτό το αποφασίζω εγώ κι είναι μαγικό! Ταυτόχρονα, μου υποσχέθηκε πως καθαρίζει την ατμόσφαιρα.
 Ίσως όλα αυτά να μην συμβαίνουν πραγματικά και να είναι απλά ο ενθουσιασμός μου, αλλά υπάρχουν ενδείξεις! Βέβαια, αυτές οι ενδείξεις μου δίνονται μονάχα από εκείνον κι από τους ατίθασους ευσεβείς μου πόθους, οπότε δεν ξέρω κατά πόσο είναι πλασματικές ή όχι. Ο χρόνος θα δείξει και η επιθυμία μας για την θετική έκβαση του παραμυθιού μας...
 Σίγουρα όμως μαζεύει πολλά υγρά στον κάδο του που τα χύνω συχνά! Προτείνεται ν' αδειάζεις τον κάδο προτού αυτός γεμίσει, διότι πώς ο αφυγραντήρας τη σκληρή δουλειά θα συνεχίσει;




20180826

Αύγουστος. Όβερ.

 Ήρθε κι έφυγε! Τον κατάλαβα. Πέρασε όπως θα έπρεπε να έχει περάσει. Με ευγένεια, πολύ πολύ αλάτι, ήλιο και ζέστη. Πολλή πολλή ζέστη. Κατάλαβα ότι δεν μου αρέσει η ζέστη. Μου αρέσουν όμως τα ψάρια στη σχάρα. Ξεκίνησα να τα εξερευνώ. Κατάλαβα ότι μου αρέσει τόσο πολύ ο Βόλος και η φάση «τσιπουράδικα». Δεν πίστευα το πόσο φαϊ έρχεται με ένα τόσο δα μικρό μπουκαλάκι! Κατάλαβα επίσης ότι μου αρέσουν πολύ πολύ και τα αλλαντικά. Μόλις απόκτησα ένα καινούργιο ταξιδιωτικό στόχο. Να αφήσω κομμάτι της καρδιάς μου στην Πάρμα και ένα άλλο στην Νάπολη. Κάποτε είχα περάσει από ένα χωριουδάκι αρκετά κοντά στην Ρώμη, την Φρασκάτι κι άφησα κι εκεί ένα κομμάτι της καρδιάς μου όταν δοκίμασα porchetta μέσα σε φρεσκοψημένο ψωμάκι. Παρ'όλα αυτά η κοιλιά μου είναι ακόμα αξιοσημείωτα μικρή!
 Μου αρέσει πολύ και το αλάτι! Αλλά αυτό το ξέρεις ήδη φαντάζομαι. 
 Ανυπομονώ να έρθει το φθινόπωρό μου κι ύστερα πάλι χειμώνας και τσάι και κλασσική! Εκεί έχω κυρίως το μυαλό μου. Εκεί και στο νερό.



20180720

Ρινγκ ρινγκ


Η Έσθερ ήταν η γιαγιά μου. Είχε μία θεωρία.  Ήταν μπερδεμένη όπως κάθε θεωρία που σέβεται τον εαυτό της και τον σκεπτόμενο άνθρωπο που θα σταθεί απέναντί της. Σπουδάια όμως, ναι! Όπως κάθε τι με αρχή και τέλος ασύλληπτο που επιλέγεις ν’αγνοείς ή πλάθεις γύρω του ιστορίες να μην σε τρομάζει. Ένα μεγάλο της μέρος, αφορούσε στον ρόλο των αισθήσεων στις ζωές μας.

«Τα σημαντικά κρύβονται, κοιμούνται και ξυπνάνε στις αισθήσεις. Στις αισθήσεις μου και στις αισθήσεις σου».

 Μα είχε ακόμα κι αυτό τόσα πολλά κενά, αν και ήταν ό,τι πιο σαφές είχα ακούσει.
Σας μπερδεύω σωστά; Ζητώ συγγνώμη, μα έτσι κάνουν οι μπερδεμένοι. Η θεωρία της τα έβαζε με τον έρωτα. Τον έρωτα-καύσιμο της ζωής. Πίστευε ότι δεν πρέπει να προσωποποιείται, ούτε και να οριοθετείται. Πρέπει να’ναι λαίλαπα, λάβα καυτή και ταυτόχρονα δειλινό στην πιο γαλήνια θάλασσα, μωρό που κοιμάται στην αγκαλιά της μάνας του. Παρ'όλο που δεν ήθελε όμως ούτε πρόσωπο, ούτε όριο, όλη της η ζωή ήταν ένας αγώνας να βρει τον έναν άνθρωπο-αστείρευτη πηγή που θα την ποτίζει για να ξεδιψάει και να δημιουργεί παντοτινά παραμύθια.
 Ξεκίνησα να μιλώ μαζί της γι'αυτά από πολύ μικρή και μπήκα σε σκέψεις που δε θα έπρεπε να με έχουν βασανίσει από τόσο νωρίς. Ύστερα όταν μεγάλωσα, με άφηνε και περνούσα ώρες ανάμεσα στα πολύτιμα βιβλία της και στα ακόμα πιο πολύτιμα γραπτά της. Διάφορα μικρά τετράδια που την συνόδεψαν σε όλη της ζωή. Πάντα είχε ένα μαζί της! Θα μπορούσα να πω ότι αυτά ήταν οι πραγματικοί της φίλοι, η οικογένεια της. Κάθε κοπέλα είχε άγχος να έχει στο τσαντάκι της κάποια χτένα, ένα κραγιόν, κλειδιά ή χρήματα. Η Έσθερ το μόνο που ήθελε να έχει πάντα μαζί της ήταν ένα τετραδιάκι κι ένα στιλό. Κάποιες φορές αναρωτιόμουν αν υπήρχε κάποιος άνθρωπος που να είχε την ίδια σημαντικότητα στον εγκέφαλό της, όσο η δίψα της για να γράφει και η αναζήτηση τρόπων για να τη σβήνει. Αναρωτιόμουν αν υπήρχε κάποιος που στα αλήθεια να διάβασε ό,τι έγραφε, να κατάλαβε τί ήθελε να πει και να ένιωσε τις λέξεις της να τον αγκαλιάζουν, να τον αγγίζουν, να τον γρατζουνάνε, να τον φιλάνε με πάθος...
 Αυτά λοιπόν ήταν όσα κληρονόμησα από εκείνη. Μία δίψα, ένα πάθος. Με συγχωρείτε που κλαίω και σας αναστατώνω. Όλο αυτό με τα ελάφια με στενοχώρησε πολύ. Κατάλαβα ότι ίσως να μην υπάρχει ελπίδα... Το ελάφι που τότε έτρεξε να με προλάβει, πολλές φορές σκέφτομαι ότι δεν είχε ακούσει τελικά τίποτα. Δεν φώναξα αρκετά δυνατά.  Ίσως έμεινε με μία απορία που θα μπορούσε να έχει λυθεί, ή ίσως βέβαια, να είχε ακούσει τα πάντα και να πίστεψα λάθος πως είχε καταλάβει. Η αδυναμία μου να σταματήσω το τρένο για να είμαι σίγουρη, πάντα θα με στοιχειώνει... Σαν την αδυναμία και την άρνηση των ελαφιών να κατανοήσουν την παντοτινή απόσταση που θα τα χωρίζει από ένα φεγγάρι ψεύτη. Σαν την άρνησή τους να αποδεχθούν πώς αν και το φεγγάρι είναι μοναδικό, αυτά είναι μιλιούνια. Ίσως όμως δε θέλησα ποτέ να σταματήσω πραγματικά το τρένο για ένα τόσο τυφλό ελάφι κι ίσως η άρνησή μου να αποδεχθώ αυτή την τόσο εγωιστική αντίδραση να είναι το αληθινό στοιχειό. Αλλά αν ήταν έτσι δε θα μοιραζόμουν ποτέ μαζί του το μυστικό.
 Με συγχωρείτε, θα χρειαστώ λίγο χρόνο να συγκροτήσω τη σκέψη μου. Θέλω να σας εξηγήσω, αλλά πρώτα πρέπει να ξεχάσω, για να καταφέρω να θυμηθώ. Θα σας καλέσω εγώ ξανά σε 6000 ώρες. Θα είστε ακόμα σε εκείνο το μπαρ; 

20180707

Πιπ

 Η ώρα είναι περίπου αυτή που φαίνεται. Έχει υπερβολική ζέστη και όσο μεγαλώνω συνειδητοποιώ ότι δεν μου αρέσει. Βέβαια, ούτε το πολύ κρύο μου αρέσει. Έχω ένα περίπου πονοκέφαλο. Ο ανεμυστήριος κεντραρισμένος πάνω μου, βγάζει τη γλώσσα με θράσος σε κάθε γιαγιά που νοερά έρχεται και μου φωνάζει «παιδάκι μου θα πάθεις ψύξη». 
 Πάντα πίστευα ότι η «ψύξη» είναι ένα μεγάλο λάθος. Σαν θεός, υπάρχει αλλά δεν υπάρχει. Σε αγγίζει, αν την αγγίξεις και εσύ. Τρόμος και δέος στην ιδέα της, αλλά συχνά την επικαλείσαι. 
 Είμαστε σχεδόν στη μέση του καλοκαιριού μου. Οι αναποφάσεις αυτής της περιόδου είναι να πίνω ζεστή σοκολάτα, να ολοκληρώσω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα και να πάρω σβάρνα τους σχετικούς εκδοτικούς, να ολοκληρώσω το διάβασμα των πέντε βιβλίων που διαβάζω ταυτόχρονα αυτή την περίοδο και να παίζω περισσότερο cluedo. 
 Ιδανικά τώρα, θα ήθελα να πάρω το αμάξι και να πάω σε μία μυστική συνάντηση με επιτραπέζια μυστηρίου. Θέλω να ξεσαλώσω όπως καταλαβαίνεις. Έχω μάλιστα ένα υπέροχο παιγνίδι, τον τάφο του Φαραώ, το οποίο μπορείς να το παίξεις μονάχα μία φορά. Είναι υπέροχο γιατί άμα θες, το παίζεις και μόνος σου. Αλλά δεν με παίζω. Ίσως έτρωγα και ένα τριπλό τσιζ, με πατάτες και κρόκακόλλα και κέτσαπ. Είναι κάτι βράδια που νιώθω αγρίμι. Είναι τα βρώμικα βράδια. 
 Ιδανικό soundtrack θα ήταν μία παλέτα από Smiths-there is a light that never goes out ως Fleetwood Mac- Rhiannon. Στο πονοκεφαλιασμένο μου μυαλό παίζουν αδιάκοπα τις τελευταίες ώρες. 
 Αλλά δεν το παίρνω το αμάξι... Και είμαι πάντα ένα σωρό χαζές δικαιολογίες τύπου, δεν έχω στικάκι να ακούσω την παλέτα, το αμάξι θα τσουλήσει πίσω στην γιγαντιαία ανηφόρα, δεν ξέρω να παρκάρω. 








20180624

The sound of silence

 Φαντάσου έναν άνθρωπο που φεύγει από τη ζωή και δεν πρόλαβε να αγαπήσει βαθιά ή ν'αγαπηθεί. Δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι μεγαλύτερη κατάρα. Να μην σε αγαπήσει ποτέ κανείς ή να μην μπορέσει να κατακλύσει την καρδία σου αγάπη η θέα ή η σκέψη κάποιου άλλου ανθρώπου. Σκέψου πόσο άσχημο είναι επίσης το να σε αγαπήσει κάποιος και ποτέ σου να μην μπορέσεις να το νιώσεις ή να αγαπήσεις κάποιον και ποτέ του να μην μπορέσει να το νιώσει. Ή ο ετεροχρονισμός, τί κατάρα κι αυτή! Ένας διάλογος αμοιβαίων συναισθημάτων μεταξύ δύο ανθρώπων, τόσο πολύ μπερδεμένος στον χωροχρόνο που μετατράπηκε σε έργο σουρεάλ. Φαντάσου όμως έναν άνθρωπο που αγαπήθηκε και αγάπησε απύθμενα. Φαντάσου έναν άνθρωπο όπου αγαπήθηκε από τον ίδιο άνθρωπο που αγάπησε. Έναν άνθρωπο όπου αγαπήθηκε από τον ίδιο άνθρωπο που αγάπησε την ίδια στιγμή.
 Φαντάσου πάλι έναν άνθρωπο που δεν διάβασε ποτέ του για αγάπη ή για έρωτα. Που κανέναν δεν απάντησε σε αυτό του ταξίδι να προσποιείται πώς ξέρει με σιγουριά τι είναι το καθετί. Φαντάσου, πως αυτές οι δύο έννοιες, δεν υπάρχουν καν σε αυτό το σύμπαν. Ο κάθε άνθρωπος ονοματίζει τα διαφορετικά του συναισθήματα για τους διαφορετικούς συνταξιδιώτες του διαφορετικά κάθε φορά. Όχι με ένα κλεμμένο «αγάπη» κι «έρωτα». 
 Πάρε μία βαθιά ανάσα τώρα και σκέψου εσένα κι εμένα σε παρακαλώ. Ομοίως θα σε φέρω στον νου μου κι εγώ. Σε ακούω...











Υ.Γ. pollynor

20180616

Die die my darling


                                      

 Ωω θεοί των πιο νόστιμων κέικ και παντοδύναμο κοπερτί, πώς θα αντέξει η καρδιά μου τόση ευτυχία; Πήρα τους δρόμους, έτρεξα να προλάβω σε κάλο σημείο με τζαμαρία την βροχή για να χαθώ στο γράψιμο. Ο αρχικός προορισμός είχε τις πόρτες του σήμερα κλειστές κι έτσι πήδηξα ένα στενό και με λίγο πιο βαριά την καρδιά μου, πήγα στο μικρό άνθος που νόμιζα ότι θα ήταν γεμάτο κόσμο. Μα τι ευτυχία ένιωσα όταν είδα το άνθος άδειο! Ρώτησα για πρίζα και η πρίζα ήταν δίπλα στο τραπεζάκι στην τζαμαρία. Στον χώρο υπάρχει ένα πιάνο και παίζει μουσική από πικ απ, τζαζ ή κλασσική! Ένα τέτοιο μαγαζάκι θέλω κάποτε να δημιουργήσω και να είναι η καρδιά μου υπερχειλισμένη από ευτυχία κάθε στιγμή. Ολόκληρη! Να μοσχοβολάει κέικ και μπισκότα και να μοιράζω σε κούπες, τσάι, την πιο νόστιμη σοκολάτα και μαγικό φίλτρο αναρχικής και ατελούς αρμονίας και χαμόγελου. 
 Έχω αμελήσει το παιδί μέσα μου πολύ, παρ'όλο που δεν το παραδέχομαι και σήμερα είναι αλλιώς! Σαν να το έπιασα από το χέρι και να του είπα: ξεσάλωσε! Κάθισα στο πιο τέλειο τραπεζάκι, πήρα μία τέλεια σοκολάτα που είναι σοκολάτα! Σοκολάτα αληθινή, αλλά υγρή! Έχει και κάτι τέλεια κομματάκια που κάθε φορά που τα πιάνω και τα χορεύω στον ουρανίσκο μου, κάνω ένα ταξίδι από παράδεισο σε φεγγάρι και πίσω σε αυτή την τρύπα στον χωροχρόνο! Χαίρομαι που σε έχω παρέα κι ελπίζω να νιώθεις την ευτυχία που νιώθω αυτή τη στιγμή. Πήρα κι ένα κεικ καρότου ξέρεις! Μου έφεραν και κάτι μπισκοτάκια. Η καρδιά μου θα μπορούσα να πω ότι μοιάζει με το πόσο γεμάτο είναι το τραπέζι μου! Ή το πιάνο από τους δίσκους! Ή ο τοίχος από τα άνθη! 
 Και δε με νοιάζει αν στο λέω συχνά, το πόσο μου αρέσει η βροχή και το τσάι και η σοκολάτα και η τζαζ και η κλασσική και τα βιβλία και να γράφω και να φτιάχνω παραμύθια. Τέτοια είμαι! Τέτοια πάθη έχω! Ξέρεις τί θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω; Αυτή η εικόνα! 


Θυμάσαι εκείνη την πρώτη βροχή;



Γυρίζοντας αργά το βράδυ από την μεγάλη γιορτή, ήθελε να γράψει. Πριν ξεκινήσει, ώρα 1:50 16/6/2018 ξεκίνησε βροχή και μύρισε χώμα. Άφησε το χαρτί και το μολύβι και έτρεξε στο κατάστρωμα του πλοίου ΠΟΛΗ για να του γνωρίσει την βροχή. Η πληροφορία για την χώρα των σμαραγδιών ήταν αληθινή. Υπάρχει ή τουλάχιστον σίγουρα υπήρξε. Βρήκε μάλιστα κι ένα παλιό τραγούδι που υπήρχε η φήμη ότι ο ρυθμός του ήταν ο χτύπος της καρδιάς ενός σμαραγδιού. Πήρε μία ανάσα κι ατρόμητη καθώς ήταν στάθηκε κάτω από τον ουρανό. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν η πρώτη του βροχή.



20180609

Η πέρα χώρα

 Έμαθε τα νέα μόλις πριν μία εβδομάδα. Τα δειλινά έμοιαζαν να μην άλλαξαν καθόλου. Τα αεροπλάνα έμοιαζαν να μην άλλαξαν καθόλου τον τρόπο που πετούν. Όλες οι σκέψεις έτρεχαν στο λιβάδι φυσιολογικές. Κοίταξε καλύτερα τον χάρτη γιατί σκέφτηκε πως ίσως έχει χαθεί. Κι όμως, χωρίς καμία αλλαγή, σταθερά έπλεε προς τα 'κει. Είχε βρει μάλιστα μία πληροφορία για μία χώρα γεμάτη σμαράγδια. Γεμάτη μαγικά, λαμπερά πράσινα σμαράγδια. Έπρεπε να ταξιδέψει κι άλλο για την αγάπη, αλλά σου είπα έμοιαζαν όλα φυσιολογικά. Πώς θα μπορούσαν να μην έμοιαζαν άλλωστε.
 Ίσως δεν είχε την ίδια όρεξη να γράψει. Μα δεν στέρεψε. Ίσως έφταιγε η ζέστη που την φιλούσε στο μέτωπο. Το καλοκαίρι εξάλλου η ομορφιά μετανάστευε προς το εξωτερικό. Άφηνε λίγο την καρδιά για να γνωρίσει νέες θάλασσες. Το καλοκαίρι ήταν για παγωμένο earl grey το οποίο εντελώς υπεύθυνα αποφάσισε για λίγο να χωρίσει. Η ζέστη επέστρεφε στην καρδιά τους χειμώνες με μία κούπα και λίγη βροχή.
 Ο ουρανός απόψε επέμενε να κρατήσει την πούδρα από ροδάκινα αρκετή ώρα αφότου ο ήλιος είχε πέσει. Passepied και παγωτό πεπόνι. Αναρωτιόταν ποιο να είναι το πιο ψηλό σημείο στην πόλη. Κάποτε είχε βρεθεί εκεί.
 Σε λίγες μέρες θα άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή της έναν ολοκαίνουργιο ρυθμό στον όποιο θα έπρεπε να αφεθεί κι έπειτα να τον μαγέψει και να συνταξιδέψουνε. Δεν είχε κανένα άλλο στοιχείο και κανένα άλλο όπλο, εκτός από τα παραμύθια της. Κι όμως, η πόλη δεν άλλαξε καθόλου. Οι σκύλοι που τραγουδούσαν τα βράδια, δεν άλλαξαν καθόλου τον σκοπό. Δεν άλλαξε ποτέ το χρώμα της άμμου και το σπίτι της δεν έκλεισε τις πόρτες ποτέ.
 Η πούδρα έχει σχεδόν χαθεί. Την είχε αγκαλιάσει το γκρι καλοκαιρινό σκοτάδι. Μία συμφωνία του ίδιου τύπου αλλά στα μινόρια έβαλε για ύπνο την προηγούμενη μουσική. Αν κάτι της έλειπε αυτή τη στιγμή ήταν το πιάνο στην λευκή αίθουσα. Τίποτα άλλο. Έπλεε προς τα εκεί.
 Έδεσε έτσι μία άκρη από ένα μακρύ μακρύ διάφανο σχοινί στο πιο ψηλό κατάρτι της γέφυρας του πλοίου της. Την άλλη άκρη την έδεσε στην κορυφή του πρώτου ψηλού βουνού που το βλέμμα της σταμάτησε. Και με ένα ανάλαφρο άλμα, βρέθηκε να ισορροπεί πάνω του. Κοιτούσε το βουνό και χάιδευε την πόλη. Και κάπως έτσι όσο κι αν προσπάθησε να πέσει, βαρύτητα σαν να μην υπήρχε. Όσο άτσαλες κινήσεις κι αν έκανε έμοιαζε σαν μπαλόνι γεμάτο με ήλιον, δεμένο με μία όμορφη κορδέλα απαλά φιόγκο  στο σχοινί, με σώμα ντελικάτο να μην γέρνει σε καμία πλευρά και να χορεύει ανάλαφρα κάπου στο κέντρο. Δεν ήταν μόνη.




20180527

Τα δειλινά

Λίγο μετά τη δύση του ηλίου και πριν το σκοτάδι πέσει εντελώς, συμβαίνει κάτι μαγικό στην πόλη. Είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα. Αν βρεθείς κάπου ψηλά, μοιάζει σαν λάβα να λούζει όλους τους δρόμους. Μπορείς ακόμα να δεις καθαρά από το χρώμα του ουρανού τη θάλασσα από λευκά κτίρια, μπορείς όμως εξίσου καθαρά να δεις και το έντονο πορτοκαλί, σαν φωτιά χρώμα, να τρέχει ανεμπόδιστο, ακόμα και στο τελευταίο, μικρό, ξεχασμένο, μυστικό στενό.
Εκείνες τις στιγμές, ακούς μέσα στο κεφάλι σου μία ανάσα βαριά, από έναν άνθρωπο που κείτεται στο έδαφος. Καθώς το σκοτάδι ολοένα και πιο βαθύ ανακατεύεται με τη λάβα, ο άνθρωπος ανοίγει τα μάτια σιγά σιγά, βρίσκει ρυθμό στην αναπνοή του και σηκώνεται γερά στα πόδια του γεμάτος πείσμα, έτοιμος να τρέξει στους δρόμους της φωτιάς ξυπόλυτος. Έτοιμος να φάει ό,τι τον έριξε κάτω.  Έτοιμος να αναζητήσει με πάθος ό,τι του έδωσε κίνητρο να βρει ξανά ανάσες. Ένας άνθρωπος αρνούμενος να πιστέψει ότι αυτό που τον έριξε, θα έρθει την αυγή να τον σκοτώσει ξανά. Κι όλο πάλι από την αρχή, εκεί, στο τελευταίο, μικρό, ξεχασμένο, μυστικό στενό.


20180520

Ένας δεινόσαυρος στην πόλη

 Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι το πιπέρι υπήρχε πριν από εσένα και συνεχίσει να υπάρχει όταν πια δεν θα υπάρχεις εσύ; Έχει άραγε κάποιος νικήσει το πιπέρι; Μαζί με αυτές τις σκέψεις για το πιπέρι, χορεύουν και οι σκέψεις σχετικά με το σε πόσες φωτογραφίες είμαστε μέσα, σε όλο τον κόσμο χωρίς ποτέ να το μάθουμε; Πόσα κλικ άλλων, μας έχουν αιχμαλωτίσει;
 Η ώρα είναι 02:44 και θα ήθελα πολύ να πιω μία μπίρα, ή λίγο δροσερό νερό κάπου έξω, να κάνω μία ανέμελη βόλτα στο κέντρο. Την μεγάλη! Εναλλακτικά θα ήθελα να είχα ένα αμάξι και κάποιος να φροντίζει να βάζει όμορφη μουσική που δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά, μέχρι να ακούσω ένα τραγούδι που θα το ερωτευτώ και θα θέλω να παίζει συνέχεια.
 Μία από αυτές τις μέρες ένας δεινόσαυρος θα μπει μέσα στην «πραγματικότητα». Η Lady D πιστεύω θα καταλάβαινε.