Για να δούμε... Έχω ρίξει πριν από λίγο έναν περίεργο αφρό που θα κάνει κάποιες φλέβες μου πιο σκληρές. Μου υποσχέθηκε πως θα σταθεί στις φλέβες το υλικό, τοπικά και δε θα πάει να σκληρύνει κι άλλο την καρδιά μου.
Το τελευταίο άδειασμα του μαγαζιού ήταν υπέροχο. Με έκανε να νιώσω τόσο δυνατή και ασταμάτητη. Ίσως να φταίει που κορόιδεψα την ανησυχία μου με ένα πιάτο ράμεν. Ίσως να φταίει.
Το τελευταίο γέμισμα του μαγαζιού ήταν υπέροχο. Είναι σαν κάτι παιγνιδάκια που ξεκινάς π.χ. να φτιάξεις μία πιτσαρία κι όσο πιο πολύ επενδύεις σε αυτή, τόσο περισσότερο αυξάνεται το εισόδημα; Λες οι ανθρώπινες σχέσεις να είναι κάπως το αντίθετο;
Υποσχέθηκα να μην ξεκινήσω φέτος κάτι καινούργιο (ή ήταν πέρσι αυτό; Τα έχασα) και μάλλον κάπου μπλέχτηκα από σπόντα και έχω αρχίσει τώρα ν' ακούω το «ριμέμπερ δε νέιμ» και να φαντάζομαι τα νοκ άουτ στα πρώτα λεπτά.
Θέλω πάρα πολύ να φύγω.
Θέλω να σου πω, ότι πήγα να αγοράσω κανένα νέο ρούχο και αγόρασα τέσσερα βιβλία. Μετά ξενέρωσα με εμένα, γιατί όπως σίγουρα σου έχω ξαναπεί όσο περισσότερα βιβλία αγοράζω, τόσο περισσότερο δεν μπορώ να επικοινωνήσω με τον κόσμο που αγοράζει νέα ρούχα. Έτσι αφήνοντας στην άκρη τον υλικό πολιτισμό και την ανθρωπολογία στον κόσμο των πραγμάτων, στην άκρη δίπλα στο μαξιλάρι μου την αδερφή αουτσάιντερ, αποφάσισα να φέρω λίγο στη ζωή μου τον Τολστόι και τον θάνατο του Ιβάν Ίλιτσ, για να κρυφογελάω με εσάς και να κρυφοκαμαρώνω για εμένα, λίγο ακόμα από τον στριμμένο αυτή τη φορά για την μεταφυσική του έρωτα, μπας κι αιτιολογήσω το μπέρδεμα, ή έστω να νευριάσω ξανά μαζί του. Πήρα επίσης ένα μικιό που έγραφε με τεράστια γράμματα ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΗΘΗΣΗ. Ένα δοκιμιάκι κούτσικο να μου δώσει την πατρική επιβεβαίωση πως σωστά βαδίζω κι ένα ακόμα πιο κούτσικο βιβλιαράκι με διηγήματα. Το κριτήριο; Το όνομα του συγγραφέα ήταν τεράστιο: Henry René Albert Guy de Maupassant. Κι ενώ τα κριτήρια στην επιλογή των αναγνωσμάτων ολοένα και θολώνουν, ξεκαθαρίζουν άλλα σημαντικά κριτήρια μέσα μου.
Ναι, κάπως έτσι μεγαλώνω. Έχω όνομα κι επίθετο.
Οι φλέβες έχουν ξεκινήσει και πονάνε καθώς ο καφές και το φοντάν τελειώνει. Μου είπε να περιμένω τον πόνο και να περιμένω να μελανιάσουν και τα πόδια που. Να σου πω κάτι, οι μελανιές είναι λίγο σέξι. Είναι λίγο εμπειρία. Παλιότερα στον χρόνο καμάρωνα για τις πληγές στα πόδια μου τα καλοκαίρια. Καμάρωνα και τους χειμώνες για τις πληγές στο σώμα μου από το άθλημα. Τώρα καμαρώνω για τις πληγές μέσα μου και για τη δύναμη μου να τις κάμω λουλούδια, αέρα και ιδέες και να τα μοιράζω απλόχερα.
Να σου πω κάτι; Δεν φοράω αντηλιακό, αλλά φοράω ένα άρωμα που μυρίζει αντιηλιακό κι αν πηγαίνεις στο Βερολίνο, θέλω να μου το φέρνεις. Ψάχνω και κάποιον να μου φέρει κάτι που θέλω από το Μαρόκο. Ψάχνω να πάω στην Τανζανία ή στο Νεπάλ. Ψάχνω να πάω και μέχρι το Λουτράκι μάλλον. Θέλω ιδανικά τρεις μέρες σε ένα ωραίο ξενοδοχείο. Να έχει πισίνα εσωτερική και να είναι μέσα στην φύση. Να είναι άδειο. Να σέρνομαι όλη μέρα από τη συγγραφή, στα βιβλία, από τα βιβλία στις σκέψεις και από τη σκέψη σε εσένα. Στα διαλείμματα να πλατσουρίζω στην πισίνα και να παίζω στο ξεχασμένο πιάνο στο λόμπι, να χορεύουν τα φαντάσματα.
Χθες είδα το terrifier και δεν με άγγιξε καθόλου, προχθές είδα μία σχολική τροχονόμο και συγκινήθηκα. Χάλια.
Είναι 14/11 και δεν έχω ακόμα φέρει στην έδρα τους τα χειμωνιάτικά μου ρούχα. Ένιωσα λίγο πιο υπεύθυνη και πήρα νέο κράνος. Ένιωσα λίγο πιο ανεύθυνη επίσης και.
Να ξεκινήσω τάχα με το 3+3=6 ο κώλος σας να φέξει; Φέτος δε γιόρτασα τα γενέθλιά μου. Ήθελα μόνο να μείνω μόνη. Ιδανικά θα ήθελα να είχα φύγει και μόνη κάπου μακριά, αλλά δεν τα κατάφερα. Κάθε 14 Οκτώβρη, έναν μήνα μετά νιώθω ότι τελειώνει ο μήνας της γιορτής και ξεκινάει η καλύτερη εποχή μου. Πιο μεστή από ποτέ, το τέλος της προσωπικής μου γιορτής το κλείνω με ένα ψέμα. Κάθε 14 Οκτώβρη γνωστή αλυσίδα καφέ με γιορτάζει και με κερνάει ένα δωρεάν ρόφημα. Έναν μήνα μετά. Έτσι τους είπα κι εκείνοι το πίστεψαν...
Στα 33 μου λοιπόν, κατάλαβα ότι, για να δημιουργήσω πρέπει να πονάω από έρωτα.
Το μισό μου «εγώ» θα ήθελε να είχε κάνει ένα πάρτι που θα ντυθώ Ιησούς και να έχω τα χέρια μου ανοιχτά, ημίγυμνη σε λευκά. Το άλλο μου ολόκληρο θα ήθελε να φύγει μονάχα με ένα άτομο παρέα.
Στα 33 μου όλα είναι λάθος κι όλα τα μετατρέπω σε απολύτως σωστά. Μπράβο μου. Μα αισθάνομαι ότι, όλη αυτή η δύναμη θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί καλύτερα. Προς τα εκεί θα πλεύσω πια.
Άλλες φορές, άλλες εποχές, θα ήταν η κάθε μέρα μου μία αφορμή να σου γράψω. Τώρα πλέον το κατάπια μάλλον, το αποφάσισα ότι, η ζωή μου δε θα είναι βαρετή. Απαιτεί πολλή ενέργεια, αλλά την γεννάω διαρκώς. Αστείρευτη η πηγή μου. Να το ταλέντο μου, ακόμα και τις πιο «βαρετές» μέρες του κόσμου να τις κάνω σαν μία ταινία. Οι φίλοι μου λένε πως κάτι συμβαίνει κι όλες οι απίθανες ιστορίες έρχονται να με βρουν κι αν δε με βρουν τις βρίσκω εγώ. Συναντιόμαστε όμως...
Έτσι λίγο ο πόνος που δεν τον νιώθω πια, μούδιασα, λίγο η αποδοχή του ότι «Τόσο το είναι μου, δεν το μαζεύω, δεν το μικραίνω. Θες; Μπορείς; Παρ΄ το. Στάσου ίσα.» Με έκαναν να μη θέλω να σου γράψω πια. Θέλω να γράψουμε μαζί. Μάλλον θέλω να γράψεις εσύ για εμένα, την ώρα που εγώ θα μένω έντεχνα σιωπηλή.
Το γλυκό μου φθινόπωρο ξεκίνησε. Αχ να μπορούσα να σου περιγράψω πόσο πολύ αγαπώ αυτή την εποχή. Κουβαλάει καλοκαίρι, μα πιο γλυκά. Κουβαλάει φρέσκιες αρχές. Κάθε Σεπτέμβρη ωριμάζω λίγο ακόμα. Τον Σεπτέμβρη έρχονται γκριζάδες, βροχούλες, φύλλα καφετιά. Φύλλα πεσμένα, που κυνηγώ να πατήσω γιατί μου χαρίζουν την υπέροχη μουσική τους. Το φθινόπωρο ξεκινώ να προσπαθώ ξανά, να φτάσω με λαχτάρα στον Νοέμβρη μου, να καταλάβω πως όσο κι αν προσπαθώ, νόημα πολύ δεν έχει κι έπειτα να κάψω τις ιστορίες μου ξανά και ξανά. Με στάχτες μπαίνω στον χειμώνα και μέχρι τις άνοιξες, οι στάχτες μου γίνονται λίπασμα για τις νεραντζιές μου. Έπειτα καλοκαίρι, με βάρκες δίχως φρένα, καβαλάω ποταμούς, βυθίζομαι στα κύματα και αναδύομαι ξανά στον Σεπτέμβρη μου.
Πριν φύγουμε φέτος από την ποταμό, πήρα μαζί μου στη βάρκα και την κόρη μου. Άφησα πίσω τον γιο μου να προσέχει το σεντούκι με τον θησαυρό μας. Η μικρή τραγουδούσε πάνω στην βάρκα και ο γιός στην όχθη. Σου είπα προηγουμένως, πως δεν είδα ποτέ όχθη να ξέρει από νερό, μα δε σου είπα πως έχω χέρια δυνατά και μπορώ να αλλάζω την ροή μα και τις όχθες. Τραγουδούσαν οι δύο τους, οι τρεις μας, στίχους από ένα τραγουδάκι, που άκουσαν σε μία παιδική παράσταση με πειρατές:
Απ' όταν ήμουνα μικρός
το ΄θελα να ΄μαι ναυτικός
να πάω όπου πάει ανθρώπου νους
στους δέκα ωκεανούς
Πως τα ΄φερε η ζωή και μπάρκαρα ένα πρωί
κι είδα πως τελικώς, η αλήθεια ήτανε αλλιώς
Σαν ήμουν νιός και λυγερός
ήθελα να ντυθώ γαμπρός
να ΄χω μια ωραία κοπελιά
για χάδια και φιλιά
Πως τα ΄φερε η ζωή παντρεύτηκα ένα πρωί
κι είδα πως τελικώς, η αλήθεια ήτανε αλλιώς
Σαν τα ξεπέρασα όλα αυτά
είδα πως μόνο τα λεφτά
σου αγοράζουνε χαρά
και ζεις πιο χαλαρά
Πως τα ΄φερε η ζωή και πλούτισα ένα πρωί
κι είδα πως τελικώς η αλήθεια ήταν αλλιώς
Τώρα που ήρθε η ώρα μου
τσουλάω στην κατηφόρα μου
και τίποτε πια δε ζητώ
ό,τι έχω είναι αρκετό
Γιατί έτσι είναι η ζωή και θα πεθάνω ένα πρωί
εκτός αν τελικώς η αλήθεια είναι αλλιώς...
Βγήκαν ύστερα κάτι τεράστια σύννεφα και σκέπασαν το μέρος. Έτρεξα, μπήκα στη θάλασσα και αποχαιρέτισα τα κύματα. Βούταγα κι έβγαινα ξανά και ξανά, σαν παιδί μικρό, όλο και πιο ψηλά. 'Ήμουν μόνη μου κι άρχιζα να φωνάζω σε κάθε βγες «γεια σας κύματα, γεια σου Ιόνιο, γεια σας κοχύλια που δεν σας βρήκα ποτέ» και έμπαινα κι έβγαινα και μάλλον θα ήταν πολύ αστείο αν το έβλεπες από κάπου μακριά, ή γλυκό, ή τρελό. Έπειτα φύγαμε και λίγο αργότερα ξεκίνησε η βροχή μου.
Τελειώνει κι αυτό το καλοκαίρι. Πήρα μία βάρκα. Πήρα και δύο κουπιά γιατί δεν έχω δυνάμεις πια και με το νου μονάχα δεν θα το ταξιδέψω το όνειρο. Τη βάρκα θα την πω Μαριγούλα. Θα πάω με την Μαριγούλα ανάποδα στην ποταμό. Αυτό θα κάνω, αυτό έκανα πάντα. Σταματώ να πιστεύω σε παραμύθια. Εκεί γέρνει η ψυχή μου τώρα. Ο κόσμος είναι σκληρός, πολύ κι εγώ ακόμα περισσότερο. Όταν κουραστώ πραγματικά, δίχως να τ' ομολογήσω ξανά πουθενά, θα ξαπλώσω στην Μαριγούλα και θ' αφεθώ κοιτώντας τον ουρανό να με φτάσει το νερό πίσω στη θάλασσα. Αν η θάλασσα έχει κοχύλια, μπορεί για λίγο να ξεχαστώ, να βρω μερικά, να τα μαζέψω, να φτιάξω κοσμήματα «πανάκριβα» από σπάγκο, αναμνήσεις κι αλάτι. Θα σου χαρίσω μερικά. Κι αν η θάλασσα είναι ανταριασμένη, την Μαριγούλα πάνω μου έχω δέσει, μη φοβάσαι. Αυτό είναι ένα μυστικό που δεν είπα ποτέ πουθενά. Αν η Μαριγούλα δεμένη πάνω μου πάει να με πνίξει, στον λαιμό έχω πάντα μαζί μου το μαχαίρι μου. Το σχοινί θα κόψω κι έπειτα ξανά στο ρέμα ανάποδα θα πάω με το σώμα μου, θα γίνω καταρράκτης, σύννεφο, βροχή. Θα φύγω από τον ουρανό και με τη μουσική που θα κάνουν οι σταγόνες μου σαν πέφτουν, μία βάρκα θα φτιάξω ξανά και ξανά και ξανά. Κάποτε ίσως, κάποιος, σε κάποια όχθη σταματήσει να πιεί νερό να ζήσει. Ίσως δει αυτόν τον κύκλο και καταλάβει πως στην πραγματικότητα το μόνο πρόβλημα ήταν ότι πίστευα πολύ στα παραμύθια και πως είπα ψέματα ότι είχα καρδιά σκληρή. Μα τι θα με νοιάζει πια... Ο κόσμος σου 'πα είναι σκληρός κι όχθη ποτέ δεν είδα που να ξέρει από νερό.
Μεσοκαλόκαιρο 2024 και μία μέρα μετά. Καύσωνας. Πάω να δω έναν φίλο μου. Επισκεπτήριο 17:00-20:00. Προτού μπω μέσα, αγοράζω από απέναντι ένα μπλοκάκι, κάμποσα μολύβια, μία γόμα και μία ξύστρα. Να μου το γεμίσει ζωγραφιές. Να περάσουμε στην αιωνιότητα την εποχή. Εγώ βάζω τον τρόπο, αυτός το ταλέντο. Είναι τρομερός ζωγράφος. Πτέρυγα Κ. όροφος πρώτος. Χτυπάω κουδούνι και περιμένω. Την ξύστρα, μου την κρατάνε για λόγους ασφαλείας. Όποιος θέλει να ξύσει μολύβια πρέπει να πηγαίνει εκεί, δεν τα ξύνει όπου θέλει, μπορεί να αφαιρέσει το λεπιδάκι... Τα στιλό δεν περνάνε επίσης να ξέρεις. Τα μολύβια είναι οκ. Θα σκέφτηκαν πως ίσως είναι πιο αθώα για την καρωτίδα, λιγότερο μυτερά;... Στην τσάντα μου μέσα έχω σουγιά, ο σουγιάς περνάει να ξέρεις. Είναι φαίνεται το ίδιο αθώος με τα μολύβια...
Κάποτε σε ένα αεροδρόμιο στον Παναμά με πλώρη για την ζούγκλα, μου πέταξαν το σούπερ ντούπερ αντικουνουπικό μου. Την περίοδο που ο ζίκα έκανε πάρτι, όχι αστεία. Προσπαθούσα σχεδόν με κλάματα να τους εξηγήσω ότι το χρειάζομαι για την επιβίωση μου και απλά μου το πήραν. Μπούκωσαν με δάκρυα τα μάτια μου από νεύρα (που σπάνια έχω) επειδή ο μπροστινός μου είχε μόλις περάσει το ίδιο αντικουνουπικό (το οποίο ήταν και σε περίοπτη θέση στο πλαϊνό διχτάκι) κι έναν αναπτήρα. Μου το πέταξαν διότι ήταν εύφλεκτο υγρό. Όχι πολλά τα ml. Όχι λάθος το δοχείο. Εύφλεκτο το υλικό. Κατάλαβα τότε ότι από τη μία όλοι μας έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά, ή απλώς παραβλέπουμε από λάθος, αμέλεια, αδιαφορία. Από την άλλη ότι το πιο εύφλεκτο υλικό, ήμουν εγώ. Δεν μίλησα βέβαια, γιατί σκέφτηκα πως τουλάχιστον θα με έσωζε του μπροστινού μου το σουπερ ντούπερ αντικουνουπικό. Ήθελα τόσο πολύ να το πάρω από το διχτάκι του και να τους φωνάζω κάμποσα μέτρα πιο κάτω σε άπταιστα ισπανικά ΕΙΘΤΕ ΜΑΛΑΚΕΘ ΡΕ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΙ, κουνώντας το στον αέρα μαζί με κωλοδάχτυλα. Δεν το έκανα, είχαν όπλα.
Ξέφυγα. Πίσω στη σημερινή. Γνώρισα τον Α. Ας τον πούμε Ασήμη. Νεκροθάφτης μουσικός. Χώρισε μετά από 36 χρόνια γάμου, πριν κάτι μέρες. Πολύ κοντός, ροκάς αεράτος, κοντό μαλλί άσπρο σαν χιόνι, μαύρα ρούχα, μαύρος σκελετός τα γυαλιά οράσεώς του. Δανείστηκε ένα μολύβι από τον φίλο μου, έπιασε ρυθμό σαν μετρονόμος κι άρχισε να τραγουδάει ένα ροκ κομμάτι του, το «σάμπα». Έδωσε σήμα στον φίλο μου, να μου στείλει και τα υπόλοιπα κλιπάκια του από το γιουτιούμπ. Τράβηξε έπειτα μία κάρτα από τα ταρώ μου. Τον Ιεροφάντη. Έπειτα έφυγε κάπου, να πάει να βοηθήσει έναν άλλον, να γράψει την εισαγωγή για το βιβλίο του. Τράβηξε ο φίλος μου πέντε κάρτες, απολύτως σχετικές με την ιστορία του. Τράβηξα έπειτα εγώ τον δρόμο μου.
Τρύπα στον χωροχρόνο επειγόντως. Μπήκα μέσα και η Χαλίνα μου φώναξε ένα «γεια σου Έλενα». Γνωριζόμαστε από το σπίτι μου το δεύτερο. Εγώ στο κλειστό μου, εκείνη σήκωνε βάρη. Τις προάλλες με είδε έξω από το σινεμά απέναντι. Της είπα ότι έπαιζε την ταινία μου την μέρα που με είδε έξω από αυτό το σινεμά. Τι ωραία που είναι η ζωή, τι ωραίο να σε χαιρετάνε με χαρά, τι ωραίο να τους βλέπεις να χαμογελάνε που σε βλέπουν, που σε γνώρισαν...
Προβληματίζομαι πολύ έντονα ωστόσο. Ήμουν ήδη φορτισμένη από νωρίτερα που έκατσα για έναν καφέ με την υπέροχη αδερφή μου. Μιλούσαμε για τις ζωές μας και για τον τύπο εκείνον που τις ένωσε. Γενικά η ζωή μου δεν είναι βαρετή καθόλου. Δεν ξέρω αν είμαι κάπως τυχερή εκτός των άλλων και με βρίσκουν όλες αυτές οι ιστορίες, σίγουρα όμως ανοίγω η ίδια πολλές πόρτες για να πετύχω τα σπουδαία παραμύθια μου, έχω ταλέντο σε αυτό, έχω τον τρόπο. Προβληματίζομαι έντονα λοιπόν, γιατί οι τύποι που ήταν μέσα στο ψυχιατρείο, δε θα έπρεπε να είναι μέσα. Είναι λουλούδια. Πολλοί τύποι όμως, ελεύθεροι, έξω, «λογικοί», δε θα έπρεπε να είναι έξω... Είναι χάλια. Είναι αδιάφοροι, είναι δειλοί, είναι ανιαρά ίδιοι, είναι κακοί.
Έβαλα μουσική, αφού πρώτα άκουσα τα δύο τραγουδάκια του ροκά. Άρχισα να σου γράφω. Θέλω να σου γράψω τόσα πολλά. Θέλω να σου πω ακόμα περισσότερα. Χθες η φίλη μου η Βάσια μου είπε «δεν γίνεται να μην σε έχει ερωτευτεί». Ίσως κάποτε μάθουμε. Μα τι ωραίο να στο λένε όμως, τι ωραίο να το σκορπάς.
Προβληματίζομαι λοιπόν διότι θέλω να μαζέψω όλους αυτούς τους λογικούς τρελούς καλλιτέχνες, τους ερωτευμένους με το χάος και να τους σώσω από τον πρώτο όροφο του κέντρου μίας πόλης. Θέλω να τους βάλω στην πρώτη θέση, στο κέντρο του κόσμου, να τον κυβερνήσουν. Να τον θάψουν, να τον κάψουν, να τον ζωγραφίσουν, να τον τραγουδήσουν, να τον ερωτευτούν, να τον κάνουν φως. Θέλω να περάσω από τον έλεγχο εύφλεκτα υλικά, αιχμηρά, τόσο παράλογα που να μπορούν να αλλάξουν τα παραμύθια και τον ρυθμό, αλλά τόσο «λογικά» που να έχουν τον τρόπο, την ικανότητα, να κοιμίσουν τους γνωστικούς, να τους μαγέψουν, μπας και τους κάνουν παραμύθια κι αυτούς, προτού χαθούν.
Υ.Γ. Μου έστειλε ο φίλος μου μήνυμα να με ενημερώσει πως ξετρελάθηκε όλη η ψυχιατρική κλινική μαζί μου. Μου είπε πως από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Λες να έχει δίκιο τελικά η Βάσια;
Υ.Υ.Γ. Φοίβε και Φακή, το μεσοκαλόκαιρο και μία μέρα μετά του 2024 η μαμά έλαμπε μέσα της και το σκόρπαγε στον κόσμο της. Καλημέρα κι ας νυχτώνει σιγά σιγά... Το μυστικό κρύβεται στην έμπνευση, όποια κι αν είναι η πηγή της.
Ω έρχεται τσουνάμι. ΩΩΩΩΩ. Όχι, δεν έρχεται τσουνάμι, είμαι τσουνάμι.
Τσουνάμω.
Δεν ξέρω που να πρωτοκάτσω,
που να πρωτοσταθώ
η πεταλούδω η Τσουνάμω.
Είμαι το τώρα, είμαι εγώ.
Θα μείνω λίγο σε αυτό που μου είπε η Χαρά, η κομμώτρια μου: τσατσαροπιάστρα. Αν έκανε δεύτερο κομμωτήριο, θα το ονόμαζε «τσατσαροπιάστρα». Δεν είναι δική της έμπνευση, της το είχε πει μία κοπέλα παλιά, που της το είχε πει ο παππούς της. Αυτή η λέξη με έκανε χαρούμενη. Χαρούμενη με έκαναν και οι δύο κότες που φαντάστηκε η Νώνη, οι οποίες όπως είπε είναι φίλες στο κοτέτσι κι έπειτα έκατσε και τις ζωγράφισε. Η Μαριέττα και η Αστέρα. Γέλασα με την καρδιά μου, γιατί ήταν απροσδόκητα καλά ονόματα για κότες. Άρχισα να τις φαντάζομαι να βολτάρουν τριγύρω. Ξεκίνησα έτσι να ρίχνω καλαμποκάκι κοντά στα πόδια μου.
Κλείνω τα μάτια. Σχεδόν μεσοκαλόκαιρο του 2024 νιώθω την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Είμαι μπροστά από τον τεράστιο καθρέπτη στην «τσατσαροπιάστρα» καθισμένη με τα μαλλιά γεμάτα αλουμινόχαρτα. Δεξιά μου η Αστέρα με μπικουτί δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα της, πίνει άπερολ με πάγο, χυμό πορτοκάλι κι ένα μαρασκίνο βυθισμένο για την πουτανιά. Σε ποτήρι κολωνάτο. Όχι δεν πίνει σπρίτζ. Άπαπαπαπα και πριτσ, η Αστέρα δεν ακολουθεί μόδες. Η Αστέρα είναι η μόδα. Αριστερά μου η Μαριέττα, κρέμεται από τα λόγια μου. Της λέω τα ταρώ, τη μεγάλη αρκάνα. Τρεις κάρτες κάτω, μπροστά μου το παρόν, αριστερά μου το παρελθόν και το μέλλον δεξιά μου. Κάποιες ανάποδα. Πάντα κάτι ανάποδα. Στην ατμόσφαιρα υπάρχει μία μυρωδιά αντηλιακού από ένα κερί με αυτό το άρωμα. Στον αέρα η Βέμπο τραγουδά για το καινούργιο φεγγάρι, η φωνή της έρχεται από ένα γραμμόφωνο.
Μέρα με τη μέρα γίνομαι όλο και πιο έμπειρη μάγισσα, δεν κρύβεται πια. Δεν θέλω πια να το κρύβω. Δεν θα κρύβω τίποτα που λάμπει. Αυτό είναι το παρόν. Χτυπάνε δύο ειδοποιήσεις στο τηλέφωνό μου. Η μία είναι από τη Δράμα να μου πουν τα αναμενόμενα. Το δράμα μου/σας δεν έγινε δεκτό. Η άλλη είναι από την ξεχασμένη «αγάπη», να μου πουν ότι λαμβάνει τιμητική αναφορά. Πάω να ψάξω στα λεξικά του κόσμου τι είναι η τιμή και τι τιμή έχει τελικά και γυρνάει και με διακόπτει η Αστέρα να μου πει γεμάτη ενθουσιασμό με ένα μαρασκίνο μπουκωμένη, ότι η πρώτη της συνέντευξη για να γίνει καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο πήγε καλά!
«Σκάσε μαρή, θα πνιγείς με το μαρασκίνο στο στόμα.» τη χειροκροτώ.
Γυρνάω στη Μαριέττα και έχει συγκινηθεί.
«Κατάλαβες;» της λέω. «Αυτό εννοούσα. Έτσι είναι άμα έχεις τα παραμύθια στο τιμόνι σου, έτσι πάει η ζωή»
Να ο Βιβάλντι με το «καλοκαίρι» του. Το ακούς; Μπήκε ο ίδιος μέσα στην τσαροπιάστρα μας κι ευθύς αμέσως κάθισε στο πιάνο κι άρχισε να τον παίζει. Ω, τι ντροπή, να το παίζει εννοούσα. Τι βρώμικο μυαλό... Τι καθαρή καρδιά!
Η Μαριέττα κι εγώ την αγαπάμε την Αστέρα. Η Αστέρα κι εγώ την αγαπάμε την Μαριέττα. Κι αυτές, φροντίζουν ν' αγαπούν εμένα, σαν παιδί τους. Είμαι παιδί τους. Ο Βιβάλντης έφυγε. Γραμμόφωνο ξανά. «Πέρασες τόσες βροχές για να ΄ρθεις σε εμένα... Τοοόοοσα καλοκαίριααααα, μου ΄χαν φύγει από τα χέρια».
Πιάνω στα χέρια μία εφημερίδα. Κίτρινος τύπος. Διαβάζω εν τάχει τις συνεντεύξεις και πετάω την εφημερίδα στη μούρη της Μαριέττας.
«Ορίστε, δεν ήταν η ιδέα μου! Γιατί δε με άκουγες; Τώρα που το επιβεβαίωσαν και οι άλλοι, τώρα που το έγραψε ο τύπος, πες μου γιατί αμφέβαλλες και σε αμφισβήτησες;»
Η Μαριέττα που και που ξεχνιέται, θέλει χάδια και αγκαλιές. Λογικό, της λείπουν. Η ζωή είναι σκληρή καλή μου, αλλά όχι να ξεχνάς και ποια είσαι. Όχι να ακυρώνεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
«Θαυμάζω που είσαι, έτσι όπως είσαι -πως το είπε μία φίλη μου, αντισυμβατική- γιατί αφήνεις λοιπόν τον κάθε συμβασιούχο με το δράμα να σε φρενάρει;»
Μέσα στο μαγαζί το κλίμα αλλάζει. Η Πασπαλά μιλάει για μία καλοκαιρινή ανάμνηση στην Πράγα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνουν με αυτόν το ρυθμό μέσα, αργά, νεκρές θαλασσοψυχούλες. Ο φωτισμός χαμηλώνει. Χορεύουν δύο δύο, κάποιες ανά τρεις. Έναν αργό χορό που μοσχοβολά γιασεμί. Την Πασπαλά τη διακόπτουν ύστερα από λίγο οι Στοίχημα. Οι θαλασσοψυχούλες αποχωρούν για πάντα, το ίδιο αργά, όπως μπήκαν. Οι ραψωδοί φωνάζουν σε κάποια για το πόσο ανάγκη είχαν αυτό το καλοκαίρι, μα «αυτή» φαίνεται πως δεν τους καταλαβαίνει. Ή μήπως η ερώτηση είναι ρητορική; Μήπως είναι διαπίστωση;
Πετάγεται η Μαριέττα και ξεκινά:
_Σχετικά με το «καταλαβαίνεις» ακολουθεί ο εξής καταρράκτης σκέψεων. Κάποιοι δεν σε καταλαβαίνουν. Κάποιοι δεν θέλουν. Κάποιοι δεν σε καταλαβαίνουν, αλλά θέλουν. Κάποιοι καταλαβαίνουν αλλά είναι δειλοί, θέλουν, αλλά δυστυχώς έχουν υπογράψει συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση καλό θα ήταν να μπορούν να τους καταλαβαίνουν, τουλάχιστον αυτοί που θα ήθελαν να τους καταλάβουν... Γιατί, κάτι που καταλαβαίνουν, σχετικά με αυτούς που προσπαθούν να τους καταλάβουν, είναι ότι, το να παριστάνεις τον χαζό κάνοντας πως πιστεύεις το ψέμα τους, το να συγκρατείς ταυτόχρονα τα κομμάτια του παζλ ασύνδετα και τη γλώσσα σου νεκρή, είναι πολύ απογοητευτικό και κουραστικό. Κι όλα αυτά γιατί; Για να μην φέρεις κάποιον σε δύσκολη θέση και να έχεις μπει εσύ στη δύσκολη θέση τελικά;
Γυρνάμε, με την Αστέρα και την κοιτάμε. Κλείνω το μάτι στη Χαρά και της φέρνει τρέχοντας λίγο νερό, λίγο τσάι, δύο πλείμομπιλ, ένα βιβλίο που πραγματεύεται την αισθητική και μία βεντάλια.
_Υπογλώσσια τοποθέτησέ τα όλα και πάρε βαθιές ανάσες. Όλα καλά θα πάνε. Το είπαν και οι εφημερίδες. Πάλι τα ίδια θα λέμε; Όλα καλά θα τα πας. Κοίτα την Αστέρα!
Γεμίζει η Τσατσαροπιάστρα γλυκά με νότες «αν θυμηθείς τ' όνειρο μου» και με «έναν ουρανό με αστέρια που 'χει χίλια καλοκαίρια». Ησυχία στις ψυχές μας. Η Χαρά, μου βγάζει τ' αλουμινόχαρτα. Οι τρίχες μου είναι πιο σκούρες, το μυαλό μου πιο φωτεινό. Ξεκινάω να σιγοτραγουδάω μαζί με το γραμμόφωνο το επόμενο στη σειρά κομμάτι:
Я выключаю телевизор, я пишу тебе письмо
Про то, что больше не могу смотреть на дерьмо
Про то, что больше нет сил,
Про то, что я почти запил, но не забыл тебя.
Про то, что телефон звонил, хотел, чтобы я встал,
Оделся и пошел, а точнее, побежал,
Но только я его послал,
Сказал, что болен и устал, и эту ночь не спал.
Я жду ответа, больше надежд нету.
Скоро кончится лето.
Это…
_ Εσένα γι' αυτό δεν σε καταλαβαίνουν μάλλον. Λέει η Μαριέττα και η Αστέρα γελάει.
Σηκώνομαι με τα μαλλιά να στάζουν, όχι τα μάτια μου και πάω προς το πιάνο. Προσπαθώ να κατεβάσω επιτέλους τα πέμπτα δάχτυλα στον πλανήτη γη. Η Μαριέττα κοιτάει με τρόμο. Εγώ η Τσουνάμω, προσπαθώ, έρχεται η Αστέρα με σπρώχνει να κάτσει με μία τσαχπινιά και παίζει το φως του φεγγαριού άριστα.
Ωραία που είναι η ζωή μωρέ!
_Ωραίο αυτό το βιβλίο, λέει η Μαριέττα. Με οδηγεί στο να σκεφτώ ότι μάλλον το μυστικό της ευτυχίας είναι να ψάχνουμε τα όμοια μας, την αισθητική που θαυμάζουμε και πως ό,τι διαφορετικό φέρνουμε κοντά, πρέπει να μας ψηλώνει και να μας γεμίζει.
Συμφωνούμε και τρεις. Τους λέω για μία ταινία που είδα. Με έκανε να νιώσω το ίδιο ακριβώς. Πως ναι, μάλλον αυτή είναι η συνταγή και πως αυτό, όταν αβίαστα συμβαίνει, είναι μαγικό και σπάνιο. Και κάτι κορίτσια τυχαίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να περνάνε απ' έξω και να τραγουδάνε «μα δεν με νοιάζει, θα βρω κάποιον που μου μοιάζει».
Κάπου εδώ η νύχτα τελειώνει και ο ήλιος από μέσα μας την στέλνει να ονειρευτεί, να έχουμε υλικό για την επόμενη φορά.
_ Κορίτσια, τους λέω, πάμε να φάμε αυγά τηγανητά; Αυτή τη φορά, Χαρά, θα έρθεις μαζί μας.
Λέτε να με έφαγαν τελικά;
Υ.Γ. Η Μαριέττα και η Αστέρα, δεν ήταν κότες. Ήταν ποιήματα και ζωγραφιές. Κότες τις έδειχνε ο καθρέπτης, αλλά ήταν στ' αλήθεια ένας ψεύτης.
Υ.Υ.Γ. Ολοκλήρωσα με επιτυχία τη μελέτη, τη δημιουργία και τη δοκιμή του πρώτου μου μαγικού φίλτρου. Το φίλτρο του έρωτα. Είναι ένα άρωμα. Αν το μυρίσετε στον αέρα μου και θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να το αποκτήσετε, θα σας κοστίσει να ξέρετε, μία περιουσία μεγάλη και μία μικρή. Τα αποτελέσματα ωστόσο είναι απίστευτα! Ετοιμαστείτε ό,τι επιθυμείτε, να προσπαθεί να φτάσει κοντά σας, κοντά στον λαιμό σας, για να καταλάβει... Δεν μπορώ να πω παραπάνω, είναι μυστικό. Από τα πιο μεγάλα μου. Μονάχα θα πω πως μπορείτε να το παραλάβετε στην επόμενη πανσέληνο.
Υ.Υ.Υ.Γ. Δεν μπορώ να βρω να πιώ της άρνης το νερό.
Τι είναι η ευτυχία; Έτσι έγραψα με μαρκαδόρο στο «γραφείο» μου πριν λίγο. Στο γραφείο αυτό όποτε γουστάρω, μπορώ να γράψω ό,τι θέλω, με ό,τι θέλω. Κανένας δεν μπορεί να μου πει τίποτα. Αν θέλω, μπορώ να γράψω και στους τοίχους γύρω του. Στο γραφείο αυτό, μπορώ να πάω και να φύγω όποτε θέλω. Είναι σε υπόγειο, αλλά κάποιος σοφά είχε πει «στα υπόγεια είναι η θέα». Ίσως αυτό να είναι η ευτυχία. Το ότι έφτιαξα αυτό το γραφείο, μην αφήνοντας κανέναν να με φρενάρει. Ευτυχία είναι να ελέγχω τα γκάζια και τα φρένα μου. Ευτυχία θα πρέπει να είναι κι αυτό που νιώθω όταν είμαι στα ψηλά κι έχω θέα την πόλη ή την θάλασσα. Ευτυχία θα πρέπει να είναι που απολαμβάνω τόσο πολύ το δροσερό νεράκι κι αν πέσει μέσα του αγγούρι και πάγος απροσδόκητα, νιώθω πως έχω τα πάντα, σχεδόν. Ευτυχία είναι να μεθάω με λίγο τσάι. Ε;
Θα ήθελα να ξέρω πως ορίζει ο κόσμος την ευτυχία. Για αρχή να μάθω από τι νομίζει πως συνίσταται η ευτυχία για τους πολλούς, μα στην πραγματικότητα θέλω να δω ποια είναι η δική του ευτυχία. Ίσως έτσι μπορέσω να καταλάβω στην πόση ευτυχία είσαι ευτυχισμένος και τι έχει τη δύναμη να τινάζει στον αέρα την ευτυχία και να την σκοτεινιάζει.
Όταν έγραψα «τι είναι η ευτυχία» μου ήρθε στο μυαλό μία δασκάλα που είχα στο μπαλέτο. Μία νευρωτική κοπέλα, μάλλον τότε θα κόντευε να γίνει σαράντα; Φορούσε πάντα μαύρα και μύριζε τόσο δυνατά τσιγάρο και καφέ που ακόμα μπορώ να ανακαλέσω αυτό το κοκτέιλ οσμών. Προσπαθούσα να τα κάνω όλα όσο πιο σωστά, για να μην έρχεται κοντά να με διορθώνει. Μέσα η κοιλιά, μέσα ο πωπός, κάτω οι ώμοι. Η φωνή της λεπτή κι υστερική. Η όψη της ισχνή, οριακά ασθενική. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά, πιασμένα πάντα σε αλογοουρά και ήταν κοντούλα. Αν ήταν ήρεμη, ήταν καλή. Αυτό ήταν η ευτυχία λοιπόν. Λες αυτό να είναι η ευτυχία;
Γαμώτο, δεν ξέρω από που να ξεκινήσω. Είχα αποφασίσει να το πάρω από το ντιμινουέντο και τσουπ, σκάει το λούπινο. Θα μου πεις αυτό είναι δύο διαφορετικά πράγματα, δύο διαφορετικοί κόσμοι. Ένας είναι δηλαδή, είπε κάποτε ο Σίγκμουντ, ένας, που αποκαλύπτει τον άλλον. Σε αυτή λοιπόν την κατάσταση που ο Καστανιέδα θα περιέγραφε ως «κατάσταση αυξημένης συνείδησης» δίχως τη χρήση πεγιότ ή λοιπών ψυχοτρόπων και ο Φρόιντ θα την ονομάτιζε μάλλον «ξεδιπλώστρα ασυνειδήτου», μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και των πρώτων λεπτών του καθαρού ξυπνητού, εγώ πλέκω με το βελονάκι μου έργα τέχνης.
Θα ακολουθήσει μεγάλο χάος και δεν ξέρω αν είσαι έτοιμος γι' αυτό. Πιο μικρή, όλα μου αυτά τα περίεργα τα έλεγαν αξιοθαύμαστα, ξεχωριστά, δημιουργικά. Καθώς όμως ο χρόνος περνάει και καθώς η ζωή μου έχει αδειάσει από ρομαντικούς και καλλιτέχνες, όλα αυτά τα περίεργα είναι απλώς τρέλες και κάποιες στιγμές φοβάμαι ότι θα με πείσουν. Προσπαθώ έτσι να διατηρήσω σε μία ισορροπία δύο άλλους κόσμους μου. Παραδόξως τα καταφέρνω, είμαι ένας άγιος, αλήτης χαμαιλέων, που αρνείται όμως να προδώσει τον λύκο μέσα του.
Όταν μεγαλώσω, αυτό θα στο έχω ξαναπεί, θέλω να γίνω μάγισσα. Ξέρεις, έχω θέσει τρομερά δύσκολους στόχους, διότι θέλω να γίνω κάτι που δεν πιστεύω στ' αλήθεια ότι υπάρχει. Δεν πίστεψα ποτέ στη ζωή μου σε ξόρκια, ενέργειες, μάτια, φρύδια, ζώδια, καλό και κακό. Δεν πιστεύω όσο και να το ήθελα πως όταν πεθαίνουμε πάμε κάπου και δεν πιστεύω σε μοίρες, δαίμονες και θεούς. Οτιδήποτε μπορείς να το εξηγήσεις κι αν δεν μπορείς κάπως λογικά να το ξεπλύνεις, τότε είναι επειδή σου λείπουν πληροφορίες.
Παρόλα αυτά, από παιδί με γοήτευε πάντα ο κόσμος της μαγείας, του μυστηρίου και του «υπερφυσικού» και με γοήτευε πολύ, το πόσοι πολλοί άγονται και φέρονται από προβλέψεις και πεπρωμένα. Σκέψου πόσοι τσαρλατάνοι εκμεταλλεύονται τέτοιες περιπτώσεις. Θα ήθελα λοιπόν να γίνω το αντίθετο. Να γίνω μία μάγισσα που θα χαρίζω ελπίδα, αυτοπεποίθηση, δύναμη, θα φυσάω ανέμους, μα θα σταματώ και τα πάντα. Από αυτές τις γιαγιάδες που τρέχουν τα εγγόνια τους και οι φίλοι αυτών να τους πουν τον καφέ ή να τα ξεματιάσουν. Που καρδιοχτυπούν και περιμένουν ένα φλυτζάνι ή κάμποσες κάρτες να τους πουν «πάνε μίλα του, σε θέλει». Τέτοια μάγισσα, αλλά πιο σικάτη. Όχι με καφέδες και λοιπά. Να φτιάξω ένα δικό μου σύμπαν με τσάγια, βιβλία, κύματα και φεγγάρια. Να μην τους κοιμίζω, να τους ξυπνάω.
Είμαι ήδη τέτοια μάγισσα δηλαδή, αλλά να, το σπίτι μου είναι κάπως ανάκατο αυτό τον καιρό. Δεν είμαι οργανωμένη. Θέλω να γίνω τέτοια μάγισσα με τάξη. Με σταθερό ρυθμό, αδιάκοπο. Να πείθω και να μην παλεύω να με πείσω. Τώρα είμαι σε μία φάση «dim.». Στερεύει όπου να' ναι, θα σωπάσει, αλλά με διέλυσε. Είναι σα να βιώνω μία ερωτική απογοήτευση, αλλόκοτη, μη λογική και διαρκείας. Μία ερωτική απογοήτευση ολοδική μου, που αγκάλιασε μέσα της όλες τις υπόλοιπες απογοητεύσεις μου για να με βοηθήσει να κολυμπήσω. Κατάλαβα όλο αυτό το διάστημα, τι είναι αυτό που με ζωντανεύει, με δυναμώνει, πως ξεκινάει η πτώση και πως αυτή εκφράζεται. Κατάλαβα και παραδέχτηκα στον εαυτό μου ξεκάθαρα και θαρραλέα τι, γιατί και πως συμβαίνει και τώρα μου μένει να βρω εναλλακτική πηγή για να μην φέρω το ολοκληρωτικό χάος. Δηλαδή το έχω ήδη φέρει το χάος, το ξέρω και να σου πω, που και που το απολαμβάνω. Αλλά είπαμε, η ζωή είναι ένα παιγνίδι ισορροπίας. Μάλλον... Τουλάχιστον για τώρα, έτσι σκέπτομαι. Δεν μπορεί να νικηθώ, είμαι πιο δυνατή, είμαι η πιο δυνατή που ξέρω. Κι όσο κι αν θέλω να πιστέψω, θα το ξεπλύνω λογικά με τη σκέψη ότι όλα είναι απουσία πληροφοριών.
Σε αυτά τα μονοπάτια λοιπόν, όλη τη χάρη μου να πλέκω παραμύθια, έπρεπε, πρέπει να την μεταφέρω σε άλλους κόσμους. Τα όνειρα είναι ένας κόσμος που θα ήθελα να μάθω πολύ καλά. Να χρησιμοποιώ για τα μαγικά μου. Σκεφτείτε πόσες ώρες της ζωής μας περνάμε στην ονειροχώρα και πόσα λίγα πράγματα γνωρίζουμε γι' αυτή την κατάσταση. Το καλό είναι πως πρόκειται για ένα σύμπαν, από το οποίο μπορείς να πάρεις κάποια ανατροφοδότηση. Δεν είναι σαν τον θάνατο, είναι σαν την κλειτορίδα. Υπάρχει, μας μιλάει, φλερτάρουμε με αυτό, επιστρέφουμε, αλλά επιλέγουμε να το αγνοούμε. Ε πες μου τώρα εσύ; Δεν είναι μαλάκας ο άνθρωπος που συνειδητά κοιτάει σε διαφορετική κατεύθυνση από την περιπέτεια, την ηδονή, την εξερεύνηση, το παραμύθι, το βάθος, το κύμα, το όνειρο; Δεν είναι τεμπέλης, συμβιβασμένος, φοβισμένος, αδύναμος; Τάχα ηθικός, τάχα σωστός, τάχα καλός. Σε μία ζωή που γελάει με την σιγουριά μας, την απολυτότητα και τα «στενά» μας, σε μία κατάσταση που αενάως διαστέλλεται και μεταβάλλεται. Τέτοια, δε θέλω να γίνω. Τέτοια δε θέλω να είναι τα παιδιά μου. Τέτοιος δε θέλω να είναι ο κόσμος μου και στο τέλος, τέτοιος δε θέλω να είναι ο κόσμος κανενός. Στην αναμονή, ακίνητος σε μία καρέκλα. Τέλος πάντων. Δε με νοιάζει χρόνια τώρα τι είναι οι άλλοι. Όλοι καλοί είναι, έτσι επιλέγω να τους βλέπω. Αλλά με νοιάζει να μην παρατήσω την ιδέα να βρω ανθρώπους να μου μοιάζουν, να βρω νερά δίχως να τα τσακίζει η αποθαλασσιά, στην αγκαλιά τους να ησυχάσω λίγο. Γι' αυτό αρνούμαι να σβήσω τον φάρο μου, γι' αυτό δεν μαζεύω τα πανιά μου.
Τα όνειρά σου λοιπόν; Πρώτα απ' όλα το πιο σημαντικό είναι να μπορείς να τα ελέγξεις. Για αρχή να μπορείς να καταλαβαίνεις ότι βλέπεις όνειρο. Δε σε κυνηγάει κανείς, δε σου πέφτουν όντως τα δόντια, δεν πέφτεις από κάποιον γκρεμό. Έπειτα, το επόμενο βήμα, να μπορείς να αλλάξεις την ιστορία. Να μπορείς να επέμβεις στο σενάριο και είτε να το πας ακριβώς όπως επιθυμείς, είτε να μπορείς να το πας κάπου αλλού που θα σε βγάλει από την δύσκολη θέση. Πχ, σου έπεσαν τα δόντια, αλλά πας στον οδοντίατρο και το έφτιαξε αμέσως. Ή πιο άμεσα, πιάνεις το δόντι και γελάς, είναι χιόνι, ξέρεις ότι είναι όνειρο και θα γίνει αυτό που θες. Έτσι λοιπόν, τα όνειρά θα μπορούσαν να είναι ένα «μέρος» στο οποίο θα μπορούσε να νικηθεί η κατάθλιψη, να ξεπεραστούν τραύματα, να χτιστεί η ηρεμία. Ακραίο, μα θα μπορούσαν ακόμα και να εκφραστούν και να εκπληρωθούν επιθυμίες που θα μπορούσαν να χορτάσουν το «κακό» κι έτσι αυτό να εξέλειπε στην «πραγματικοχώρα».
Μία άλλη σκέψη σε σχέση με τα όνειρα και τον έλεγχό τους είναι η εξής: ίσως δυσκολευόμαστε να τα ελέγξουμε γιατί δεν μπορεί εύκολα ο εγκέφαλός μας να συνειδητοποιήσει ότι, σε αυτή την κατάσταση, μπορούμε να κοντρολάρουμε τις συμπεριφορές των άλλων. Στην πραγματικότητα, αυτό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε σε μεγάλο βαθμό είναι οι άλλοι. Αυτό στο όνειρο δεν ισχύει. Οπότε όπως ένα παιδί που δεν μπορεί να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από έναν εφιάλτη, έτσι και ένας εγκέφαλος δεν μπορεί να ξεχωρίσει τη δύναμη που έχει, σε αυτή την κατάσταση, να κάνει ό,τι αυτός επιθυμεί. Εκτός αν το δούμε μεταφυσικά και τα όνειρα είναι ένα παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο, όποτε γι΄ αυτό δεν μπορούμε να ελέγξουμε, γιατί υπάρχει κι εκεί βούληση και δεν μπορούμε παρά να είμαστε παρατηρητές. Θα μου πεις αν έχεις την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα όντως να κινείς τιμόνια στον ξύπνιο σου, στον ύπνο σου θα κολλήσεις;
Τέτοιες λοιπόν σκέψεις, σε αυτό το χαλαρό επίπεδο συνειδητότητας θα έλεγα εγώ, μισοκοιμισμένη ή φρεσκοξυπνητή, τις απολαμβάνω πολύ. Σκέψεις (παρά)λογικής, πολύπλοκες, μου δίνουν σπουδαία τροφή για δημιουργία. Ο ανεξερεύνητος κόσμος, η περιπλάνηση και το γαμώτο. Το γαμώτο, γιατί να διψάμε τόσο για το διάστημα και να μην θέλουμε ν' αγγίξουμε με την ίδια ορμή και περιέργεια αυτό που βλέπουμε τόσο καθαρά με τα μάτια μας κλειστά. Τόσος χρόνος, κόπος και χρήμα σε αυτό που δύσκολα και μάλλον ποτέ δε θα φτάσεις και τόση αδιαφορία γι' αυτό που ήδη είσαι και σίγουρα μπορείς να γίνεις. Και κάπου εδώ έχω ξεκάθαρα χάσει τις γραμμές που χωρίζουν όλες τις παραπάνω αναφορές σε όνειρα κι αλήθειες! Μαγικό; Μην μου πεις ότι πάλι για τον έρωτα σου μιλώ!...
Πως μπλέκονται όλα αυτά με το λούπινο; Το λούπινο δεν το γνώριζα. Ονειρεύομαι λοιπόν χθες, πως εξερευνούσα τον κόσμο των τσιγγάνων. Υπήρχε λοιπόν μία μάγισσα, που όταν κάποιος ήταν κοντά στον θάνατο, τον βοηθούσε να περάσει από τον έναν κόσμο στον άλλον. Δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν καλή, αν και έτσι συστήνονταν, γιατί δεν είμαι σίγουρη για το αν ήταν καθαρά επιθυμία του κάθε ατόμου πως ήρθε η ώρα του για το ταξίδι ή κατά βάθος επιθυμία των συγγενών για να απαλλαχθούν από το βάρος ή ήταν η κρίση της μάγισσας αυστηρά. Υπήρχε λοιπόν ένα τελετουργικό. Έδενε σίγουρα τα χέρια με κάτι σαν χρυσαφένια ταινία και τους έβαζε να καθίσουν ψιλοξαπλωτούς. Πριν από αυτό, πριν την έναρξη του «περάσματος», καλούσε να πιούν ένα τελευταίο λικέρ από λούπινο. Σέρβιρε πρώτα τον ταξιδιώτη κι έπειτα τάχα έσπαγε τα ποτήρια των υπολοίπων ή έχυνε το υγρό κατά λάθος. Φυσικά, αυτό το λικέρ ήταν ο θάνατος και ο ταξιδιώτης τον είχε ήδη πιεί. Δε θυμάμαι πως έφυγα από το όνειρο. Θυμάμαι όμως το πόση εντύπωση μου έκανε η λέξη «λούπινο». Ότι το λικέρ είχε βαθύ μπλε-μωβ χρώμα. Όλα γύρω είχαν αυτό το χρώμα. Ξύπνια πια, έψαξα για το λούπινο. Το οποίο ανθίζει όντως σε μπλε μωβ και δυνητικά μπορεί να είναι απειλητικό για την ζωή. Το λούπινο!
Λες αυτή η μάγισσα να είναι αντίπαλη μάγισσα; Λες να μου απαγορεύσω αυστηρά να αφήνομαι να νιώθω τη χαρά από την μυστική μου πηγή; Λέω ότι οι εικόνες, τα ποιήματα και τα όσα σου γράφω είναι ο κόσμος ανάμεσα στα όνειρα και στις πραγματικότητες. Λερωμένος από τα χρώματα και των δύο κόσμων, πεντακάθαρος. Λες να το κλείσω κάπου εδώ με ένα:
Οι άγριοι ετοιμάζονται να πλεύσουν νότια. Οι άγριοι θα τραφούν με καρυδάκια μίας κυρίας Άννας, γεμάτα καραμέλα και σοκολάτα, προσπαθώντας να ξεχάσουν. Τα καρυδάκια κανείς δεν ξέρει αν έχουν δηλητήριο. Όλα είναι ένα ρίσκο. Ή τρέφεσαι ή πεθαίνεις.
Οι άγριοι δραπετεύουν συχνά στην ονειροχωρά. Εκεί μπορούν να αφήνουν στο έδαφος όλα τους τα ρούχα και τα όπλα και τα φορτώνονται ξανά, λίγο πριν επιστρέψουν. Τα λουλούδια που φύτρωσαν πάνω στην αρματωσιά τους, μόλις γυρίσουν να μασκαρευτούν, τα καίνε να μην τους προδώσουν.
Οι άγριοι έχουν γύρω τους μουσική. Βιόλες, βιολιά, τσέλα, κοντραμπάσα. Ματζόρια παίζουν όλα κι είναι τόσο περίεργο πως κάτι χαρούμενο μπορεί να μην καταφέρνει να κρύψει την αγριάδα τους και κάτι άλλο που να προσδιορίσω δεν μπορώ.
Οι άγριοι έχασαν τα χρώματα τους. Η εικόνα τους είναι ασπρόμαυρη και υπάρχουν λίγες κόκκινες λεπτομέρειες πάνω τους, γύρω τους. Πειρατές δεν είναι, αλλά είναι, μουσικοί δεν είναι, αλλά είναι. Παραμυθάδες δεν είναι, αλλά είναι. Φαίνεται να έχουν μυαλό, αλλά μυαλό δεν έχουν κι αν φαίνεται πως δεν έχουν μυαλό, μυαλό σίγουρα έχουν.
Οι άγριοι... Οι άγριοι ναι, αυτό ήθελα να πω, χρειάζονται αέρα, νερό, τροφή, ύπνο. Αυτά είναι που φέρνουν πίσω τους άγριους από τα όνειρα. Το κυνήγι. Οι άγριοι μπορούν να ζήσουν γυμνοί, δίχως καταφύγιο κι έρωτα. Αλλά μιας και είναι βασικές φυσιολογικές ανάγκες, τα «ρούχα», η ασφάλεια κι ο πόθος, οι άγριοι ταξιδεύουν ξανά προς την ονειροχωρά γιατί εκεί άκουσαν πως έχουν αυτά κρυφτεί.
Τι μπέρδεμα κι αυτό... Ιστορίες για αγρίους. Ανυπότακτους, έντονους, δύσκολους, σκληρούς. Ιστορίες που θα ήθελα να είναι παραμύθια, αλλά είναι;
Υ.Γ. Suite in G major, RCT 6: No. 14, Les sauvages- Arr. for solo cello - Nouvelles suites de pieces de clavecin