20231227
Καλειδοσκόπιο
20231031
Ντεϊ οφ
Το πείραμα του τυχαίου αριθμού.
Δυσκολεύομαι να γράψω με χάρη καθώς έχω χτυπήσει βαριά στην καρδιά... Όλο μαλακίες, φτάνει. Έχω χτυπήσει στην μετακαρποφαλαγγική άρθρωση και σχεδόν σέρνεται ο αριστερός μου δείκτης. Μία εβδομάδα μετά αρχίζει να μην έχει πλάκα καθώς δεν βελτιώνεται. Σε άλλα νέα που δεν ένοιαξαν ποτέ κανέναν, έσπασα κι έφτιαξα (όχι εγώ ο κυρ Λάζαρος) ένα χειρόφρενο. Δέχτηκα κι έπειτα απέρριψα μία νέα τηλεοπτική περιπέτεια. Αποφάσισα να γίνω σκληρή (είμαι κλόουν) και μετά μαλάκωσα πάλι.
Οπότε σήμερα θα αναλύσω εν τάχει το πείραμα του τυχαίου αριθμού, γιατί είμαι σατανάς και γιατί στην πραγματικότητα δε θα ήθελα να πω κάτι. Και ναι, καταλαβαίνω και θαυμάζω κι ακολουθώ το να μη λες κάτι αν δεν έχεις κάτι να πεις, αλλά επειδή μαλάκωσα και πονάω και λίγο, βάζω παγίδες.
Αρχικά για να κάνεις αυτό το πείραμα πρέπει να έχεις κάμποσους φίλους ή γνωστούς. Δεν το κάνεις σε κάποιον άγνωστο, γιατί υπάρχει πληθώρα άλλων πληροφοριών να κατακτήσεις πριν από αυτό κι είναι άδικο να τοποθετείς σε κουτιά αγνώστους, αφού όσο έμπειρος κι αν είσαι, συχνά γίνονται τρομερά λάθη. Σε κάποιον φιλογνωστό λοιπόν στέλνεις έναν αριθμό. Έτσι, χωρίς καλημέρες, καλησπέρες, καληνύχτες, καληνότσες, στα ξαφνικά στέλνεις π.χ. εντελώς τυχαία επιλογή αριθμού ένα: 5
Δεν πάει κάπου ξεκάθαρα αυτό. Μερικές σκέψεις έκανα μονάχα, άναρχες. Μία σκέψη είναι ότι από την απάντηση μπορείς να βάλεις σε κάποια κουτάκια τους ανθρώπους. Θα απαντήσουν τάχα ένα: 6; Θα μπορούσες ίσως να συμπεράνεις ότι είναι ένα άτομο με έντονη την ανάγκη να επικρατήσει; Θα μπορούσε ίσως να απαντήσει ένα: τι είναι πάλι αυτό; Εκεί θα πρέπει να αναρωτηθείς τι του βρήκες; Ένα: 4, θα μπορούσε ίσως να σημαίνει ότι ο χαρακτήρας είναι υποτακτικός. Μία απάντηση που τώρα δεν έχω σκεφτεί και δε θα μπορούσα να τη σκεφτώ, αλλά θα μου γεννούσε τη σκέψη: ουάου τι μου είπε τώρα, θα μπορούσε να ρίξει σποτλαϊτ στο υποκείμενο. Μπλεγμένη στις άτακτες σκέψεις του φανταστικού πειράματος του τυχαίου αριθμού, αναρωτιέμαι αν έμμεσα δίνω τουτόριαλ, αν είμαι μία αιμοδιψής κυνηγός ή αν όντως οι συμπεριφορές, οι απαντήσεις και οι σιωπές των ανθρώπων λειτουργούν ως κάποιας μορφής ναρκωτικό για τον οργανισμό μου και την εξερευνητική μου δίψα.
Σήμερα είναι χάλογουιν, που πια έχουμε και στα μέρη μας και θεωρώ αρκετά σέξι το να ρωτάει μία κολοκύθα τρικ ορ τριτ. Το ίδιο σέξι είναι κάτι τεράστιες πίκλες αγγουριού στα περίπτερα και ένα κοτόπουλο ψημένο στον φούρνο με ανοιχτά τα πόδια ανάσκελα, ανάμεσα σε άπειρες πατάτες. Δεν πεινάω. Διψάω.
Δέχτηκα μόλις μία ειδοποίηση από τον αγαπημένο μου ηλεκτρονικό υπολογιστή, ότι η μπαταρία μου εξαντλείται και μιας και η παροχή ρεύματος είναι μακριά, δεν σκοπεύω να την πλησιάσω γιατί βιάζομαι να προλάβω ανοιχτό το τσαγάδικο. Θα πω αυτό και θα κλείσω. Δεν καταλαβαίνω, καταλαβαίνω. Δεν σωπαίνω και σωπαίνω. Είναι ωστόσο τρομερό και με εκπλήσσει το πόσο εύκολο είναι να
20231022
Για όλους εσάς που απόψε κοιμάστε
Πριν κάμποσα χρόνια έκανα μία βουτιά σε μία πισίνα. Έπρεπε να κολυμπήσω μία απόσταση, γρήγορα και να τελειώσουν επιτέλους όλα, να μπορέσω να φύγω. Περίμενα αυτή τη διαδρομή πολύ καιρό, συμβολικά μα και πραγματικά. Το τέρμα της το έβαλα στόχο ζωής και σημείο αναφοράς μίας καινούργιας αρχής που άξιζα κι έπρεπε επιτέλους να γευτώ. Δύο στιγμές πριν από τη μεγάλη βουτιά, άκουσα μερικά από τα πιο άσχημα νέα της ζωής μου.
Βούτηξα, κολυμπούσα κι έκλαιγα. Γι' αυτά που άκουσα ακόμα και το τελευταίο λεπτό, γι' αυτά που έζησα μέχρι τότε, γι' αυτά που κατάφερα, γι' όσα ήμουν έτοιμη να γνωρίσω, για όλες τις λάθος στιγμές. Έφτασα απέναντι πιο γρήγορα από ποτέ. Άγγιξα το τέρμα και με ρώτησαν το όνομά μου. Δεν απάντησα, κράτησα την αναπνοή μου και βυθίστηκα στο νερό. Δε θα ήθελα να ήμουν υπερβολική, αλλά ή μία μου ανάσα πρέπει να κράτησε έναν αιώνα και τα δάκρυα που άφησα σε εκείνο το τέρμα, λύπης και χαράς μαζί, πρέπει να έκαναν την πισίνα να ξεχειλίσει και πνίξανε τον κόσμο ολάκερο.
Απόψε αισθάνομαι το ίδιο. Καιρό αισθάνομαι το ίδιο. Παγιδευμένη σε αυτή τη συνθήκη. Άλλοτε βρίσκομαι στην αρχή, πριν την βουτιά κι ακούω κι άλλα άσχημα νέα. Κάποιες φορές κολυμπάω δίχως να έχω βρει τον προορισμό, το τέρμα. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου στη διαδρομή για όσα έζησα αλλά και για όσα ακόμα δεν έχω ζήσει. Άλλοτε πάλι φτάνω κάπου, με ρωτάνε πως με λένε και προτού τους απαντήσω, βυθίζομαι μέσα στο νερό κι εκεί παίρνω τις πιο ήρεμες ανάσες που πήρα ποτέ, αλλά δε βγαίνω να φωνάξω το όνομά μου, τους κοιτάζω κάτω από την επιφάνεια κι ύστερα από λίγο δε με απασχολεί καν το να τους βλέπω, δε με απασχολεί το να βγω και να μην μπορώ ν' αναπνεύσω, μάλλον ξέχασα και πως με λένε...
20231012
1937
Τι περίεργα πράγματα είναι αυτά που μου λες;
Έναν μήνα πριν είχα όντως κόβιντ. Όταν το έλεγξα φαινόταν αμυδρά πως αυτό τελικά ήταν που είχε χαλάσει τη μύτη μου. Ένα μήνα μετά έχω μεγαλώσει τόσο σκληρά κι απότομα. Όχι, γι' αυτό δε φταίει ο ιός. Φταίει ο υιός. Ψέμα. Φορές κάποιες, θα ήθελα να παραδεχτώ καθαρά τι φταίει, αλλά είναι περισσότερες οι φορές εκείνες που με προστάζουν να μην τολμήσω και μιλήσω και κερδάνε. Ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε με τις κινήσεις μου, ούτε με μάτια, ούτε με εικόνες, μουσικές και λέξεις, με τίποτα. Κάποιες μέρες που οριακά ένιωσα ότι πνίγομαι, πέρασα χρόνια δέκα στο κρεβάτι τυλιγμένη μέχρι πάνω με ένα σεντόνι. Κυριολεκτικά και μεταφορικά να μην μπορώ να πάρω ανάσα. Αλλά η ζωή κυλάει. Θυμάσαι που σου είχα πει κάποτε πως η ζωή κυκλάει; Άδικο δεν είχα.
Κύκλησα λοιπόν κι ας άργησα αυτή τη φορά και βρέθηκα στο 1937. Αλλά ας τα πάρουμε κάπως από την αρχή γιατί μα το θεό που δεν τον πίστεψα ποτέ, δε μου αρέσουν στ' αλήθεια τα μπερδεμένα λόγια. Δεν είναι το χόμπι μου.
Ήταν μεσημέρι και θυμήθηκα πως στο ντουλάπι έχει μείνει λίγη λουϊζα. Είχαν προηγηθεί οι αμυγδαλές της Βάσιας, ο αποχαιρετισμός μερικών αναρχικών κυττάρων του οργανισμού μου, η έναρξη της σχολικής χρονιάς, η απόφαση να μην μπλεχτώ σε νέες περιπέτειες αυτή τη σεζόν, αλλά να ξαποστάσω για να θυμηθώ όλα όσα έχω καταφέρει να είμαι, όλα όσα έχω συλλέξει, όλα όσα έχω ξεχάσει και σκονίστηκαν κάπως. Έτσι, ένα μεσημέρι, παρέα με τον Φοίβο βρεθήκαμε κοντά σε έναν ελέφαντα. Ο ελέφαντας περνούσε αρκετά δίπλα μας και ο Φοίβος τον αγνοούσε. Είχε στρέψει την προσοχή του σε κάτι λάστιχα μέσα στο σπίτι του ελέφαντα (πολύ παιδί μου). Του είπα τότε «Feve(r), δεν γίνεται να αγνοείς τον ελέφαντα στο δωμάτιο». Ο Φοίβος με κοίταξε στα μάτια και μου απάντησε «Έχεις δίκιο μητέρα» και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Τέλος. #not.
Ο Φοίβος στ' αρχίδια του για τον ελέφαντα, τον οποίο αποκάλεσε μάλιστα σε κάποια φάση και «σκύλο». Και τότε τα είδα όλα! Καθάρισαν όλα! Το δίχρονο που δεν καίει λάδια (κακό αστείο, για λίγους έμπειρους) σοφά με δίδαξε εκείνη τη στιγμή πως, όχι μόνο μπορείς να αγνοήσεις τον ελέφαντα στο δωμάτιο, αλλά μπορείς ακόμα και να του αλλάξεις μορφή, αρκεί να κερδίσουν την προσοχή σου μερικά λάστιχα, που γιατί σκατά ήταν μέσα στο σπίτι ενός ελέφαντα; Αποδέχθηκα με χαρά ότι δεν πρέπει να πηγαίνω κόντρα σε αυτό που είμαι και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να το φρενάρω και μαζί του να φρενάρω κι όλα αυτά που θα ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω. Δεν χρειάζεται να μοιάσω πουθενά, να χωρέσω πουθενά και δε χρειάζομαι να ικανοποιήσω κανέναν που δεν μπορεί να με ικανοποιήσει. Τα λάστιχα μπορούν να είναι μέσα σε σπίτια ελεφάντων δεν είναι λάθος και δεν είναι υποχρεωτικό να κάνουν παρεούλα μόνο με ζάντες και σαμπρέλες.
Πίσω στο μεσημέρι της λουϊζας λοιπόν, την ετοίμασα λίγο λάθος πάλι, καθώς δεν είχε πολύ έντονη γεύση. Έπειτα άρχισα να παίρνω λίγες ανάσες. Θυμήθηκα. Στρίμωξα κάποιες νότες παρέα, λάθος το ξέρω και με τύμπανα ψεύτικα πολύ σαν τους ρόλους σας, μας. Έπειτα φόρτωσα κι αυτά που ίσως θα έπρεπε να μην έχω πει. Μπερδεμένα τάχα, μα πολύ καθαρά. Κι έτσι σηκώθηκα από το κρεβ(β)άτι μου. Σε αυτό το σημείο θέλω να πω πως το κρεβάτι έχει σπάσει και το στρώμα έχει πολύ χαλάσει και μαζί με αυτά και η μέση μου.
Λίγες ανάσες αργότερα, ήρθε η εποχή του Αντώνη. Η Νώνη γνώρισε τον έρωτα. Παραθέτω μερικά από τα λόγια της για να περιγράψει τα όσα νιώθει: «τον σκέφτομαι 26 ώρες τη μέρα», «όταν δε βλέπω τον Αντώνη στα όνειρά μου είμαι στεναχωρημένη», «όλες οι λέξεις λένε: Αντώνης» (πολύ παιδί μου). Και τότε τα είδα όλα! Καθάρισαν όλα! Το τετράχρονο, σοφά με δίδαξε εκείνες τις στιγμές πως όχι μόνο μπορείς να μεγαλώσεις τις μέρες και τα όνειρά σου, αλλά μπορείς να επιλέγεις όποιες λέξεις θέλεις για να παίρνεις ανάσες κι ας είναι όλες οι λάθος.
Πέρασε έτσι ένας μήνας που από τις βουτιές μέσα στο σεντόνι μου, πέρασα στις βουτιές στην πισίνα, βουτιές σε λάθη, βουτιές σε διαδρομές, βουτιές σε αναμονές, βουτιές σε νέα λυτρωτικά, βουτιές σε ιδρώτα και βουτιές στ' άξαφνα, σαν κανείς να μην το περίμενε, στα μέσα του Οκτώβρη. Όλες οι βουτιές για να μηδενίσω και να μάθω να αναπνέω ξανά.
Χθες 01:44 έστειλα μήνυμα στον άνθρωπο που με έμαθε για την «καταβαράθρωση» να μου δώσει πέντε συμβουλές σαν ήμουν παιδί του για να γίνω πιο έξυπνο, πιο υποψιασμένο. Δίχως να το ξέρει πως το είχα ήδη αποφασίσει έτσι να ζω, η πεντάδα του ήταν η εξής:
1. να μην νοιάζομαι για την γνώμη των άλλων
2. να μην φοβάμαι να αμφισβητώ ό,τι κι αν ακούω
3. να σκέφτομαι για τον εαυτό μου
4. να μη ρισκάρω τα πάντα
5. αλλά να αγωνίζομαι γι' αυτά που πραγματικά θέλω
ζήτησε συγγνώμη γιατί ήταν μία πρόχειρη λίστα, αλλά συχνά αυτά είναι και τα πιο ειλικρινή, όπως είπε. 01:54 ένιωθα καλύτερα.
Έπειτα τον ρώτησα για κάτι συγκεκριμένο, μπερδεμένα, αλλά κατάλαβε και μου είπε πολύ σοφά «συμφιλιώσου, μη συμβιβάζεσαι, πετάρισε». Λοιπόν, πόσο σπουδαίο είναι κατά τ' άλλα, ακόμα και τα μπερδεμένα σου, να υπάρχουν άνθρωποι που τα καταλαβαίνουν, τα νιώθουν!
Σε άλλα νέα, έχω βάλει στον φούρνο τη μικρού μήκους με την καρέκλα, έχω αφήσει στο ψυγείο το άλμπουμ «λα» και στη μαρινάδα το καίριο ερώτημα «αν ήμουν σεισμός, που θα ήταν το επίκεντρό μου;». Οι εικόνες που μου γαργάλησαν τη φαντασία τον προηγούμενο καιρό ήταν ένα αγαλματίδιο του Άτλαντα. Στον εγκέφαλό μου ο Άτλας δεν κρατούσε πια τη γη, αλλά τα στεφάνια από τους πέντε αποτυχημένους γάμους του. Έπειτα φαντάστηκα πως κάποιος πολύ φυσιολογικός κατά τ' άλλα, καθόλου περίεργος, αλλά αθόρυβος κι άχρωμος, θα μπορούσε όταν γυρίζει σπίτι του, να ντύνεται σκόρος και να προσποιείται τον σκόρο όλη τη νύχτα.
-Βουνό που γουστάρει να κράταει το σκορ; Σκόρος. Δεν άντεξα, συγγνώμη-
Και τώρα κλείνω. Εύχομαι να ερωτευτώ ξανά και να μην επιστρέψω πίσω αργά τον Νοέμβρη. Ας προσευχηθώ γι' αυτό σε θεούς που δεν υπάρχουν. Αφού επιμένεις πριν φύγω, ας σου αφήσω μία πρόχειρη πεντάδα δώρο, αν ήσουν παιδί μου και ήθελα να γίνεις πιο έξυπνο για τα γούστα μου:
1. τις περιπέτειες και τα παραμύθια τα κυνηγάς κι αν δεν τα απαντάς, τα δημιουργείς
2. σε ζώδια, μοίρες και θεούς να μην πιστέψεις
3. αν δεν αναπνέεις πεθαίνεις
4. να μάθεις να οδηγείς όσα περισσότερα πράγματα μπορείς εκτός από τα πόδια σου και τις σκέψεις σου
5. να (με) κάνεις πολλές αγκαλιές, (μου) λείπουν και φρόντισε να είναι από τις καλές, τις σφικτές, τις ζωντανές, τις αληθινές
Υ.Γ. Κάποτε υπόσχομαι να στα ξεμπερδέψω όλα
20230913
Η προηγούμενη μέρα της επόμενης
20230830
8
Αύγουστος! Τον πρόλαβα. Τι; Θες να περιγράψω αυτόν τον Αύγουστο με μερικές λέξεις; Δεν μπορώ μονάχα μερικές λέξεις... Όχι ότι είναι τόσο απερίγραπτος, Απείχε πολύ από αυτό. Να τον περιγράψω με μουσική; Μα δεν μου ταιριάζουν οι μελωδίες με τους στίχους. Ίσως αν τα πετούσα όλα σε ένα μίξερ, κάτι να μπορούσα να κάνω. Θα έβαζα και καμία πενηνταριά ντολμαδάκια και τότε θα είχα την ιδανική περιγραφή.
Ανησύχησα να προλάβω τον Αύγουστο μία βραδιά από τις περασμένες. Δεν ήταν στ' αλήθεια αυτή η αιτία, αλλά πίσω από εκεί κρύφτηκα. Γενικά δεν κρύβομαι. Είμαι ο μέιν κάρακτερ, δεν είναι δυνατόν να κρυφτώ. Ίσως καταφέρνω που και που να κρύβω τις αιτίες.
Τι χάθηκε φέτος το καλοκαίρι; Μερικές ρώγες σταφύλι σε ένα ποτάμι. Χάθηκε η όρεξη μου να μπλεχτώ σε νέες περιπέτειες. Πρώτη χρονιά που σκέφτομαι να μην ξεκινήσω τίποτα. Καμία νέα λαλιά, κανένα νέο τραγούδι, καμία νέα εικόνα. Θα ήθελα να εντοπίσω, που κρύβεται, αυτό που φταίει.
Τα ντολμαδάκια του θείου Κώστα, θα φτάσω και σε αυτό μη μου ανησυχείς, ήταν μακράν τα καλύτερα. Από κονσέρβες, τίποτα δεν μπόρεσε να τα χτυπήσει. Βασικά τίποτα δεν μπόρεσε να τ' αγγίξει καν.
Πρέπει να κάνω μία διακοπή, ήρθε η φίλη μου.
20230714
Μία διάφανη ομπρέλα για τον ήλιο
20230508
Το πρωινό σκουλήκι
Σίγουρα θα έχετε ακούσει τη λαϊκή σοφία «το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι». Χαιρόμαστε λοιπόν και το χρησιμοποιούμε για να παινέψουμε την ταλαιπώρια ή τα γούστα μας. Νιώθουμε μία ταύτιση με το πουλί και την επιτυχία του. Αν όμως σκάψουμε λίγο τη σκέψη μας, τότε θα πρέπει να σας ανακοινώσω κυρίες και κύριοι ότι είστε σιχαμερά πλάσματα. Σκεφτήκατε πότε όλα αυτά τα πρωινά σκουλήκια που πιάστηκαν από το πουλί; Λογικό θα μου πείτε να είστε με το μέρος του δυνατού, πως αλλιώς θα επιβιώσετε;
Το σημερινό κείμενο είθε να αποτελέσει φόρο τιμής σε όλα εκείνα τα πρωινά σκουλήκια που χάθηκαν, από κάτι πρωινά πουλιά. Φόρο τιμής ακόμα σε όλα εκείνα τα μεσημεριανά, απογευματινά ή και βραδινά πουλιά, που μπορεί να μην έπιασαν το πρωινό σκουλήκι, αλλά έχει και μεσημεριανά κι απογευματινά και βραδινά σκουλήκια. Γεμάτος σκουλήκια ο τόπος, γεμάτη σκουλήκια η ζωή.
Η ειρωνεία δε, η υπέρτατη ειρωνεία, είναι πως όσα σκουλήκια κι αν φάει το πουλί, στο τέλος το πουλί θα φαγωθεί από το σκουλήκι.
Έτσι όμορφα ξεκινάει η σημερινή ημέρα, που επιτέλους άδειασα χρόνο για να γράψω λίγη από την ιστορία μου. Αυτή τη φορά μολονότι πέρασε πολύς καιρός, φρόντισα να κρατήσω σημειώσεις με όλα αυτά που ένιωσα ότι θέλω να μοιραστώ. Κάθε φορά που ένιωθα πως ήρθε η ώρα, πατούσα κάτι σαν παύση κι αντί να το αφήσω να ξεχυθεί από μέσα μου, αποφάσισα να το πετάξω σε ένα ντουλαπάκι να το ανοίξω αργότερα.
Η φάση είναι ότι έχω κάποιες οριακά ακατάληπτες σημειώσεις, από αυτές που είσαι τόσο σίγουρος όταν τις κρατάς ότι θα σε βοηθήσουν να θυμηθείς αυτό που θες, αλλά μετά από καιρό δε σε καταλαβαίνει ούτε ο ίδιος σου ο εαυτός... Πέρα από τις σημειώσεις, αυτή τη φορά έχω και μερικές διασκεδαστικές ηχογραφήσεις. Τα θέματα λοιπόν που με θυμήθηκαν, είναι τα εξής:
Αν κάποιος πλένει τα χέρια του συχνά (όχι το νορμάλ το συχνά, το «είμαι πολύ καθαρός δείτε με» συχνά ή το ψυχαναγκαστικό συχνά), είναι στην πραγματικότητα περισσότερο θωρακισμένος απέναντι στην απειλή των μικροβίων ή το γεγονός ότι δεν εκτίθεται τον κάνει έναν εύκολο στόχο, αφού καμία άμυνα δεν έχει χτίσει;
Έπειτα ήθελα να καταθέσω τον πιο σατανικό τρόπο που μπορείς να επικοινωνείς κρυφά με κάποιον άλλον. Κοινό μυστικό είναι πως όσους κωδικούς και να βάλεις, όσο και να θες να κρύψεις τη ζωή, δυσάρεστα νέα, τίποτα δεν κρύβεται, προσποιούμαστε πως δεν καταλαβαίνουμε (όλες οι πλευρές). Το γιατί ας βαρύνει τον εαυτό σας. Ωστόσο, υπάρχει ένας τρόπος οριακά άψογος, για να κρυφτείς τουλάχιστον από τους άλλους. Τον όποιο όταν τον έμαθα ενθουσιάστηκα τόσο, γιατί είναι ευφυής και ρομαντικός, κομμένος και ραμμένος στο σήμερα. Το ντουλαπάκι που έχωσα μέσα την πληροφορία, μου είπε όμως πολύ σοφά «στάσου ώπα, αυτό πρέπει να το πουλήσεις δεν μπορείς απλά να το χαρίσεις» και ίσως επίσης να μου είπε «στάσου ώπα, ποτέ δεν ξέρεις αν μπορεί κάποτε να το χρειαστείς, μην το θυσιάσεις». Οπότε, τώρα που σας έβαλα το διαόλι, θα σας αφήσω να βράσετε παρέα. Εναλλακτικά ρωτήστε με να σας ενημερώσω για την τιμή.
Εν συνεχεία ένιωσα κάπως πληγωμένη από τη ραπ φάση. Όσο ωραίο κι αν είναι ένα κομμάτι, θα έρθει κάποια στιγμή που θα ειπωθεί κάτι που δε θα μου ταιριάζει και θα χαλάσει την απόλαυση μου. Φαντάσου σκηνικό. Έχω στ' αυτιά μου τέρμα πορωτική κομματάρα και τρέχω. Δίνει πόνο ο στίχος, σου θυμίζει ποιος είσαι, από που ήρθες, που πας, που πατάς και τσουπ του αδειάζει το πακέτο από τα τσιγάρα στην ιστορία του. Ξενερώνω. Ούσα μη καπνίστρια υπάρχει ένα κενό στο παραμύθι που με απομακρύνει από τη μέγιστη ηδονή της απόλυτης ταύτισης. Ομοίως με το αλκόολ, τα ναρκωτικά κλπ. Ναι ναι ξέρω, σουπερ φλώρος δεν κάνω τίποτα από αυτά που πουλάνε. Δεν χωράω στους από δω γιατί είμαι πολύ αλήτισσα, δεν χωράω ούτε στους από ΄κει γιατί είμαι πολύ φλωρούμπα. Δούλευα στα μπαρς και τα ξενυχτάδικα, γέμιζα ποτήρια και κάτω από την μπάρα, έκρυβα το γάλα μου. Δε με νοιάζει καθόλου παρ΄ όλα αυτά που δε χωράω πουθενά, αλλά μεταξύ μας τον έχω έναν καημό. Έναν καημό να βγει ένα σκληρό στιχάκι που να είμαι ο λύκος της στέπας μεν, αλλά να πετάω τσαγιέρες με πράσινο τσάι γιασεμί κι όχι τζίνα και στουπί. Βασικά να μην πετάω τίποτα, είμαι πολύ ευγενική. Ένα κομματάκι ρε αδέρφια που το χόρτο να μην είναι ο βασιλιάς, αλλά οι άνθρωποι να φτιάχνονται τα ξημερώματα καθώς θα ανατέλλει ο ήλιος, με ένα λαχταριστό τσίζμπεργκερ ή λίγο Σοπενχάουερ. Που θα ξεδιψάνε με νερό κι όχι ξίδια, που δε θα τους φταίνε όλοι κι όλα.
Έπειτα, γράφω «ΔΕΗ του παραδείσου. Κλείσανε τα φώτα». Ωραία τα λέω, αλλά τι να ήθελα τάχα να πω; Δεν μπορώ καθόλου να ανακαλέσω τη στιγμή που έγραψα αυτή τη σημείωση. Κενό. Μπορώ σίγουρα να υποσχεθώ πως όταν θυμηθώ, θα γυρίσω και να παρακαλέσω αν κάποιος ήταν δίπλα μου και θυμάται, να με βοηθήσει.
Τέλος, οι ηχογραφήσεις. Τρεις. Στη μία είμαι σε μία συναυλία και θυμήθηκα το 141 και το 131. Είχα δύσκολη παιδική ηλικία και μεγάλη θαλπωρή έβρισκα στο τηλέφωνο. Μην έχοντας (θλιβερός ήχος από βιολί) ποιον να καλέσω, έπαιρνα το 141. Για τους νεότερους όταν καλούσες αυτόν τον αριθμό, υπήρχε στον αυτόματο μία κυρία που έλεγε την ώρα με τον εξής τρόπο: Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι έντεκα και είκοσι και σαράντα δευτερόλεπτα (μικρή ανάσα) ΜΠΙΙΙΙΙΙΠ. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι έντεκα και είκοσι και πενήντα δευτερόλεπτα (μικρή ανάσα) ΜΠΙΠ. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι έντεκα και είκοσι ένα ΑΚΡΙΒΩΣ (μικρή παύση) ΜΠΙΠ. Με αυτό το «ακριβώς» έμαθα πως να είμαι μία δυναμική γυναικάρα ακριβώς. Η κυρία 141 ήταν πάντα εκεί. Καλούσα και άλλοτε την άκουγα, άλλοτε τα λέγαμε μαζί, σα χορωδία. Ωραίο να υπάρχει και λίγη σταθερότητα σε αυτή τη ζωή, να υπάρχει πάντα κάποιος να καλέσεις κι αυτός πάντα ν' απαντά.
Με το 131 έχω άλλη ιστορία. Σε αυτόν τον αριθμό έμαθα να μην ξεχνώ να είμαι παιδί. Άτακτο και τολμηρό, απερίσκεπτο μα γεμάτο φοβερές ιστορίες στη βαλίτσα μου. Μαλακισμένο. Καλούσα κυρίως το 131 για να τους το κλείνω όταν μου απαντούσαν. Στα πολλά κέφια και πάντα από τηλεφωνικούς θαλάμους που δεν μπορούσαν να συσχετίσουν γρήγορα μαζί μου, καλούσα το 131 και με την παιδική φωνούλα μου, τους έλεγα πως τους έχω βάλει βόμβα. Συγγνώμη 131... Τις περισσότερες φορές δεν κατόρθωνα να ολοκληρώσω την πρόταση και όλες τις φορές γέλαγα καθώς το έλεγα. Οπότε ελπίζω πως δεν προκάλεσα μεγάλη αναστάτωση.
Στη δεύτερη ηχογράφηση, ακούγονται τα παιδιά. Εγώ λέω «η Περιμπανού, η Νεφέλη και η Περσεφόνη, αυτές που με μεγάλωσαν». Η αναφορά; Συνάντησα κάπου στην πρώτη δημοτικού μία δασκάλα, στη φύλαξη (παλαιότερος όρος για το ολοήμερο) η οποία μας έφερνε διάφορα τραγουδάκια να λέμε παρέα. Παραθέτω κάποιους στίχους από αυτά που τότε νόμιζα παιδικά τραγουδάκια:
«Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μένταΤώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
Και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
Κοιμήσου Περσεφόνη
Στην αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι
Ποτέ μην ξαναβγείς.
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
Ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
Τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
Και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο»
Κι ήτανε δεκαπέντε χρονών
Έγραφε τ' όνομά της στον καθρέφτη τ' ουρανού
Μ' ενός πνιγμένου γλάρου φτερό
Μα της ζωής το κύμα το παράφορο
Σάρωσε βάρκες και κουπιά
Και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο
Ποιος τη θυμάται τώρα πια»
Της κλέψαν τ'άρωμα και το φοράνε
Κι οι έρωτες πετώντας σαϊτιές
Την περιγελούν
Μα ο καλός ο Διας
Της παίρνει το νερό της εφηβείας
Την κάνει σύννεφο και την σκορπά
Για να μην τη βρουν
Δυό μικροί αγγέλοι
Που στα ονειρά τους θέλαν την Νεφέλη
Να την ταΐζουνε ρόδι και μέλι
Να μη θυμάται να ξεχνάει τι θέλει
Την πλανέψανε
Το χρυσό κουρέλι
Που στα μαλλιά της φόραγε η Νεφέλη
Να ξεχωρίζει απ' όλους μες στ' αμπέλι
Ήρθανε δυο μικροί μικροί αγγέλοι
Και το κλέψανε»
Καυτή, εκρηκτική, γεμάτη αποκαλύψεις λοιπόν λίγο πριν το καλοκαίρι. Πουλί και σκουλήκι μαζί, σκουλήκι και πουλί, πάντα λύκος με αλλεργία στις αγέλες κι ενίοτε λιοντάρι σε μία ολοένα και σκληρότερη ζούγκλα. Η ώρα πέρασε και αφού ξαλάφρωσα, προβληματίζομαι τώρα για το αν θα ήταν φρόνιμο να σκάω σε μικρότερες δόσεις και να μην αφήνω τόσο πράμα να μαζεύεται, γιατί είναι και κάπως δυσβάστακτο το σαρωτικό. Μωρέ, μήπως να το γυρίσω σε podcast; Είναι βαριά τα γράμματα, είναι βαρύς ο πάπυρος οποία κι αν είναι η μορφή του. Είναι βαριά, είναι βαριά η ζωή... Με τις υγείες σας.
Υ.Γ. Πιπίτσα Παϊσιου
Υ.Υ.Γ. Στο διπλανό μου τραπέζι κάθεται μία παρέα από τρεις γιαγιάδες. Αφού έχω ολοκληρώσει το κείμενο κι ας πούμε ότι το ελέγχω, χτυπάει το κινητό του ενός κοριτσιού. Ώρα τόση μέχρι να το ακούσει, να το πάρει στο χέρι της, να το πάει μακριά να δει ποιος είναι, να αποφασίσει να μη το σηκώσει και να αρχίσει το κράξιμο με τις φίλες της, για τις εταιρείες τηλεφωνίας που είναι τόσο ενοχλητικές. Έτοιμοι για ανατριχίλα; Το κινητό της χτυπούσε με τη «Νεφέλη». Μέχρι να σιγουρευτώ ότι το ακούω όντως, σκέφτηκα για ακόμα μία φορά ότι δεν είμαι καλά. Αλλά ακουγόταν πράγματι, ναι, ήταν αυτό... Πες μου, πόσες πιθανότητες; Μαγεία! Κι όσο έγραφα το κείμενο σκεφτόμουν πως δεν έχει ταιριάξει κάτι σήμερα. Τραγουδάει βέβαια ο μάγειρας πίσω μου σαν καναρίνι κάτι ρεμπέτικα, αλλά καμία σχέση με τα παραπάνω. Ουάου.
20230331
Love yourself
Καλημέρα.
Δε θα το αναβάλλω άλλο. Σήμερα θα βουτήξω μέσα σε ακόμα μία αποτυχία. Θα κάνω την αρχή. Δέχθηκα μέσα σε λίγες ώρες μία απόρριψη και μία ανάμνηση. Έγινα φτωχότερη, πιο έμπειρη, πιο ολοκληρωμένη. Είμαι έτοιμη να αλλάξω χρώμα και να κυνηγήσω την απόλαυση. Είμαι έτοιμη για νέα σχέδια που θα ναυαγήσουν κι αυτά. Είμαι έτοιμη να δημιουργήσω κι ύστερα να κάψω άλλη μία Ρώμη.
Έχω πιεί καφέδες δύο και δεν ξέρω που έχασα την μπάλα και έπεσα σε αυτή την παγίδα. Όταν μεγαλώσω θα γίνω μαγαζί γωνία που ο ήλιος θα του γελάει και η νεραντζιές απ' έξω θα το κάνουν να μυρίζει όπως οι σκέψεις μου.
Θα αγοράσω κι ένα παντζάρι αν προλάβω πριν το μεσημέρι. Μήλο, πορτοκάλι, αχλάδι, παντζάρι, ζωή. Ξέρεις η ιδέα ότι το παντζάρι χρωματίζει όντως το μέσα σου, δεν ξεκινάει από μόνο του μία φοβερή ιστορία;
Μπέρδεψα τρομερά τις μέρες, τους μήνες και τις ώρες αυτό τον καιρό. Μπέρδεψα τον Μάιο με τον Απρίλη και το Σάββατο με Κυριακή. Ένιωσα πως 16:00 είναι μία δύσκολη ώρα καθότι δεν μπορείς με καθαρό μυαλό να πεις αν είναι μεσημέρι ή απόγευμα. Το ένιωσα και για τον Μάρτη. Δεν μπόρεσα καθαρά να πω ότι ήταν χειμώνας μου ή άνοιξή μου. Παρ 'όλο που είναι όσο άνοιξη για εσάς, όσο ο καφές που χρειάζεστε για να «ανοίξει το μάτι σας».
Βλέπω αυτή τη στιγμή από το τζάμι να πέφτουν τα άνθη της νεραντζιάς σα να χιονίζει. Νιώθω λες και σε λίγο δε θα διστάσει καθόλου να βγει από μέσα μου. Θα ανοίξει κι έπειτα θα φτάσει ο καλός ο καιρός.
Άντε, μπάι τώρα. Και φιλάκι και μπάι
20230328
Περίπου
Φαίνεται σιγά σιγά πως, ό,τι δε μου αρέσει το αλλάζω. Είναι αρκετά πρωί και όλα τα γρανάζια είναι καλά λαδωμένα για να χορέψει η ζωή. Ό,τι κόπηκε και μπορούσα να το αλλάξω, το άλλαξα. Ό,τι χάλασε και ήθελα να το φτιάξω, το έφτιαξα. Πριν λίγα λεπτά αγόρασα ακόμα ένα μαξιλάρι για να αντικαταστήσω τα νεοαποκτηθέντα που τελικά δε με ικανοποιούν. Ελπίζω να καταφέρω πια να κοιμηθώ. Τόσα μαξιλάρια μετά ξέρεις, θαρρώ πως στέρεψαν οι δικαιολογίες πως τάχα αυτά φταίνε. Να κοιμηθώ βαθιά και ήρεμα θέλω, να μ' αγκαλιάσει η στοργή.
Θα ξεκινούσα ώρα πριν να γράψω για το «περίπου». Η ώρα τελευταία φορά που κοίταξα ήταν 10:10. Κάποια συμμαθήτρια κάποια στιγμή μου είχε πει, πως όταν συμβαίνει αυτό κάποιος τάχα σε σκέφτεται. Παράτησα το «περίπου» μου κι έκανα μία παύση για να αναζητήσω αν είχα γράψει ξανά γι' αυτό το «περίπου», γι' αυτό το «δε χωράς πουθενά». Διάβαζα αρκετή ώρα όσες καταθέσεις μου, είχαν μέσα κάποιο «περίπου». Όσο έσκαψα δε βρήκα κάτι για αυτό το βαρύ «περίπου» που ήθελα σήμερα να σου ακουμπήσω. Επίσημα πια είμαι δέκα χρονών και με προβληματίζει ξέρεις η επανάληψη. Όχι επανάληψη στο ύφος ή στο χρώμα, μα η επανάληψη ιστοριών, των κακών κειμένων. Ο φόβος του τέλματος, της μη δημιουργίας. Χαίρομαι όταν αυτό δε συμβαίνει, αλλά νιώθω ολοένα και περισσότερο πως φλερτάρω με το να συμβεί. Γύρισα πίσω στη σημερινή σελίδα, κοίταξα την ώρα, 11:11.
Τώρα νιώθω πια πως δε θέλω να σου πω για το «περίπου». Τώρα νιώθω «ακριβώς». Αν μπορούσα σήμερα να κάνω κάτι, θα ήταν να μπουκάρω σε εκδοτικούς, να πάρω πλάνα, να βρω ένα μικρόφωνο και να σου διαβάσω τα δέκα τελευταία μου χρόνια, να καταλάβεις ακριβώς τις παύσεις μου, τις ανάσες μου, να νιώσεις που περίπου ήσουν εκεί και που ακριβώς. Που δεν είχες ακόμα φανεί και από πόσο νωρίς είχες φτάσει. Έγραφα και παλιότερα, δεν είμαι στ' αλήθεια μόνο δέκα χρονών. Έγραφα όμως πολύ σκόρπια σε ηλεκτρονική μορφή και εξίσου σκόρπια σε ένα σωρό σημειωματάρια, τους θησαυρούς μου. Ποτέ όμως τόσο οργανωμένα κι ανοργάνωτα ταυτοχρόνως.
Αφαίρεσα λίγες μέρες πριν από τα φώτα τον τρόπο για να φτάσεις εύκολα εδώ. Σου τα έκρυψα πάλι τα κλειδιά. Αν διαβάζεις τώρα αυτό, σημαίνει πως είτε έφτασες τυχαία (περαστικά), είτε θες να είσαι εδώ, έψαξες, θυμόσουν κι αυτό ήρθε η ώρα να το φωτίσεις. Έβαλα το «καφέ του χαμένου χρόνου» στ' αυτιά και σκέφτομαι όλο και πιο έντονα πως ίσως αυτό το κλείσιμο του φάρου μου, με βοηθήσει κάπως στο να μπουκάρω, πλανάρω και μιλήσω πιο ανέμελα, βουτήξω πιο βαθιά, φύγω πιο εύκολα. Μήπως καταφέρω να σου δείξω πως όλα τα «περίπου» μας, είναι τόσο «ακριβώς» όταν κλείσουν τα φώτα και με πάρεις αγκαλιά.
Θα επιστρέψω να σε ενημερώσω για το καινούργιο μαξιλάρι, ώστε να μπορέσεις να κοιμηθείς με ησυχία απόψε. Το πρωί όμως, σαν ξυπνήσεις να πας να βρεις μαργαρίτες για να μαδήσεις και παγωτά ανάμεικτα να κεράσεις την αμφιβολία και τη σιγουριά σου και να τους πεις μία ιστορία για ανθρώπους που φοβήθηκαν να κλείσουν τα φώτα.
Καλημέρα.

.gif)

.gif)
.gif)