20231227

Καλειδοσκόπιο

 Δύο φορές ξεκίνησα να γραφώ και σταμάτησα. Μία για τα μινοράκια του Νοέμβρη και μία για το αν είναι πιο δυνατή η κραυγή ή σιωπή. Δε θα ήθελα να φύγει έτσι ο χρόνος όμως... Χάθηκε ο Νοέμβρης κι ας μην ήταν τόσο αδιάφορος για να χαθεί. Δεν ξέρω που να πρωτοσταθώ. Θα ήθελα να σου τα πω όλα, ακριβώς όταν συμβαίνουν, όπως συμβαίνουν, με πολύ ενθουσιασμό, πολλά «και», πολλά «επίσης», πολύ δράμα κι ίσως -και λυπάμαι γι' αυτό- πολύ κλάμα. 
 Έκλεισα την προηγούμενη φορά με μία ειδοποίηση πως η μπαταρία μου εξαντλείται. Αχ και να 'ξερα ότι η προειδοποίηση ήταν για εμένα και όχι για τον υπολογιστή μου τελικά. Οι μέρες και οι νύχτες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες ζόρι. Χρησιμοποίησα ως δικαιολογία κάτι χάπια που έπαιρνα για την ακμή, η οποία στα 32 αποφάσισε να με επισκεφθεί ξανά σα να είμαι 16. Οι δικαιολογίες μου όμως στερεύουν. Συμφώνησα άτυπα με τον εαυτό μου για αρχή, να σταματήσω να κρύβω, να σκεπάζω και να ωραιοποιώ οτιδήποτε δε σώζεται, ίσως... Γρατζουνάει πολύ αυτό. Με παρηγορεί όμως, κάπως, η ιδέα του ταξιδιού κι ας είναι άγνωστος ο προορισμός κι ας μην υπάρχει στ' αλήθεια τελικά κάποιος προορισμός... Η σκέψη της πλεύσης, της κίνησης, της όμορφης θάλασσας, είναι ανάσα. Στα Ιαπωνικά «ούμι» λένε την όμορφη θάλασσα ξέρεις! 
 Πήρα από νωρίς αυτή τη χρονιά, την δική μου χρονιά που ξεκινάει κάθε Σεπτέμβρη, την απόφαση να μαζέψω ό,τι έχω κατακτήσει. Να τα ξεσκονίσω, να τα ξεκαθαρίσω και να τοποθετήσω στα σωστά ράφια, τα πιο μπροστά για να τα πιάνω πιο εύκολα. Δεν πάει και πολύ καλά αυτό, γιατί φώτισε κάτι άλλο. Κάτι που είδα πρόσφατα στην μικρή μου αδερφή και αφού θαύμασα την λεπτομέρεια και την ευστοχία της «διάγνωσής»  μου, κατάλαβα γιατί ήταν τόσο ακριβής και δεν ήταν καθόλου ευχάριστο αυτό. Θα μιλήσω για εκείνη λοιπόν. Παρατήρησα πόσο ανάγκη είχε, δίχως εκείνη να το αντιλαμβάνεται, ανθρώπους να την εκτιμούν, να την σέβονται, να την αναγνωρίζουν, να την προστατεύουν, να την θαυμάζουν, να την προσέχουν, να την αλαφρώσουν λίγο από τα «βάρη» της κι ας φαίνεται - κι ας είναι- τόσο δυνατή, τόσο ανεξάρτητη, τόσο «ψήλη» και «μεγάλη». 
 Ανέβηκα λίγο πιο ψηλά στον χάρτη τις προάλλες. Ξέρεις που θέλω να σταθώ απ' όλο το ταξίδι; Στον ποταμό Βιστούλα. Στην Βαλτική, λίγο αργότερα στην Βόρεια κι έπειτα σε κάποιον ωκεανό; Στο σύμπαν; Έπεσε μέσα το κίτρινο πλειμομπιλ στον ποταμό και το είδα από ψηλά να φεύγει επιπλέοντας μακριά μου. Δέχθηκα μία προτροπή να πετάξω και το άλλο για να του κάνει παρέα. Για μία στιγμή το σκέφτηκα... Όσο το σκεφτόμουν, το έσφιγγα στην γροθιά μου πιο δυνατά. Αν φύγει κάποιος, τι κάνει ο άλλος; Τι είναι πιο ρομαντικό εξάλλου; Ένας θάνατος μονάχα ή χιλιάδες μικροί θάνατοι που γεννιούνται από την ανάμνησή σου; Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Είναι λάθος μου; Δεν είναι; Έκλαψα πολύ εκείνη την νύχτα. Για λίγη ώρα, αλλά με μεγάλη ένταση. Για όλα αυτά τα χρόνια, για τα κομμάτια που απέμειναν, για το ότι δεν ήμουν φαινομενικά μόνη, αλλά ουσιαστικά ήμουν μόνη μου, εγώ και το πετρόλ πλέιμομπιλ πια. 
 Πιο κάτω στα συνταρακτικά νέα της πιο αδιάφορης και πιο σπουδαίας συνάμα εποχής μου, ας πούμε ότι κάποια σαν την αδερφή μου, συνάντησε έναν άνθρωπο προσφάτως που ήπιε μαζί του ένα πράσινο τσάι. Εκείνη θαύμασε αυτόν τον άνθρωπο γιατί δεν έμοιαζε με άλλους ανθρώπους, σπάνιο. Φτιάχνει κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα ταξινομήσεις σε κάποια «κατηγορία», που πηγαίνει μόνος του και βλέπει ταινίες, που κατανοεί έννοιες όπως «ισότητα» και «πολλαπλή νοημοσύνη». Έναν άνθρωπο που μέσα σε μία ώρα της χάρισε μία από τις πιο σπουδαίες του ιστορίες. Επιπροσθέτως, αυτή που κάπως μοιάζει σαν την αδερφή μου, πήρε έναν σπόρο κατανόηση, έναν σπόρο θαυμασμό κι έναν σπόρο σεβασμό. Έπειτα, δεν ξέρω τι έγινε. Δεν ξέρω τι έκανε τους σπόρους. Νιώθω όμως πως ακόμα κι αν ήταν η όλη ιστορία μονάχα αυτή η μία ώρα, αυτοί οι σπόροι θα την κρατήσουν για καιρό ζωντανή. Κι εκεί έρχεται και συναντιέται του κόσμου όλου το κρίμα. Γιατί η ζεστασιά να μην είναι ίσα μοιρασμένη και πόσο τάχα κάποια δέντρα θα ήταν πιο ψηλά, αν μεγάλωναν σε πιο ιδανικά σημεία με πιο «σωστούς» ανθρώπους; 
 Στο σημείο που αποφάσισα να κάτσω, για να σου γράψω όλα τα παραπάνω, κάθε άλλο παρά την ησυχία που έψαχνα δεν έχει. Έχει όμως πολλούς μόνους. Πολλούς μόνους είχε και στα «πεσμένα φύλλα», που με έκαναν να νιώσω τόσο όμορφα. Κατάλαβα ότι νιώθω καλά να είμαι μόνη ανάμεσα σε μόνους. Καταλαβαίνω πόσο άβολα νιώθω κοντά σε μαζεμένους. Τους μαζεμένους σε ομάδες και ζεύγη που τους κρατάει κοντά η ρουτίνα, η υποχρέωση, ο φόβος, το συμφέρον, οι «συνθήκες», τους μαζεμένους που υποκρίνονται και τι τρομερό, κανένας μαζεμένος ως τώρα δε με έχει πείσει για το αντίθετο. Δε θέλω να γίνω έτσι όταν μεγαλώσω. Θέλω οτιδήποτε με φέρνει κοντά σε άλλους, να μοσχοβολάει από όλα αυτά που λείπουν στην αδερφή μου και σε αυτή που μοιάζει στην αδερφή μου. 
 Στο σημείο που κάθομαι, έχω μέτωπο σε όλους του μόνους και από πάνω μου φέγγει ένα πολύ δυνατό φως που δε με αφήνει να κρυφτώ. Γράφοντας τα παραπάνω, αρκετές φορές πήγα να δακρύσω ξανά, δεν το άφησα να συμβεί. Τρεις μόνοι διαβάζουν. Δύο μόνοι γράφουν. Ένας μόνος μάλλον βλέπει κάποια ταινία στο λαπτοπ του κι εγώ μόνη κρατάω το παράθυρο ανοιχτό για εσένα. 
 Σε λίγες μέρες η χρονιά θα αλλάξει. Το έτος πλέον θα ονομάζεται 2024. Κάποιες νύχτες πριν είδα στο όνειρό μου πως έγινε μία έκρηξη και εξαφανίστηκε το φεγγάρι. Καθόμασταν όλοι μαζί, ήταν νύχτα και το χάζευα. Ύστερα κόπηκε στα δύο οριζόντια και το κάθε του μισό είχε ολόγυρα μαύρα κομμάτια σαν κάρβουνο, σαν καπνό. Δεν είναι δα αυτό ένα απλό όνειρο... Άρχισα να τρέχω να προλάβω να με σώσω, να σας σώσω. Από τα πιο υποσχόμενα ονειρικά σενάρια, που η ζωή, ο Φοιβάκος δηλαδή, αποφάσισε να διακόψει απότομα ερχόμενος στο καινούργιο μου κρεβ(β)άτι και φωνάζοντας: «μαμά, σήκω μαμά, θέλω κακά»! Ματαίως προσπάθησα να βρεθώ μέσα στο ίδιο όνειρο ξανά.
 Τέλος, θέλω να σου πω πως, σε λίγο θα αρχίσω να μοντάρω την καινούργια μου ταινιούλα. Είσαι και εσύ μέσα εκεί, αν και πραγματικά θα ήθελα μήτε μαύρα να φοράς, μήτε μάσκες. Και προς θεού (όποιου εσύ θες) μην κάτσεις στη καρέκλα. Κι αν κάθεσαι, άσε με να σε σηκώσω, να σε σπρώξω, να σε ρίξω, να σε λερώσω, να δεις πιο καθαρά. Δεν είσαι κουρασμένος, είσαι ένα παιδί! 

Υ.Γ. Αγαπημένη μου ούμι, ταξίδεψε τον κίτρινο φίλο μου σε σπουδαία μέρη κι ιστορίες κι ύστερα βοήθησέ με να μην σταματήσω να σκαρώνω παραμύθια για όσους η καρδιά τους μπορεί να τ' αντέξει. 
Υ.Υ.Γ. Αγαπημένη μου καρδιά βοήθησέ με να μπορώ να αντέξω όλες τις όμορφες θάλασσες. 
Υ.Υ.Υ.Γ. Ευχαριστώ όλους εσάς, τους υπέροχους μόνους που με βοηθήσατε να κάνω εικόνα την φαντασία μου και λέξεις τα μυστικά μου. 

Kαλή σας χρονιά! 



20231031

Ντεϊ οφ

  Το πείραμα του τυχαίου αριθμού.

 Δυσκολεύομαι να γράψω με χάρη καθώς έχω χτυπήσει βαριά στην καρδιά... Όλο μαλακίες, φτάνει. Έχω χτυπήσει στην μετακαρποφαλαγγική άρθρωση και σχεδόν σέρνεται ο αριστερός μου δείκτης. Μία εβδομάδα μετά αρχίζει να μην έχει πλάκα καθώς δεν βελτιώνεται. Σε άλλα νέα που δεν ένοιαξαν ποτέ κανέναν, έσπασα κι έφτιαξα (όχι εγώ ο κυρ Λάζαρος) ένα χειρόφρενο. Δέχτηκα κι έπειτα απέρριψα μία νέα τηλεοπτική περιπέτεια. Αποφάσισα να γίνω σκληρή (είμαι κλόουν) και μετά μαλάκωσα πάλι. 

 Οπότε σήμερα θα αναλύσω εν τάχει το πείραμα του τυχαίου αριθμού, γιατί είμαι σατανάς και γιατί στην πραγματικότητα δε θα ήθελα να πω κάτι. Και ναι, καταλαβαίνω και θαυμάζω κι ακολουθώ το να μη λες κάτι αν δεν έχεις κάτι να πεις, αλλά επειδή μαλάκωσα και πονάω και λίγο, βάζω παγίδες. 

 Αρχικά για να κάνεις αυτό το πείραμα πρέπει να έχεις κάμποσους φίλους ή γνωστούς. Δεν το κάνεις σε κάποιον άγνωστο, γιατί υπάρχει πληθώρα άλλων πληροφοριών να κατακτήσεις πριν από αυτό κι είναι άδικο να τοποθετείς σε κουτιά αγνώστους, αφού όσο έμπειρος κι αν είσαι, συχνά γίνονται τρομερά λάθη. Σε κάποιον φιλογνωστό λοιπόν στέλνεις έναν αριθμό. Έτσι, χωρίς καλημέρες, καλησπέρες, καληνύχτες, καληνότσες, στα ξαφνικά στέλνεις π.χ. εντελώς τυχαία επιλογή αριθμού ένα: 5 

 Δεν πάει κάπου ξεκάθαρα αυτό. Μερικές σκέψεις έκανα μονάχα, άναρχες. Μία σκέψη είναι ότι από την απάντηση μπορείς να βάλεις σε κάποια κουτάκια τους ανθρώπους. Θα απαντήσουν τάχα ένα: 6; Θα μπορούσες ίσως να συμπεράνεις ότι είναι ένα άτομο με έντονη την ανάγκη να επικρατήσει; Θα μπορούσε ίσως να απαντήσει ένα: τι είναι πάλι αυτό; Εκεί θα πρέπει να αναρωτηθείς τι του βρήκες; Ένα: 4, θα μπορούσε ίσως να σημαίνει ότι ο χαρακτήρας είναι υποτακτικός. Μία απάντηση που τώρα δεν έχω σκεφτεί και δε θα μπορούσα να τη σκεφτώ, αλλά θα μου γεννούσε τη σκέψη: ουάου τι μου είπε τώρα, θα μπορούσε να ρίξει σποτλαϊτ στο υποκείμενο. Μπλεγμένη στις άτακτες σκέψεις του φανταστικού πειράματος του τυχαίου αριθμού, αναρωτιέμαι αν έμμεσα δίνω τουτόριαλ, αν είμαι μία αιμοδιψής κυνηγός ή αν όντως οι συμπεριφορές, οι απαντήσεις και οι σιωπές των ανθρώπων λειτουργούν ως κάποιας μορφής ναρκωτικό για τον οργανισμό μου και την εξερευνητική μου δίψα. 

 Σήμερα είναι χάλογουιν, που πια έχουμε και στα μέρη μας και θεωρώ αρκετά σέξι το να ρωτάει μία κολοκύθα τρικ ορ τριτ. Το ίδιο σέξι είναι κάτι τεράστιες πίκλες αγγουριού στα περίπτερα και ένα κοτόπουλο ψημένο στον φούρνο με ανοιχτά τα πόδια ανάσκελα, ανάμεσα σε άπειρες πατάτες. Δεν πεινάω. Διψάω. 

 Δέχτηκα μόλις μία ειδοποίηση από τον αγαπημένο μου ηλεκτρονικό υπολογιστή, ότι η μπαταρία μου εξαντλείται και μιας και η παροχή ρεύματος είναι μακριά, δεν σκοπεύω να την πλησιάσω γιατί βιάζομαι να προλάβω ανοιχτό το τσαγάδικο. Θα πω αυτό και θα κλείσω. Δεν καταλαβαίνω, καταλαβαίνω. Δεν σωπαίνω και σωπαίνω. Είναι ωστόσο τρομερό και με εκπλήσσει το πόσο εύκολο είναι να 

20231022

Για όλους εσάς που απόψε κοιμάστε

  Πριν κάμποσα χρόνια έκανα μία βουτιά σε μία πισίνα. Έπρεπε να κολυμπήσω μία απόσταση, γρήγορα και να τελειώσουν επιτέλους όλα, να μπορέσω να φύγω. Περίμενα αυτή τη διαδρομή πολύ καιρό, συμβολικά μα και πραγματικά. Το τέρμα της το έβαλα στόχο ζωής και σημείο αναφοράς μίας καινούργιας αρχής που άξιζα κι έπρεπε επιτέλους να γευτώ. Δύο στιγμές πριν από τη μεγάλη βουτιά, άκουσα μερικά από τα πιο άσχημα νέα της ζωής μου.

 Βούτηξα, κολυμπούσα κι έκλαιγα. Γι' αυτά που άκουσα ακόμα και το τελευταίο λεπτό, γι' αυτά που έζησα μέχρι τότε, γι' αυτά που κατάφερα, γι' όσα ήμουν έτοιμη να γνωρίσω, για όλες τις λάθος στιγμές. Έφτασα απέναντι πιο γρήγορα από ποτέ. Άγγιξα το τέρμα και με ρώτησαν το όνομά μου. Δεν απάντησα, κράτησα την αναπνοή μου και βυθίστηκα στο νερό. Δε θα ήθελα να ήμουν υπερβολική, αλλά ή μία μου ανάσα πρέπει να κράτησε έναν αιώνα και τα δάκρυα που άφησα σε εκείνο το τέρμα, λύπης και χαράς μαζί, πρέπει να έκαναν την πισίνα να ξεχειλίσει και πνίξανε τον κόσμο ολάκερο.  

 Απόψε αισθάνομαι το ίδιο. Καιρό αισθάνομαι το ίδιο. Παγιδευμένη σε αυτή τη συνθήκη. Άλλοτε βρίσκομαι στην αρχή, πριν την βουτιά κι ακούω κι άλλα άσχημα νέα. Κάποιες φορές κολυμπάω δίχως να έχω βρει τον προορισμό, το τέρμα. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου στη διαδρομή για όσα έζησα αλλά και για όσα ακόμα δεν έχω ζήσει. Άλλοτε πάλι φτάνω κάπου, με ρωτάνε πως με λένε και προτού τους απαντήσω, βυθίζομαι μέσα στο νερό κι εκεί παίρνω τις πιο ήρεμες ανάσες που πήρα ποτέ, αλλά δε βγαίνω να φωνάξω το όνομά μου, τους κοιτάζω κάτω από την επιφάνεια κι ύστερα από λίγο δε με απασχολεί καν το να τους βλέπω, δε με απασχολεί το να βγω και να μην μπορώ ν' αναπνεύσω, μάλλον ξέχασα και πως με λένε...




20231012

1937

  Τι περίεργα πράγματα είναι αυτά που μου λες; 

 Έναν μήνα πριν είχα όντως κόβιντ. Όταν το έλεγξα φαινόταν αμυδρά πως αυτό τελικά ήταν που είχε χαλάσει τη μύτη μου. Ένα μήνα μετά έχω μεγαλώσει τόσο σκληρά κι απότομα. Όχι, γι' αυτό δε φταίει ο ιός. Φταίει ο υιός. Ψέμα. Φορές κάποιες, θα ήθελα να παραδεχτώ καθαρά τι φταίει, αλλά είναι περισσότερες οι φορές εκείνες που με προστάζουν να μην τολμήσω και μιλήσω και κερδάνε. Ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε με τις κινήσεις μου, ούτε με μάτια, ούτε με εικόνες, μουσικές και λέξεις, με τίποτα. Κάποιες μέρες που οριακά ένιωσα ότι πνίγομαι, πέρασα χρόνια δέκα στο κρεβάτι τυλιγμένη μέχρι πάνω με ένα σεντόνι. Κυριολεκτικά και μεταφορικά να μην μπορώ να πάρω ανάσα. Αλλά η ζωή κυλάει. Θυμάσαι που σου είχα πει κάποτε πως η ζωή κυκλάει; Άδικο δεν είχα. 

 Κύκλησα λοιπόν κι ας άργησα αυτή τη φορά και βρέθηκα στο 1937. Αλλά ας τα πάρουμε κάπως από την αρχή γιατί μα το θεό που δεν τον πίστεψα ποτέ, δε μου αρέσουν στ' αλήθεια τα μπερδεμένα λόγια. Δεν είναι το χόμπι μου. 

 Ήταν μεσημέρι και θυμήθηκα πως στο ντουλάπι έχει μείνει λίγη λουϊζα. Είχαν προηγηθεί οι αμυγδαλές της Βάσιας, ο αποχαιρετισμός μερικών αναρχικών κυττάρων του οργανισμού μου, η έναρξη της σχολικής χρονιάς, η απόφαση να μην μπλεχτώ σε νέες περιπέτειες αυτή τη σεζόν, αλλά να ξαποστάσω για να θυμηθώ όλα όσα έχω καταφέρει να είμαι, όλα όσα έχω συλλέξει, όλα όσα έχω ξεχάσει και σκονίστηκαν κάπως. Έτσι, ένα μεσημέρι, παρέα με τον Φοίβο βρεθήκαμε κοντά σε έναν ελέφαντα. Ο ελέφαντας περνούσε αρκετά δίπλα μας και ο Φοίβος τον αγνοούσε. Είχε στρέψει την προσοχή του σε κάτι λάστιχα μέσα στο σπίτι του ελέφαντα (πολύ παιδί μου). Του είπα τότε «Feve(r), δεν γίνεται να αγνοείς τον ελέφαντα στο δωμάτιο». Ο Φοίβος με κοίταξε στα μάτια και μου απάντησε «Έχεις δίκιο μητέρα» και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Τέλος. #not.

  Ο Φοίβος στ' αρχίδια του για τον ελέφαντα, τον οποίο αποκάλεσε μάλιστα σε κάποια φάση και «σκύλο». Και τότε τα είδα όλα! Καθάρισαν όλα! Το δίχρονο που δεν καίει λάδια (κακό αστείο, για λίγους έμπειρους) σοφά με δίδαξε εκείνη τη στιγμή πως, όχι μόνο μπορείς να αγνοήσεις τον ελέφαντα στο δωμάτιο, αλλά μπορείς ακόμα και να του αλλάξεις μορφή, αρκεί να κερδίσουν την προσοχή σου μερικά λάστιχα, που γιατί σκατά ήταν μέσα στο σπίτι ενός ελέφαντα; Αποδέχθηκα με χαρά ότι δεν πρέπει να πηγαίνω κόντρα σε αυτό που είμαι και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να το φρενάρω και μαζί του να φρενάρω κι όλα αυτά που θα ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω. Δεν χρειάζεται να μοιάσω πουθενά, να χωρέσω πουθενά και δε χρειάζομαι να ικανοποιήσω κανέναν που δεν μπορεί να με ικανοποιήσει. Τα λάστιχα μπορούν να είναι μέσα σε σπίτια ελεφάντων δεν είναι λάθος και δεν είναι υποχρεωτικό να κάνουν παρεούλα μόνο με ζάντες και σαμπρέλες. 

 Πίσω στο μεσημέρι της λουϊζας λοιπόν, την ετοίμασα λίγο λάθος πάλι, καθώς δεν είχε πολύ έντονη γεύση. Έπειτα άρχισα να παίρνω λίγες ανάσες. Θυμήθηκα. Στρίμωξα κάποιες νότες παρέα, λάθος το ξέρω και με τύμπανα ψεύτικα πολύ σαν τους ρόλους σας, μας. Έπειτα φόρτωσα κι αυτά που ίσως θα έπρεπε να μην έχω πει. Μπερδεμένα τάχα, μα πολύ καθαρά. Κι έτσι σηκώθηκα από το κρεβ(β)άτι μου. Σε αυτό το σημείο θέλω να πω πως το κρεβάτι έχει σπάσει και το στρώμα έχει πολύ χαλάσει και μαζί με αυτά και η μέση μου. 

 Λίγες ανάσες αργότερα, ήρθε η εποχή του Αντώνη. Η Νώνη γνώρισε τον έρωτα. Παραθέτω μερικά από τα λόγια της για να περιγράψει τα όσα νιώθει: «τον σκέφτομαι 26 ώρες τη μέρα», «όταν δε βλέπω τον Αντώνη στα όνειρά μου είμαι στεναχωρημένη», «όλες οι λέξεις λένε: Αντώνης» (πολύ παιδί μου). Και τότε τα είδα όλα! Καθάρισαν όλα! Το τετράχρονο, σοφά με δίδαξε εκείνες τις στιγμές πως όχι μόνο μπορείς να μεγαλώσεις τις μέρες και τα όνειρά σου, αλλά μπορείς να επιλέγεις όποιες λέξεις θέλεις για να παίρνεις ανάσες κι ας είναι όλες οι λάθος. 

 Πέρασε έτσι ένας μήνας που από τις βουτιές μέσα στο σεντόνι μου, πέρασα στις βουτιές στην πισίνα, βουτιές σε λάθη, βουτιές σε διαδρομές, βουτιές σε αναμονές, βουτιές σε νέα λυτρωτικά, βουτιές σε ιδρώτα και βουτιές στ' άξαφνα, σαν κανείς να μην το περίμενε, στα μέσα του Οκτώβρη. Όλες οι βουτιές για να μηδενίσω και να μάθω να αναπνέω ξανά.

 Χθες 01:44 έστειλα μήνυμα στον άνθρωπο που με έμαθε για την «καταβαράθρωση» να μου δώσει πέντε συμβουλές σαν ήμουν παιδί του για να γίνω πιο έξυπνο, πιο υποψιασμένο. Δίχως να το ξέρει πως το είχα ήδη αποφασίσει έτσι να ζω, η πεντάδα του ήταν η εξής: 

1. να μην νοιάζομαι για την γνώμη των άλλων

2. να μην φοβάμαι να αμφισβητώ ό,τι κι αν ακούω

3. να σκέφτομαι για τον εαυτό μου

4. να μη ρισκάρω τα πάντα

5. αλλά να αγωνίζομαι γι' αυτά που πραγματικά θέλω

ζήτησε συγγνώμη γιατί ήταν μία πρόχειρη λίστα, αλλά συχνά αυτά είναι και τα πιο ειλικρινή, όπως είπε. 01:54 ένιωθα καλύτερα.   

 Έπειτα τον ρώτησα για κάτι συγκεκριμένο, μπερδεμένα, αλλά κατάλαβε και μου είπε πολύ σοφά «συμφιλιώσου, μη συμβιβάζεσαι, πετάρισε». Λοιπόν, πόσο σπουδαίο είναι κατά τ' άλλα, ακόμα και τα μπερδεμένα σου, να υπάρχουν άνθρωποι που τα καταλαβαίνουν, τα νιώθουν! 

 Σε άλλα νέα, έχω βάλει στον φούρνο τη μικρού μήκους με την καρέκλα, έχω αφήσει στο ψυγείο το άλμπουμ «λα» και στη μαρινάδα το καίριο ερώτημα «αν ήμουν σεισμός, που θα ήταν το επίκεντρό μου;». Οι εικόνες που μου γαργάλησαν τη φαντασία τον προηγούμενο καιρό ήταν ένα αγαλματίδιο του Άτλαντα. Στον εγκέφαλό μου ο Άτλας δεν κρατούσε πια τη γη, αλλά τα στεφάνια από τους πέντε αποτυχημένους γάμους του. Έπειτα φαντάστηκα πως κάποιος πολύ φυσιολογικός κατά τ' άλλα, καθόλου περίεργος, αλλά αθόρυβος κι άχρωμος, θα μπορούσε όταν γυρίζει σπίτι του, να ντύνεται σκόρος και να προσποιείται τον σκόρο όλη τη νύχτα. 

-Βουνό που γουστάρει να κράταει το σκορ; Σκόρος. Δεν άντεξα, συγγνώμη- 

 Και τώρα κλείνω. Εύχομαι να ερωτευτώ ξανά και να μην επιστρέψω πίσω αργά τον Νοέμβρη. Ας προσευχηθώ γι' αυτό σε θεούς που δεν υπάρχουν. Αφού επιμένεις πριν φύγω, ας σου αφήσω μία πρόχειρη πεντάδα δώρο, αν ήσουν παιδί μου και ήθελα να γίνεις πιο έξυπνο για τα γούστα μου: 

1. τις περιπέτειες και τα παραμύθια τα κυνηγάς κι αν δεν τα απαντάς, τα δημιουργείς

2. σε ζώδια, μοίρες και θεούς να μην πιστέψεις 

3. αν δεν αναπνέεις πεθαίνεις

4. να μάθεις να οδηγείς όσα περισσότερα πράγματα μπορείς εκτός από τα πόδια σου και τις σκέψεις σου

5. να (με) κάνεις πολλές αγκαλιές, (μου) λείπουν και φρόντισε να είναι από τις καλές, τις σφικτές, τις ζωντανές, τις αληθινές 


 Υ.Γ. Κάποτε υπόσχομαι να στα ξεμπερδέψω όλα 











20230913

Η προηγούμενη μέρα της επόμενης

 Μία μέρα λοιπόν πριν την αλλαγή της χρονιάς. Δε μυρίζω και δε γεύομαι καλά, η μύτη μου απεργεί και υπολειτουργεί. Είναι ίσως από τις πιο άβολες χρονιές που πρόκειται να αρχίσει, διότι είναι ιδιαιτέρως βολική. Μαζί με τη σούπερ βουλωμένη μύτη και τη γλώσσα μου, υπολειτουργεί και η διάθεσή μου να μπλεχτώ σε νέους κόσμους, σε νέα σενάρια. Η μόνη ίσως χρονιά που δεν έχω στα πλάνα να ξεκινήσω κάτι. Τώρα δεν μπορώ ακόμα να αναγνωρίσω αν είναι μία εξαιρετική προσπάθεια για αυτοσαμποτάζ ή αν πραγματικά χρειάζομαι αυτό το φρενάρισμα για να ανασυγκροτήσω δίχως απόσπαση τις ήδη κεκτημένες πληροφορίες και να δω ρε παιδάκι μου τέλος πάντων που πάω. 
 Εκτός των άλλων, έχασα ακόμα κάποια κομμάτια από μέσα μου, τα άφησα να ταξιδέψουν και να μου πουν κι αυτά προς τα που κοιτάμε. Ματώνω κάθε μέρα, αλλά θα περάσει κι αυτό το άβολο και νιώθω πως αν τα μαντάτα είναι καλά, αυτός ο Νοέμβρης θα είναι από τους πιο απολαυστικούς. Μάλλον αυτή τη στιγμή τρώω μία πολύ νόστιμη ομελέτα, αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρη γι' αυτό, λόγω της υπολειτουργίας. Ναι... 
 Η Νωνάρα ξεκίνησε σχολειό. Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι βγαίνοντας σήμερα από τον χώρο, το πρωί, είδα την κολλήτη μου του νηπιαγωγείου, η οποία είμαι σχεδόν σίγουρη ότι έχει παιδί. Το παιδί της, παίζει να είναι στην ίδια τάξη με την Νωνάρα. Κι ενώ για τίποτα από τα παραπάνω δεν είμαι σίγουρη, μα ούτε της μίλησα για να τα επιβεβαιώσω (αντικοινωνική λειτουργία ΟΝ), καθώς απομακρυνόμουν με το μηχανάκι, δάκρυσα. Δάκρυσα γιατί σκέφτηκα κάτι γονείς που έλεγαν στα παιδιά τους, που κάναν παρέα και ήταν στην ίδια τάξη «εγώ με τον μπαμπά σου/μαμά σου ήμασταν συμμαθητές σαν κι εσάς», τώρα πέρασα εγώ σε αυτή την πλευρά του έργου. Που λες στο παιδί άχρηστες πληροφορίες, που θεωρείς ουάου και το παιδί βασικά χέστηκε. Ύστερα θυμήθηκα που μιλούσαμε με τις ώρες στο τηλέφωνο με την Δέσποινα και ουσιαστικά δε λέγαμε κάτι, της έβαζα να ακούει έναν ήχο από ένα παιγνιδάκι μου (ένα ροζ σεσουάρ μαλλιών, που όταν πατούσες το κουμπί, έκανε τον αληθινό ήχο). Ρε κάτι πράγματα...
 Βασική μου έννοια σε σχέση με τη φάση σχολείο και Νώνη αυτή τη στιγμή, είναι η αποφυγή του να βρεθώ μπλεγμένη σε κάποια ομαδική με μανούλες στο βάιμπερ. Απ'ότι ακούω είναι τρεντ, είναι μαστ. Συντάσσονται και επεμβαίνουν.  
 Λοιπόν, τρομερό! Τόση ώρα δεν τρώω ομελέτα, μα τορτίγια! Ρε λες να υπολειτουργούν και τα μάθια μου; Αύριο δεν ξέρω τι να κάνω. Εκτός από την κατάσταση στο σύμπαν μέσα μου, παρόμοια είναι η κατάσταση, (θα πω και χειρότερη) στα γειτονικά σύμπαντα. Νιώθω ότι θέλω να κάτσω κάπου ήσυχα, μόνη μάλλον και να λύνω όλη μέρα σταυρόλεξα. Τα σταυρόλεξα που μέχρι πρότινος δεν τα συμπαθούσα καθόλου καθόλου. Όσες φορές είχα κάνει προσπάθεια και πιστέψτε με, ήταν πολλές φορές, (στο σπίτι που μεγάλωσα υπήρχαν παντού), εκνευριζόμουν. Όσο σε ρωτάνε κάτι συγκεκριμένο, οκ, αλλά μετά ξεκινάνε τα κουλά: μισό ζάρι, έτσι αρχίζει η υπομονή... άντε και γαμήσου σταυρόλεξο. Όχι μη σκεφτείς ότι δεν μπορούσαν να βρω το ΖΑ ή το ΡΙ και σίγουρα το ΥΠΟ, αλλά είναι δυνατόν από τη μία να σε ρωτάει το μικρό όνομα του Πολάνσκι, ιστορία, γεωγραφία και από την άλλη να σε θεωρεί τόσο χαζό; Τόσο λίγη προσπάθεια κατέβαλε ο δημιουργός του, απλά για να κολλήσει κάπως η μεγάλη του εικόνα; Να κλείσει το κάδρο για την κοινωνία; Αχ θα μου πεις έτσι είναι η ζωή. Ψεύτική. Ψεύτικη και πολυεπίπεδη και εκεί φαίνεται η μαγκιά, στο να μπορείς να ανεβοκατεβαίνεις με την ίδια χάρη από τα υπόγεια στις ταράτσες χάρτινων κόσμων. Έτσι κι ενώ για πολλά χρόνια δεν τους έριχνα ούτε μία ματιά, κουβαλούσα πάντα μαζί μου ένα σε διακοπές. Πάει πακέτο με ένα μικυμάου, σα συνταγή γιατρού. Τα κουβαλούσα βέβαια κι ασχολούμουν μόνο με τους γρίφους λογικής... Και τι κατάλαβα; 
 Εφέτο το λοιπόν, ξέχασα να πάρω μαζί μου στο ποτάμι γρίφους και μικυμάου. Πήρα μισή βιβλιοθήκη που σχεδόν δεν άγγιξα, άλλο κακό κι αυτό. Ένιωσα λοιπόν κάποια στιγμή μία έλλειψη, ένα κενό. Ευθύς αμέσως έτρεξα στο περίπτερο γειτονικού χωριού και τι βλέπω; Δεν του είχε μείνει ούτε ένα κομικ. Ρωτάω τον κυριούλη, τα είχαν πάρει όλα όλα, πράγματι. Τι να κάνω; Το πήρα απόφαση, μπορούσα να αγοράσω μονάχα το σταυρόλεξο. Κι εκεί έγινε η ζημιά. Έκανα το λάθος να ρίξω μία ματιά και συνειδητοποιημένη πλέον γυναικάρα, άρχισα να απαντάω σε όλα, ακομπλεξάριστα (σχεδόν). Και στα δύσκολα και στα εύκολα και δώσ' του οι λύσεις, δωσ' του η ικανοποίηση που τα γραμματάκια δένουν όλα μεταξύ τους. Σα να έμπαινε σε τάξη η ζωή μου. Σα το φλατ λάιν που ζω αυτή τη στιγμή. «Μην είσαι ξινιόλα» σκεφτόμουν, «λύσε κι άλλο» «αγνόησε όλα σου τα προβλήματα, εδώ είναι ο κόσμος σου, σε αυτή τη σελίδα, αν τακτοποιήσεις εδώ τα κουτάκια, όλα θα πάνε καλά, κρύψου». Παρόλα αυτά, για να κρατήσω έναν κάποιο χαρακτήρα, να σώσω οτιδήποτε αν σώζεται, εννοείται τα αφήνω στη μέση και τα ενοχλώ όλα. 
 Για να κλείσω με τα σταυρόλεξα, προτού πω ότι γυρνώντας στην Αθήνα πήγα και πήρα άπειρα και πλέον κοιμάμαι με το μολύβι στα χέρια, θέλω να παραδεχτώ ότι ντρέπομαι και λίγο. Η εικόνα μου να λύνω ένα σταυρόλεξο, δε μου αρμόζει. Με έχεις δει με ένα βιβλίο; Ερωτεύσιμη! Με βλέπω σε κάτι καλοκαιρινές φωτογραφίες που με βγάζαν ανύποπτα και είμαι με το σταυρόλεξάκι μου, σα μπάρμπας που του το επέβαλε ο παθολόγος για να κοροιδέψει τάχα το αλτσχάιμερ. Βροντοφωνάζει αυτή η εικόνα πως ξέρω ποιο ζώδιο ταιριάζει με ποιο, πιστεύω στο μάτι και γνωρίζω ποια είναι η εικονιζόμενη παρουσιάστρια πρωινής καθημερινής εκπομπής, τράτζικ. Κι ας τα αφήνω κενά αυτά να κρατήσω και λίγο επίπεδο. 
 Αύριο λοιπόν θα γίνω 32 και κάθε φορά που τελειώνω μία πρόταση σε «δύο», ακούω τον εγκέφαλό μου να λέει «τ' αρχίδια μας κουνιούνται και τα δύο». Μην έχοντας καθόλου καθαρό μυαλό, ή ίσως έχοντας πιο καθαρό μυαλό από ποτέ (δεν έχω αποφασίσει ακόμα), αύριο θα ξημερώσει Τετάρτη και θα βρίσκομαι μακριά απ' τη Βαγδάτη. Θα νιώθω πως κατούρησα την ήττα, ενώ στ' αλήθεια είμαι πίτα. Ίσως όμως, σαν βγει ο ήλιος το πρωί, να νιώσω πως είναι μεγάλη γιορτή. Κι έτσι περνάνε οι μέρες κι ο καιρός, λες να ήθελα να γίνω γιατρός; Φεύγω, πάω να πάρω τη μικρή κι από μποέμ, να γίνω μάνα, να γίνω η επιχειρηματίας, η φίλη και κάπου το βράδυ η αθλήτρια. 32. 

20230830

8

 Αύγουστος! Τον πρόλαβα. Τι; Θες να περιγράψω αυτόν τον Αύγουστο με μερικές λέξεις; Δεν μπορώ μονάχα μερικές λέξεις... Όχι ότι είναι τόσο απερίγραπτος, Απείχε πολύ από αυτό. Να τον περιγράψω με μουσική; Μα δεν μου ταιριάζουν οι μελωδίες με τους στίχους. Ίσως αν τα πετούσα όλα σε ένα μίξερ, κάτι να μπορούσα να κάνω. Θα έβαζα και καμία πενηνταριά ντολμαδάκια και τότε θα είχα την ιδανική περιγραφή. 

 Ανησύχησα να προλάβω τον Αύγουστο μία βραδιά από τις περασμένες. Δεν ήταν στ' αλήθεια αυτή η αιτία, αλλά πίσω από εκεί κρύφτηκα. Γενικά δεν κρύβομαι. Είμαι ο μέιν κάρακτερ, δεν είναι δυνατόν να κρυφτώ. Ίσως καταφέρνω που και που να κρύβω τις αιτίες. 

 Τι χάθηκε φέτος το καλοκαίρι; Μερικές ρώγες σταφύλι σε ένα ποτάμι. Χάθηκε η όρεξη μου να μπλεχτώ σε νέες περιπέτειες. Πρώτη χρονιά που σκέφτομαι να μην ξεκινήσω τίποτα. Καμία νέα λαλιά, κανένα νέο τραγούδι, καμία νέα εικόνα. Θα ήθελα να εντοπίσω, που κρύβεται, αυτό που φταίει. 

 Τα ντολμαδάκια του θείου Κώστα, θα φτάσω και σε αυτό μη μου ανησυχείς, ήταν μακράν τα καλύτερα. Από κονσέρβες, τίποτα δεν μπόρεσε να τα χτυπήσει. Βασικά τίποτα δεν μπόρεσε να τ' αγγίξει καν. 

 Πρέπει να κάνω μία διακοπή, ήρθε η φίλη μου. 

20230714

Μία διάφανη ομπρέλα για τον ήλιο

 Είναι κάποιοι άνθρωποι που κρατάνε ομπρέλα για τον ήλιο και η ομπρέλα αυτή είναι διαφανής. Άκου να δεις κάτι άνθρωποι που υπάρχουν... Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που φτιάχνουν κοινή λίστα στο σποτιφαϊ και μιλάνε μέσα από τα τραγούδια που τοποθετούν στη λίστα αυτή. Ωραίο αυτό θα ήθελα να το δοκιμάσω. Είναι κάποια πλοία που είναι μέσα στα νερά, αλλά δεν βουλιάζουν γιατί δεν αφήνουν τα νερά να μπουν μέσα τους. Είναι κάποια νερά... Είναι κάποια αγάλματα που είναι ερωτευμένα, αλλά είναι παγωμένα. Αρκετά κοντά το ένα στο άλλο, μα αγάλματα. Είναι κάποιοι χώροι, liminal spaces τους λένε, που αν και δεν μπορώ να μεταφράσω τον όρο, πάει παρέα με λέξεις όπως απόκοσμο, σουρεαλιστικό, άδειο, ερημικό, εγκαταλελειμμένο, μετάβαση, έλξη, νοσταλγία. 
 Δεν υπάρχει υπουργείο αλήθειας. Δεν πληρώνουμε φόρο αλήθειας. Δηλαδή και να υπήρχε υπουργείο, θα ήσουν στ' αλήθεια αληθινός; Θες να μου πεις πως ακόμα κι έτσι, δε θα γυρνούσες στο άλλο πλευρό το βράδυ, το ανάποδο πλευρό, προσπαθώντας να κρυφτείς από εσένα; Ναι αυτό με το υπουργείο είναι κάπως μπερδεμένο. Χρειάζομαι χρόνο να καταλάβω τι εννοώ. Δεν υπάρχει ακόμα επίσης και το τσαγάδικό μου και όταν γεννηθεί, δε θα το πω «Τσαικόφσκι». Κι αν το έλεγα «Τσαικόφσκι» δε θα άνοιγα δίπλα του ένα βιβλιοπωλείο που θα το έλεγαν «Μπουκόφσκι». Σίγουρα, τα βράδια δε θα έκαναν παρέα και δε θα ήταν ερωτευμένα σαν τα παγωμένα μου αγάλματα. Θα ήταν δύο καλοί φίλοι. Ο Τσαικόφσκι και ο Μπουκόφσκι.
 Πριν φύγει αυτό το καλοκαίρι θα ήθελα να πετάξω ένα τσέλο κι ένα πιάνο μέσα σε ένα κίτρινο χωράφι, σε καλαμίες, σε γρασίδι, σε λουλούδια, σε κύμα; Ζουμ ιν και άουτ, ιν και άουτ στους ξυπόλυτους μουσικούς. Ζουμ στο πάθος που τα δάχτυλά τους ακουμπούν χορδές και πλήκτρα. 
 Στο νησί φέτος βρήκα ένα παγωτό που σκάει στο στόμα. Μπορείς να το πιείς με σόδα. Ice cream soda, I scream το ΄δα. Ενόσω ήμουν στο ζαχαροπλαστείο που το πουλάει και χάζευα τα ράφια, έβλεπα τις πάβλοβες και τις φλωρεντίνες και αφενός σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να είχα δύο φίλες την Πάβλοβα και την Φλωρεντίνα και να ανταλλάζουμε κυρίως γλυκές σκέψεις, αφετέρου, πως η Φλωρεντίνα και Πάβλοβα ταιριάζουν άπειρα στο σύμπαν του Κωστή Γιαντάμη. Χρειάζομαι χρόνο.
 Στις νησιώτικες σκέψεις ανήκουν και οι παρακάτω: 
1. Μολονότι ο Σκρούτζ έχει πολλά λεφτά κι αν τα άφηνε κληρονομιά στους Ντόναλντ, Χιούη, Λιούη, Ντίουη θα άλλαζε προς το καλύτερο τις ζωές τους, ποτέ δε θα ήθελα να πεθάνει. 
2. Ντέλλα Ντακ, η αδελφή του Ντόναλντ και μάνα των παιδιών. Αν το ήξερες αυτό θα ήθελα να το ξέρω. Αν είχες αναρωτηθεί για το που σκατά είναι οι γονείς αυτών των παιδιών, θα ήθελα να το ξέρω κι αυτό, μας βασανίζουν οι ίδιοι ουρανοί. 
 Στις στεριανές σκέψεις ανήκουν οι παρακάτω: 
1. Έχεις δει ποτέ Χριστό αράχνης; Πολύ κακό, το ξέρω. Και που το ξέρω, δε με νοιάζει, εμένα μου άρεσε. 
2. Το παιδί μου, το κορίτσι που πολύ μου μοιάζει, μου είπε ότι μπορούν να υπάρχουν σκυλοκυκλωποφαλαινάκια σε ένα κιλό χώρο. Με εμπνέει αυτό το κορίτσι. Αλλοίμονό σας αν στις ζωές σας δεν έχετε κοντά ανθρώπους να σας εμπνέουν 
3. Γνώρισα ένα εφημερόπτερο. Για δες, κάποια πράγματα ζουν εφήμερα, κάποια δε λένε να χαθούν.
4. Η κάππαρη είναι αρκετά μυστήρια και μπορεί να σας σοκάρει περισσότερο από την ύπαρξη των εφημερόπτερων, αν την ανοίξετε και δείτε το εσωτερικό της. Το εξωτερικό της το ξέρετε, γνωρίζετε για ποια κάππαρη μιλάω, είτε σας αρέσει, είτε όχι. Πόσοι όμως δαγκώσατε κι ανοίξατε μία κάππαρη στη μέση ή έστω με τα τα δάχτυλα σας, χωρίς δάγκωμα; Να δείτε, πως είναι στ' αλήθεια, αυτό που όρκο θα παίρνατε πως ξέρατε... Ταυτίζομαι κάπως με την κάππαρη, καθώς είναι ιδιαίτερη, δεν αρέσει σε όλους, μα σε όσους αρέσει ξέρουν να ζουν. Αν ξεφύγεις από την επιφάνεια της, από τα όσα νομίζεις πως ξέρεις και τη σπάσεις στη μέση, θα δεις πως χορεύει σε ένα φάσμα τρόμου και ποίησης. Αδιάφορη σε κάθε περίπτωση δεν είναι.
5. Η ζωή είναι σαν ένα μπαλόνι που διαρκώς κάποιος το φουσκώνει. Τώρα το πότε και το πως θα σκάσει... Φρόντιζε να φουσκώνεις το μπαλόνι σου με χρυσόσκονη και χρώμα. Ας είναι διάφανο το μπαλόνι σου. Η ομπρέλα σου για τον ήλιο μονάχα, να μην είναι διάφανη, μωρέ...
6. Μερικές φορές νιώθω πως θα μπορούσα να ψάξω όλο τον βυθό να βρω τα χαμένα σου κοχύλια. Αρκεί να σε αγαπήσω. 
7. Φεύγω. 



 

20230508

Το πρωινό σκουλήκι

  Σίγουρα θα έχετε ακούσει τη λαϊκή σοφία «το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι». Χαιρόμαστε λοιπόν και το χρησιμοποιούμε για να παινέψουμε την ταλαιπώρια ή τα γούστα μας. Νιώθουμε μία ταύτιση με το πουλί και την επιτυχία του. Αν όμως σκάψουμε λίγο τη σκέψη μας, τότε θα πρέπει να σας ανακοινώσω κυρίες και κύριοι ότι είστε σιχαμερά πλάσματα. Σκεφτήκατε πότε όλα αυτά τα πρωινά σκουλήκια που πιάστηκαν από το πουλί; Λογικό θα μου πείτε να είστε με το μέρος του δυνατού, πως αλλιώς θα επιβιώσετε;

 Το σημερινό κείμενο είθε να αποτελέσει φόρο τιμής σε όλα εκείνα τα πρωινά σκουλήκια που χάθηκαν, από κάτι πρωινά πουλιά. Φόρο τιμής ακόμα σε όλα εκείνα τα μεσημεριανά, απογευματινά ή και βραδινά πουλιά, που μπορεί να μην έπιασαν το πρωινό σκουλήκι, αλλά έχει και μεσημεριανά κι απογευματινά και βραδινά σκουλήκια. Γεμάτος σκουλήκια ο τόπος, γεμάτη σκουλήκια η ζωή. 

 Η ειρωνεία δε, η υπέρτατη ειρωνεία, είναι πως όσα σκουλήκια κι αν φάει το πουλί, στο τέλος το πουλί θα φαγωθεί από το σκουλήκι. 

 Έτσι όμορφα ξεκινάει η σημερινή ημέρα, που επιτέλους άδειασα χρόνο για να γράψω λίγη από την ιστορία μου. Αυτή τη φορά μολονότι πέρασε πολύς καιρός, φρόντισα να κρατήσω σημειώσεις με όλα αυτά που ένιωσα ότι θέλω να μοιραστώ. Κάθε φορά που ένιωθα πως ήρθε η ώρα, πατούσα κάτι σαν παύση κι αντί να το αφήσω να ξεχυθεί από μέσα μου, αποφάσισα να το πετάξω σε ένα ντουλαπάκι να το ανοίξω αργότερα. 

 Η φάση είναι ότι έχω κάποιες οριακά ακατάληπτες σημειώσεις, από αυτές που είσαι τόσο σίγουρος όταν τις κρατάς ότι θα σε βοηθήσουν να θυμηθείς αυτό που θες, αλλά μετά από καιρό δε σε καταλαβαίνει ούτε ο ίδιος σου ο εαυτός... Πέρα από τις σημειώσεις, αυτή τη φορά έχω και μερικές διασκεδαστικές ηχογραφήσεις. Τα θέματα λοιπόν που με θυμήθηκαν, είναι τα εξής: 

 Αν κάποιος πλένει τα χέρια του συχνά (όχι το νορμάλ το συχνά, το «είμαι πολύ καθαρός δείτε με» συχνά ή το ψυχαναγκαστικό συχνά), είναι στην πραγματικότητα περισσότερο θωρακισμένος απέναντι στην απειλή των μικροβίων ή το γεγονός ότι δεν εκτίθεται τον κάνει έναν εύκολο στόχο, αφού καμία άμυνα δεν έχει χτίσει;

 Έπειτα ήθελα να καταθέσω τον πιο σατανικό τρόπο που μπορείς να επικοινωνείς κρυφά με κάποιον άλλον. Κοινό μυστικό είναι πως όσους κωδικούς και να βάλεις, όσο και να θες να κρύψεις τη ζωή, δυσάρεστα νέα, τίποτα δεν κρύβεται, προσποιούμαστε πως δεν καταλαβαίνουμε (όλες οι πλευρές). Το γιατί ας βαρύνει τον εαυτό σας. Ωστόσο, υπάρχει ένας τρόπος οριακά άψογος, για να κρυφτείς τουλάχιστον από τους άλλους. Τον όποιο όταν τον έμαθα ενθουσιάστηκα τόσο, γιατί είναι ευφυής και ρομαντικός, κομμένος και ραμμένος στο σήμερα. Το ντουλαπάκι που έχωσα μέσα την πληροφορία, μου είπε όμως πολύ σοφά «στάσου ώπα, αυτό πρέπει να το πουλήσεις δεν μπορείς απλά να το χαρίσεις» και ίσως επίσης να μου είπε «στάσου ώπα, ποτέ δεν ξέρεις αν μπορεί κάποτε να το χρειαστείς, μην το θυσιάσεις». Οπότε, τώρα που σας έβαλα το διαόλι, θα σας αφήσω να βράσετε παρέα. Εναλλακτικά ρωτήστε με να σας ενημερώσω για την τιμή.

 Εν συνεχεία ένιωσα κάπως πληγωμένη από τη ραπ φάση. Όσο ωραίο κι αν είναι ένα κομμάτι, θα έρθει κάποια στιγμή που θα ειπωθεί κάτι που δε θα μου ταιριάζει και θα χαλάσει την απόλαυση μου. Φαντάσου σκηνικό. Έχω στ' αυτιά μου τέρμα πορωτική κομματάρα και τρέχω. Δίνει πόνο ο στίχος, σου θυμίζει ποιος είσαι, από που ήρθες, που πας, που πατάς και τσουπ του αδειάζει το πακέτο από τα τσιγάρα στην ιστορία του. Ξενερώνω. Ούσα μη καπνίστρια υπάρχει ένα κενό στο παραμύθι που με απομακρύνει από τη μέγιστη ηδονή της απόλυτης ταύτισης. Ομοίως με το αλκόολ, τα ναρκωτικά κλπ. Ναι ναι ξέρω, σουπερ φλώρος δεν κάνω τίποτα από αυτά που πουλάνε. Δεν χωράω στους από δω γιατί είμαι πολύ αλήτισσα, δεν χωράω ούτε στους από ΄κει γιατί είμαι πολύ φλωρούμπα. Δούλευα στα μπαρς και τα ξενυχτάδικα, γέμιζα ποτήρια και κάτω από την μπάρα, έκρυβα το γάλα μου. Δε με νοιάζει καθόλου παρ΄ όλα αυτά που δε χωράω πουθενά, αλλά μεταξύ μας τον έχω έναν καημό. Έναν καημό να βγει ένα σκληρό στιχάκι που να είμαι ο λύκος της στέπας μεν, αλλά να πετάω τσαγιέρες με πράσινο τσάι γιασεμί κι όχι τζίνα και στουπί. Βασικά να μην πετάω τίποτα, είμαι πολύ ευγενική. Ένα κομματάκι ρε αδέρφια που το χόρτο να μην είναι ο βασιλιάς, αλλά οι άνθρωποι να φτιάχνονται τα ξημερώματα καθώς θα ανατέλλει ο ήλιος, με ένα λαχταριστό τσίζμπεργκερ ή λίγο Σοπενχάουερ. Που θα ξεδιψάνε με νερό κι όχι ξίδια, που δε θα τους φταίνε όλοι κι όλα. 

 Έπειτα, γράφω «ΔΕΗ του παραδείσου. Κλείσανε τα φώτα». Ωραία τα λέω, αλλά τι να ήθελα τάχα να πω; Δεν μπορώ καθόλου να ανακαλέσω τη στιγμή που έγραψα αυτή τη σημείωση. Κενό. Μπορώ σίγουρα να υποσχεθώ πως όταν θυμηθώ, θα γυρίσω και να παρακαλέσω αν κάποιος ήταν δίπλα μου και θυμάται, να με βοηθήσει. 

 Τέλος, οι ηχογραφήσεις. Τρεις. Στη μία είμαι σε μία συναυλία και θυμήθηκα το 141 και το 131. Είχα δύσκολη παιδική ηλικία και μεγάλη θαλπωρή έβρισκα στο τηλέφωνο. Μην έχοντας (θλιβερός ήχος από βιολί) ποιον να καλέσω, έπαιρνα το 141. Για τους νεότερους όταν καλούσες αυτόν τον αριθμό, υπήρχε στον αυτόματο μία κυρία που έλεγε την ώρα με τον εξής τρόπο: Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι έντεκα και είκοσι και σαράντα δευτερόλεπτα (μικρή ανάσα) ΜΠΙΙΙΙΙΙΠ. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι έντεκα και είκοσι και πενήντα δευτερόλεπτα (μικρή ανάσα) ΜΠΙΠ. Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι έντεκα και είκοσι ένα ΑΚΡΙΒΩΣ (μικρή παύση) ΜΠΙΠ. Με αυτό το «ακριβώς» έμαθα πως να είμαι μία δυναμική γυναικάρα ακριβώς. Η κυρία 141 ήταν πάντα εκεί. Καλούσα και άλλοτε την άκουγα, άλλοτε τα λέγαμε μαζί, σα χορωδία. Ωραίο να υπάρχει και λίγη σταθερότητα σε αυτή τη ζωή, να υπάρχει πάντα κάποιος να καλέσεις κι αυτός πάντα ν' απαντά.

 Με το 131 έχω άλλη ιστορία. Σε αυτόν τον αριθμό έμαθα να μην ξεχνώ να είμαι παιδί. Άτακτο και τολμηρό, απερίσκεπτο μα γεμάτο φοβερές ιστορίες στη βαλίτσα μου. Μαλακισμένο. Καλούσα κυρίως το 131 για να τους το κλείνω όταν μου απαντούσαν. Στα πολλά κέφια και πάντα από τηλεφωνικούς θαλάμους που δεν μπορούσαν να συσχετίσουν γρήγορα μαζί μου, καλούσα το 131 και με την παιδική φωνούλα μου, τους έλεγα πως τους έχω βάλει βόμβα. Συγγνώμη 131... Τις περισσότερες φορές δεν κατόρθωνα να ολοκληρώσω την πρόταση και όλες τις φορές γέλαγα καθώς το έλεγα. Οπότε ελπίζω πως δεν προκάλεσα μεγάλη αναστάτωση. 

 Στη δεύτερη ηχογράφηση, ακούγονται τα παιδιά. Εγώ λέω «η Περιμπανού, η Νεφέλη και η Περσεφόνη, αυτές που με μεγάλωσαν». Η αναφορά; Συνάντησα κάπου στην πρώτη δημοτικού μία δασκάλα, στη φύλαξη (παλαιότερος όρος για το ολοήμερο) η οποία μας έφερνε διάφορα τραγουδάκια να λέμε παρέα. Παραθέτω κάποιους στίχους από αυτά που τότε νόμιζα παιδικά τραγουδάκια: 

«Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
Κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
Τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
Και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
Κοιμήσου Περσεφόνη
Στην αγκαλιά της γης
Στου κόσμου το μπαλκόνι
Ποτέ μην ξαναβγείς.
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
Ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
Τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
Και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο»

«Περιμπανού τη λέγαν τα παιδιά Περιμπανού
Κι ήτανε δεκαπέντε χρονών
Έγραφε τ' όνομά της στον καθρέφτη τ' ουρανού
Μ' ενός πνιγμένου γλάρου φτερό
Μα της ζωής το κύμα το παράφορο
Σάρωσε βάρκες και κουπιά
Και στο μεγάλο κόσμο τον αδιάφορο
Ποιος τη θυμάται τώρα πια»

«Υάκινθοι και κρίνα
Της κλέψαν τ'άρωμα και το φοράνε
Κι οι έρωτες πετώντας σαϊτιές
Την περιγελούν
Μα ο καλός ο Διας
Της παίρνει το νερό της εφηβείας
Την κάνει σύννεφο και την σκορπά
Για να μην τη βρουν
Δυό μικροί αγγέλοι
Που στα ονειρά τους θέλαν την Νεφέλη
Να την ταΐζουνε ρόδι και μέλι
Να μη θυμάται να ξεχνάει τι θέλει
Την πλανέψανε
Το χρυσό κουρέλι
Που στα μαλλιά της φόραγε η Νεφέλη
Να ξεχωρίζει απ' όλους μες στ' αμπέλι
Ήρθανε δυο μικροί μικροί αγγέλοι
Και το κλέψανε»

 Μέσα στα χρόνια προβληματίστηκα πολύ με αυτή την τύπισσα. Ίσως την έλεγαν Έφη ή Εύη. Αναρωτήθηκα πως κατάφερε να διεισδύσει στο σύστημα και να το κατουρήσει (επαναλαμβάνω, πρώτη δημοτικού). Θύμωσα γιατί σκέφτηκα πως φταίει κι αυτή κάμποσο για αυτό που είμαι σήμερα. Τέλος γαλήνεψα κι ευχαρίστησα την καλή μου τύχη που την έστειλε στον δρόμο μου και δεν έμεινα στο μήλο μου το κόκκινο και το λαμπρό μου το φεγγαράκι κι έγινα έτσι αυτό που είμαι σήμερα. Αυτή που βάζει στα παιδιά της την Περιμπανού, την Περσεφόνη και την Νεφέλη και τους καλλιεργεί το πως θα τις «φορέσουν» και πως θα τις σώσουν. 

 Τρίτη και τελευταία ηχογράφηση κάτι κρακ κρακ. Κάθε Πάσχα βγάζει η «μολών λαβέ» σοκολατερία κάτι μίνι πασχαλινά αυγουλάκια που κάνουν μικρές εκρήξεις στο στόμα σου. Ναι, αυτό είναι κάτι που μου χαρίζει χαρά και άνετα θα μπορούσε να μπει σε κάποιο σκληροπυρηνικό ραπ κομμάτι. Αν θέλεις να μάθεις τι είναι ζωή βάλε στο στόμα τη γλύκα κι όταν πιστέψεις πως βρήκες κλειδί ετοιμάσου να σκάσει η πίκρα. Κάθε Πάσχα το ΄χω τάμα να αγοράζω κάμποσα, να αράζω για ένα διάλειμμα και να κατουράω το σύστημα με τις εκρήξεις μου. Πολύ σκληρή. Τα καλά νέα είναι ότι το εκρηκτικό αυγό είχε μεγάλο σουξέ και με ενημέρωσαν πως κυκλοφορεί πλέον και Χριστούγεννα και χάλογουϊν σε άλλες μορφές. Ω ΡΕ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ. Τα κακά νέα είναι ότι κάποιος μου πάσαρε την ιδέα να το ηχογραφήσω, να το ακούω σα νιώθω πως μου λείπει. Το έκανα και τώρα έχω εθιστεί. Το ακούω περισσότερες φορές από αυτές που θα ήταν οκ να ακούει κάποιος τον εαυτό του, που λιώνει στο στόμα του ένα σοκολατένιο εκρηκτικό αυγό. 

 Καυτή, εκρηκτική, γεμάτη αποκαλύψεις λοιπόν λίγο πριν το καλοκαίρι. Πουλί και σκουλήκι μαζί, σκουλήκι και πουλί, πάντα λύκος με αλλεργία στις αγέλες κι ενίοτε λιοντάρι σε μία ολοένα και σκληρότερη ζούγκλα. Η ώρα πέρασε και αφού ξαλάφρωσα, προβληματίζομαι τώρα για το αν θα ήταν φρόνιμο να σκάω σε μικρότερες δόσεις και να μην αφήνω τόσο πράμα να μαζεύεται, γιατί είναι και κάπως δυσβάστακτο το σαρωτικό. Μωρέ, μήπως να το γυρίσω σε podcast; Είναι βαριά τα γράμματα, είναι βαρύς ο πάπυρος οποία κι αν είναι η μορφή του. Είναι βαριά, είναι βαριά η ζωή... Με τις υγείες σας. 








Υ.Γ. Πιπίτσα Παϊσιου

Υ.Υ.Γ. Στο διπλανό μου τραπέζι κάθεται μία παρέα από τρεις γιαγιάδες. Αφού έχω ολοκληρώσει το κείμενο κι ας πούμε ότι το ελέγχω, χτυπάει το κινητό του ενός κοριτσιού. Ώρα τόση μέχρι να το ακούσει, να το πάρει στο χέρι της, να το πάει μακριά να δει ποιος είναι, να αποφασίσει να μη το σηκώσει και να αρχίσει το κράξιμο με τις φίλες της, για τις εταιρείες τηλεφωνίας που είναι τόσο ενοχλητικές. Έτοιμοι για ανατριχίλα; Το κινητό της χτυπούσε με τη «Νεφέλη». Μέχρι να σιγουρευτώ ότι το ακούω όντως, σκέφτηκα για ακόμα μία φορά ότι δεν είμαι καλά. Αλλά ακουγόταν πράγματι, ναι, ήταν αυτό... Πες μου, πόσες πιθανότητες; Μαγεία! Κι όσο έγραφα το κείμενο σκεφτόμουν πως δεν έχει ταιριάξει κάτι σήμερα. Τραγουδάει βέβαια ο μάγειρας πίσω μου σαν καναρίνι κάτι ρεμπέτικα, αλλά καμία σχέση με τα παραπάνω. Ουάου. 

20230331

Love yourself

 Καλημέρα. 

 Δε θα το αναβάλλω άλλο. Σήμερα θα βουτήξω μέσα σε ακόμα μία αποτυχία. Θα κάνω την αρχή. Δέχθηκα μέσα σε λίγες ώρες μία απόρριψη και μία ανάμνηση. Έγινα φτωχότερη, πιο έμπειρη, πιο ολοκληρωμένη. Είμαι έτοιμη να αλλάξω χρώμα και να κυνηγήσω την απόλαυση. Είμαι έτοιμη για νέα σχέδια που θα ναυαγήσουν κι αυτά. Είμαι έτοιμη να δημιουργήσω κι ύστερα να κάψω άλλη μία Ρώμη. 

 Έχω πιεί καφέδες δύο και δεν ξέρω που έχασα την μπάλα και έπεσα σε αυτή την παγίδα. Όταν μεγαλώσω θα γίνω μαγαζί γωνία που ο ήλιος θα του γελάει και η νεραντζιές απ' έξω θα το κάνουν να μυρίζει όπως οι σκέψεις μου. 

 Θα αγοράσω κι ένα παντζάρι αν προλάβω πριν το μεσημέρι. Μήλο, πορτοκάλι, αχλάδι, παντζάρι, ζωή. Ξέρεις η ιδέα ότι το παντζάρι χρωματίζει όντως το μέσα σου, δεν ξεκινάει από μόνο του μία φοβερή ιστορία; 

 Μπέρδεψα τρομερά τις μέρες, τους μήνες και τις ώρες αυτό τον καιρό. Μπέρδεψα τον Μάιο με τον Απρίλη και το Σάββατο με Κυριακή. Ένιωσα πως 16:00 είναι μία δύσκολη ώρα καθότι δεν μπορείς με καθαρό μυαλό να πεις αν είναι μεσημέρι ή απόγευμα. Το ένιωσα και για τον Μάρτη. Δεν μπόρεσα καθαρά να πω ότι ήταν χειμώνας μου ή άνοιξή μου. Παρ 'όλο που είναι όσο άνοιξη για εσάς, όσο ο καφές που χρειάζεστε για να «ανοίξει το μάτι σας».

 Βλέπω αυτή τη στιγμή από το τζάμι να πέφτουν τα άνθη της νεραντζιάς σα να χιονίζει. Νιώθω λες και σε λίγο δε θα διστάσει καθόλου να βγει από μέσα μου. Θα ανοίξει κι έπειτα θα φτάσει ο καλός ο καιρός. 

 Άντε, μπάι τώρα. Και φιλάκι και μπάι 

20230328

Περίπου

 Φαίνεται σιγά σιγά πως, ό,τι δε μου αρέσει το αλλάζω. Είναι αρκετά πρωί και όλα τα γρανάζια είναι καλά λαδωμένα για να χορέψει η ζωή. Ό,τι κόπηκε και μπορούσα να το αλλάξω, το άλλαξα. Ό,τι χάλασε και ήθελα να το φτιάξω, το έφτιαξα. Πριν λίγα λεπτά αγόρασα ακόμα ένα μαξιλάρι για να αντικαταστήσω τα νεοαποκτηθέντα που τελικά δε με ικανοποιούν. Ελπίζω να καταφέρω πια να κοιμηθώ. Τόσα μαξιλάρια μετά ξέρεις, θαρρώ πως στέρεψαν οι δικαιολογίες πως τάχα αυτά φταίνε. Να κοιμηθώ βαθιά και ήρεμα θέλω, να μ' αγκαλιάσει η στοργή. 

 Θα ξεκινούσα ώρα πριν να γράψω για το «περίπου». Η ώρα τελευταία φορά που κοίταξα ήταν 10:10. Κάποια συμμαθήτρια κάποια στιγμή μου είχε πει, πως όταν συμβαίνει αυτό κάποιος τάχα σε σκέφτεται. Παράτησα το «περίπου» μου κι έκανα μία παύση για να αναζητήσω αν είχα γράψει ξανά γι' αυτό το «περίπου», γι' αυτό το «δε χωράς πουθενά». Διάβαζα αρκετή ώρα όσες καταθέσεις μου, είχαν μέσα κάποιο «περίπου». Όσο έσκαψα δε βρήκα κάτι για αυτό το βαρύ «περίπου» που ήθελα σήμερα να σου ακουμπήσω. Επίσημα πια είμαι δέκα χρονών και με προβληματίζει ξέρεις η επανάληψη. Όχι επανάληψη στο ύφος ή στο χρώμα, μα η επανάληψη ιστοριών, των κακών κειμένων. Ο φόβος του τέλματος, της μη δημιουργίας. Χαίρομαι όταν αυτό δε συμβαίνει, αλλά νιώθω ολοένα και περισσότερο πως φλερτάρω με το να συμβεί. Γύρισα πίσω στη σημερινή σελίδα, κοίταξα την ώρα, 11:11. 

 Τώρα νιώθω πια πως δε θέλω να σου πω για το «περίπου». Τώρα νιώθω «ακριβώς». Αν μπορούσα σήμερα να κάνω κάτι, θα ήταν να μπουκάρω σε εκδοτικούς, να πάρω πλάνα, να βρω ένα μικρόφωνο και να σου διαβάσω τα δέκα τελευταία μου χρόνια, να καταλάβεις ακριβώς τις παύσεις μου, τις ανάσες μου, να νιώσεις που περίπου ήσουν εκεί και που ακριβώς. Που δεν είχες ακόμα φανεί και από πόσο νωρίς είχες φτάσει. Έγραφα και παλιότερα, δεν είμαι στ' αλήθεια μόνο δέκα χρονών. Έγραφα όμως πολύ σκόρπια σε ηλεκτρονική μορφή και εξίσου σκόρπια σε ένα σωρό σημειωματάρια, τους θησαυρούς μου. Ποτέ όμως τόσο οργανωμένα κι ανοργάνωτα ταυτοχρόνως. 

 Αφαίρεσα λίγες μέρες πριν από τα φώτα τον τρόπο για να φτάσεις εύκολα εδώ. Σου τα έκρυψα πάλι τα κλειδιά. Αν διαβάζεις τώρα αυτό, σημαίνει πως είτε έφτασες τυχαία (περαστικά), είτε θες να είσαι εδώ, έψαξες, θυμόσουν κι αυτό ήρθε η ώρα να το φωτίσεις. Έβαλα το «καφέ του χαμένου χρόνου» στ' αυτιά και σκέφτομαι όλο και πιο έντονα πως ίσως αυτό το κλείσιμο του φάρου μου, με βοηθήσει κάπως στο να μπουκάρω, πλανάρω και μιλήσω πιο ανέμελα, βουτήξω πιο βαθιά, φύγω πιο εύκολα. Μήπως καταφέρω να σου δείξω πως όλα τα «περίπου» μας, είναι τόσο «ακριβώς» όταν κλείσουν τα φώτα και με πάρεις αγκαλιά. 

 Θα επιστρέψω να σε ενημερώσω για το καινούργιο μαξιλάρι, ώστε να μπορέσεις να κοιμηθείς με ησυχία απόψε. Το πρωί όμως, σαν ξυπνήσεις να πας να βρεις μαργαρίτες για να μαδήσεις και παγωτά ανάμεικτα να κεράσεις την αμφιβολία και τη σιγουριά σου και να τους πεις μία ιστορία για ανθρώπους που φοβήθηκαν να κλείσουν τα φώτα. 

 Καλημέρα.