Δεν χάνω εύκολα μήνες. Χθες τους έχασα.
Τώρα κάθομαι και τους παρατηρώ και σκέφτομαι ότι... Δε θέλω, δεν αντέχω να γράψω κάτι ξανά γι' αυτούς. Τώρα είμαι ανάμεσα σε ανθρώπους, ακούω τους ήχους τώρα, αποκρίνομαι αν χρειαστεί.
Νιώθω τρομερά ευφυής κάποιες ώρες κι αυτό δυστυχώς με κάνει να αισθάνομαι πολύ αηδιασμένη κι απογοητευμένη. Νιώθω τρομερά αφελής κάποιες στιγμές κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι εξαπατημένη. Ζύγισα, πολύ λάθος, άνθρωπο. Εξαπατημένη από τον ίδιο μου τον εαυτό. Με έπεισε μία βιτρίνα.
Κάποτε ο Μιχαλάκης έλεγε πως του αρέσει να σπάει βιτρίνες. Έχω όλη την εμπειρία να σπάσω κι εγώ, μα δε θα το κάνω. Έχουν δίκιο μάλλον οι άλλοι, όλα τα δεδομένα υποστηρίζουν αυτό το σενάριο. Ο κόσμος δεν αλλάζει. Δεν έχει σημασία πόση δύναμή έχω και πόσες ιδέες. Στο τέλος της ημέρας, το μόνο που ίσως τελικά μου μένει είναι η θάλασσα κι ο ουρανός. Σε όλους τους άλλους, μένουν πραγματικά σπουδαία και πλούσια «τίποτα»...
Έχω πολλή ανάγκη λίγη ησυχία. Να σταθώ. Να χαθώ σ' έναν ουρανό. Να ταξιδέψω με το νου μου μια θάλασσα. Στο 'πα αλήθεια με τις πράξεις μου, πως δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερη. Μα τώρα δε νιώθω να αγαπώ καμία ευθύνη. Καμία δύναμη να την υπερασπιστώ, δεν γεννιέται από μέσα μου. Η μόνη τελευταία ευθύνη που έχω απέναντι στον εαυτό μου είναι να σώσω το βιβλίο, να μείνει ζωντανό, να μην πεθάνει κι αυτό στην παράστασή τους. Ίσως κάποιος επόμενος χαζάνθρωπος, σαν και του λόγου μου, αληθινά ρομαντικός, μπορέσει, αν το βρει να λιγοψυχά, να το σώσει κάπως, πιστεύοντας και διαδίδοντας ξανά, πως οι ανατολές ξεπηδάνε κι από τη δύση.
Πως το μαζεύουν τώρα όλο αυτό; Πως να τα στριμώξω σε ένα τσουβάλι; Πως να μην γίνω ηφαίστειο, η λάβα μου, να μην ποτίσει τα πάντα;
Πως περπατώ τώρα; Μου μιλούν αλλά... Και τους κοιτάζω μα... Στ' αλήθεια μέσα μου, μένω σε μία σκέψη φυλακισμένη... Η απουσία οποιουδήποτε συναισθήματος δεν αθωώνει τις πράξεις μας. Γιατί στο τέλος δεν είμαστε μόνο όσα αισθανόμαστε ή όσα διακηρύσσουμε πως είμαστε. Είμαστε ο τρόπος που επιλέγουμε να υπάρχουμε απέναντι στους άλλους, ακόμη κι όταν κανείς δε μας ζητά τίποτα, κανείς δε μας βλέπει... Απέναντι στο νόημα που δώσαμε στη ζωή μας...
Νομίζω πως θα νιώσω καλύτερα για κάποιες ώρες, αν για πολλή ώρα, από κάπου ζεστά, δω τα σύννεφα να τρέχουν. Νιώθω πως θα νιώσω πολύ καλύτερα για κάποιες στιγμές, αν για αρκετή ώρα, από κάπου ήσυχα, δω τη θάλασσα να αναπνέει. Νιώθω, στάσου, νιώθω πως θα αισθανθώ καλύτερα αν πάω μόνη μου στο σινεμά. Να μπω σε άλλες ιστορίες λαθραία. Κι όμως σίγουρη δεν είμαι. Γιατί να, αρκετές στιγμές ακόμα κι αν σε άλλες ιστορίες μέσα έχω χαθεί, θα κοιτάζω το παραθύρι να δω αν κάποιο περιστέρι έρχεται κι έχει στο πόδι κάτι για εμένα. Το φεγγάρι δε θέλω να το βλέπω. Βιβλίο δε θέλω να αγγίξω. Μουσική δε θέλω να βάλω μέσα μου. Τα παιγνίδια δεν μου αρέσουν και το αλάτι το μισώ με όλη μου την καρδιά. Το ποδήλατό μου ξανά, δε θα το πάω βόλτα ποτέ και το περπάτημα δεν το ξέρω, μου έκοψα τα πόδια σήμερα, χθες την καρδιά κι αύριο θα πετάξω προς τον ήλιο να μου λιώσω τα φτερά. Τσαϊ δε θέλω να πιώ, είναι απαίσιο. Κανίβαλος θα γίνω να ταιριάξω με τον ενδυματολογικό κώδικα των περιστάσεων. Αστεία δε θέλω να είμαι, θα μιλάω μόνο με αριθμούς. Αριθμούς που δε θα σημαίνουν τίποτα πέρα από βιτρίνες. Άλλα ρούχα, άλλη γλώσσα. Χωρίς νόημα. Μηδέν υστερόγραφα. Κανένας γρίφος. Τέλος τα παραμύθια. Μολύνθηκαν όλα.
Είπα ψέματα.
