Άλλαξα εσκεμμένα σημειωματάριο. Αγόρασα ένα χαρούμενο, σαν καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα και κοκτέιλ. Του έβαλα και πολλά αυτοκολλητάκια. Έγραψα στην πρώτη σελίδα: Θα αφήσω το προηγούμενο το μαύρο. Ήρθε η ώρα να περάσω σε καινούργια εποχή. Λιγότερη ερμηνεία, λιγότερα «κλειδιά», περισσότερη ζωή.
Σκεφτόμουν ν' αγοράσω μία μεγάλη μηχανή τις προηγούμενες μέρες. Αποφάσισα να αφήσω τα υψηλά νοήματα για το μπλογκ μονάχα και πάνω μου να κουβαλάω απλά νοήματα. Είπα σε κάποιον έτσι,
_Είμαι η άσφαλτος, ψάχνω κάτι να με χαράξει. Μέσα απ' τα σπλάχνα μου να περάσει φως, που θα ακροβατεί πάνω σε λεπτό γυαλί. Κόλαση η Παναγία μας κι εμείς σταθήκαμε ορφανοί, για ακόμα μία Παρασκευή
εκείνος αποκρίθηκε,
_Είμαι η άσφαλτος. Δε θα ανοίξω τα σπλάχνα μου σε προφήτες της αλλαγής. Πάντα μαύρο ήταν το χρώμα μου.
Γνωρίζαμε είμαι βέβαιη, τι εννοούσαμε, τι μας ενέπνευσε και πως κι οι δύο, ήμασταν απ' το ίδιο υλικό, ή αν μη τι άλλο έμοιαζε εκπληκτικά πολύ. Στ' αλήθεια όμως, ήμασταν εκτός από άσφαλτος κι ουρανός και τα χρώματα όλα. Εγώ μπορούσα να το δω, εκείνος δε με ενδιαφέρει πια καθόλου τι έκανε στη ζωή του, μα τον λυπάμαι. Ξέρεις, δεν έψαχνα κάτι απλώς να με χαράξει. Χάραζα και χαραζόμουν. Δεν ήμουν σε αναμονή. Ήμουν ζωντανή. Δεν ήθελα κάτι να φτάσει στα σπλάχνα μου φως, ήμουν το φως. Δεν ήθελα τίποτα να ακροβατεί σε νήματα γυαλιού γιατί όλα πατούσαν γερά το πόδι τους στη γη και φυσούσαν με σιγουριά περίσσια την καρδιά τους, σα σαπουνόφουσκες ως το διάστημα κι ως τα πέρατα της γης κι ως... Δεν πίστευα σε κόλαση, ήμουν αυτή. Καμία Παναγιά δεν είχα, ήμουν αυτή. Βλάσφημη κι ιερή την ίδια στιγμή. Δεν στάθηκα ορφανή ποτέ, γιατί δε με γέννησε σπέρμα και δε με ζέστανε μήτρα. Ξέρεις όμως κάτι; Στ' αλήθεια όμως, ψέμα εκεί δε χώραγε κανένα, ήταν Παρασκευή εκείνο το πρωινό! Κι έτσι άδραξα την μέρα και κάπως έτσι άλλαζα εποχή, αφήνοντας χώρο μονάχα σε ολόκληρους να πλησιάζουν τις ιστορίες μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου